«Δεν υπάρχει άνθρωπος που να θέλει να βρει δουλειά στη χώρα αυτή τη στιγμή και να μη βρίσκει. Η προσωπική μου θέση είναι, δεν θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει επίδομα ανεργίας πάνω από 2 μήνες. Είναι προσωπική μου θέση, γιατί θεωρώ ότι τα έσοδα αυτά πρέπει να κατευθυνθούν – δηλαδή τα λεφτά που θα γλιτώσουμε – πρέπει να κατευθυνθούν στις επιχειρήσεις, στη μείωση ασφαλιστικών εισφορών για να επιδοτηθεί η εργασία»
Οι πρόσφατες δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη σχετικά με την επιδότηση της ανεργίας (συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Γιώργο Κουβαρά, 10/9/2026, ERT News, https://www.ertnews.gr) προκάλεσαν έντονη αντιπαράθεση. Ο ίδιος υπογράμμισε, σε μετέπειτα απαντητικές διευκρινήσεις του, ότι αυτά που ειπώθηκαν αποτελούν προσωπική του θέση, https://www.newsbomb.gr/politikh/story/.
Πόσο “προσωπική”, όμως, είναι η θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου για την επιδότηση της ανεργίας και, ουσιαστικά, για την ίδια την έννοια της ανεργίας και την πρόσληψή της στο σύγχρονο εργασιακό τοπίο; Γιατί, πέρα από το να είναι οι διατυπώσεις που ακούστηκαν ένα επικοινωνιακό τέχνασμα, προκειμένου ο κόσμος να αρχίσει να εξοικειώνεται με το ομιχλώδες τοπίο μιας νέας κοινωνικής πολιτικής, παράλληλα, επιτυγχάνουν να αποκρύψουν ακριβώς αυτό, και ακόμη, τι προοιωνίζονται: το «δύο μήνες επίδομα» (ή κάποιο παρεμφερές μέτρο, όπως η ανταλλαγή των μηνών επιδότησης ανεργίας με επιδότηση εργασίας), αποτελεί κοινωνική πολιτική μιας ορισμένης μορφής.
Πρόκειται για την κοινωνική πολιτική που εφαρμόζεται σταδιακά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από τη δεκαετία του ’90 περίπου, στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Η πολιτική αυτή εκφράζει τη νεοφιλελεύθερη στροφή των τελευταίων δεκαετιών που επιχειρεί να καταστρέψει κοινωνικά δικαιώματα και κατακτήσεις των αγώνων του εργατικού κινήματος, από τη μια, να εξαφανίσει το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας όπως το γνωρίσαμε μεταπολεμικά, δηλαδή, και, από την άλλη, παράλληλα, να αναδιαμορφώσει τη σχέση κράτους και πολιτών (βλ. σχετικά, το άρθρο μου «Ο εκσυγχρονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου στο πνεύμα της νεοφιλελεύθερης στροφής», Ατέχνως).
Στο πλαίσιο αυτό, μπαίνουν στο επίκεντρο οι πολιτικές απασχόλησης που εφαρμόζουν οι δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης σε όλη την Ευρώπη, με σκοπό την αντιμετώπιση της ανεργίας. Η γενικότερη τάση είναι να περιορίζονται οι λεγόμενες «παθητικές πολιτικές απασχόλησης» (επιδόματα) και η έμφαση, σχεδόν αποκλειστικά, να στρέφεται στις «ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης» (ενίσχυση απασχολησιμότητας).
Η παραπάνω διάκριση είναι πολύ σημαντική, και το κλειδί για να κατανοήσει κανείς τη νέα κοινωνική πολιτική για την ανεργία, είναι η μετάβαση προς το ζητούμενο της “ενεργοποίησης” του ανέργου. Μια μετάβαση που συνδέεται με την ικανότητα του ατόμου να ανταποκρίνεται στην αγορά εργασίας, να είναι ευέλικτο, να προσαρμόζεται, να αναλαμβάνει ευθύνες. Αυτό ακριβώς αποδίδει και η – κεντρική στις ευρωπαϊκές πολιτικές– έννοια της “απασχολησιμότητας”, ως ο πυρήνας των ενεργητικών πολιτικών. Αλλά η απασχολησιμότητα δεν ταυτίζεται με την απασχόληση, παρά είναι ένας ευφημισμός που την υποκαθιστά. Έχοντας εμφανιστεί στη γλώσσα των ευρωπαϊκών πολιτικών απασχόλησης περί τα τέλη της δεκαετίας του ’90, μεταθέτει την εστίαση στις “δεξιότητες” περί της απασχόλησης: αυτά δηλαδή τα στοιχεία που συνθέτουν την ετοιμότητα για εργασία και την ευελιξία, και προϋποθέτουν ότι το βάρος της ευθύνης για την ανεργία μετατοπίζεται στο άτομο.
Πιο συγκεκριμένα, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες η κοινωνική πολιτική για την ανεργία σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο υιοθετεί το μοντέλο της “υπό όρους πρόνοιας”, συστήματος γνωστού με τον όρο workfare (από τις λέξεις work και welfare: αναφέρεται στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, κυρίως για τους ανέργους, υπό προϋποθέσεις). Στα συστήματα workfare η λογική είναι η δέσμευση του ανέργου απέναντι στο κράτος, που του παρέχει, υποτιθέμενα, “υπηρεσίες απασχολησιμότητας”. Θα πρέπει να αποδεικνύει, δηλαδή, ο δικαιούχος επιδοματικής στήριξης, ότι είναι ενεργά “αναζητών εργασία” (όρος που πλέον έχει αντικαταστήσει τον όρο “άνεργος”), με το να συμμετέχει σε συμβουλευτικές συναντήσεις, σε εργασία που του προτείνεται ή σε κατάρτιση. Σε διαφορετική περίπτωση δεν μπορεί να λάβει το επίδομα. Κατά κάποιον τρόπο, στο πνεύμα του workfare, η ανεργία νοείται ως μια κατάσταση που μπορεί να ρυθμιστεί μέσα από μια εξατομικευμένη διαχείριση που επιβάλει τα δύο μέρη, άνεργος και δημόσια υπηρεσία απασχόλησης, να συμφωνούν σε όρους που ορίζονται λεπτομερώς με νομοθετικό πλαίσιο.
Η αυστηρότητα του workfare ποικίλει. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Αυστραλία, θεωρούνται χώρες με εξαιρετικά περιοριστικό και τιμωρητικό σύστημα για τους ανέργους. Στην Ελλάδα, μεταφορά του μοντέλου αυτού είναι το πρόσφατο θεσμικό πλαίσιο των «αμοιβαίων υποχρεώσεων» (με το νόμο 4921/2022 «Δουλειές Ξανά»), που έγινε περισσότερο γνωστό για τις συνέπειες και κυρώσεις που εισάγει στην περίπτωση που οι άνεργοι δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζει.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, έχοντας υπ’ όψη του όλες αυτές τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, που έχουν αποτυπωθεί στα σχετικά κείμενα, τις εκθέσεις και τις συστάσεις του ΟΟΣΑ για το πώς πρέπει να εφαρμοστούν μοντέλα ενεργητικών πολιτικών (ενδεικτικά: OECD, 2022, Activity–related eligibility conditions for receiving unemployment benefits: Results 2022), αναλαμβάνει το ρίσκο μιας πρότασης (του τύπου “δύο μήνες επίδομα ανεργίας”) που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξη. Αλλά το πλαίσιό της στηρίζεται σε αυτού του τύπου τις νεοφιλελεύθερες παραδοχές για την ανεργία και την απασχόληση που, εξάλλου, έχουν ήδη αποτυπωθεί και στο νόμο «Δουλειές Ξανά». Αυτό σημαίνει, ότι για το κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας βαρύνεται το άτομο, με την έννοια, ειδικότερα, ότι πρέπει να το διαχειριστεί ως ατομικό πρόβλημα, σύμφωνα με τα ισχύοντα θεσμικά πλαίσια.
Σε αυτή τη νέα συνθήκη δεν έχει σημασία, το αν υπάρχουν δουλειές, εν τέλει, ή τι είδους δουλειές υπάρχουν. Όπως δηλώνει ο κ. Μαρινάκης, σήμερα οι εργοδότες δυσκολεύονται να βρουν εργαζόμενους (άρα οι άνεργοι υπονοείται ότι είναι “απρόθυμοι” και “μη ενεργοί” στην αγορά εργασίας). Σημασία έχει τα άτομα να ανταποκρίνονται σε υποτιθέμενες υποχρεώσεις που τα καθιστούν “απασχολήσιμα”. Έτσι, ένα ελάχιστης διάρκειας επίδομα, λόγου χάρη, φαίνεται ακραίο και κυνικό ως πολιτική πρόταση, αλλά σε μια νεοφιλελεύθερη λογική, μεταμφιέζεται σε μια έξυπνη, προφανή ανταπόκριση σε ένα κοινωνικό ζήτημα: όσο μικρότερο το επίδομα τόσο περισσότερα κίνητρα να ριχτεί κάποιος στην αρένα της εργασιακής επισφάλειας. Στο νεοφιλελευθερισμό αυτού του είδους ο “ελαστικοποιημένος άνθρωπος”, που έχει περιγράψει ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ τόσο εκφραστικά στο έργο του The Corrosion of Character (1998, ελληνική έκδοση: Ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος, Πεδίο, 2010), παρουσιάζεται ως επίτευγμα, και όσοι δε συμμορφώνονται με τις προσήκουσες προδιαγραφές, θα φέρουν την ευθύνη και το βάρος της αποτυχίας τους.
Σημείωση
Για την εικόνα του κειμένου: “Meeting Place” (1941), Norman Lewis. Το έργο “Meeting Place” του αφροαμερικανού ζωγράφου Norman Lewis, αναπαριστά μια κοινότητα αλληλεγγύης, που ζωντανεύει πάνω στις στιγμές ανταλλαγών και διαδράσεων στο φόντο ενός αστικού σκηνικού της καθημερινής επιβίωσης.
_________________________________
Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος- Κοιν. Ανθρωπολόγος, δρ








