Το “Βοήθεια! Send Help” παίζεται στους κινηματογράφους, αυτή τη βδομάδα μια κατά τους κριτικούς “περιπέτεια επιβίωσης που ανεβάζει τους κωμικούς τόνους, σατιρίζοντας τη μάχη των δύο φύλων με μια ταξική και έντονα αμοραλιστική πρόθεση”. Ως εδώ καλά __σκηνοθέτης που ανανέωσε το σινεμά του φανταστικού με πρωτότυπες, ανατρεπτικές ιδέες που ενσωμάτωσε σε πάμφθηνες ταινίες τρόμου (“Evil Dead”), αλλά και σε υπερηρωικές περιπέτειες (“Spider-man”), ο Σαμ Ράιμι διαθέτει ειρωνικό χιούμορ που προσπαθεί να δώσει πολιτικές διαστάσεις. Όπως στη γραμμένη από τους… rebooters (“Παρασκευή και 13”, “Baywatch”) Ντάμιαν Σάνον και Μαρκ Σουίφτ
“Βοήθεια!”, στην οποία μια εργατική, μα αδικημένη υπάλληλος εταιρείας συμβούλων επιχειρήσεων και ο αλαζονικός ιδιοκτήτης της ναυαγούν σε ένα έρημο νησί, μοναδικοί επιζώντες ενός αεροπορικού δυστυχήματος. Εκείνος, όμως, είναι τραυματισμένος και εκείνη, έχοντας κάνει στο παρελθόν αίτηση συμμετοχής στο “Survivor”, έχει πλέον το πάνω χέρι και του αλλάζει (ερωτικά) τα φώτα. Σατιρίζοντας τη μάχη των δύο φύλων, κάνει “ταξικά” σχόλια και επιχειρεί τις (αναμενόμενες) σεναριακές ντρίμπλες, αλλά o έντονα αμοραλιστικός σαρκασμός της έρχεται με καθυστέρηση, μοιάζει σχεδόν φαρσικός και δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τη μονοδιάστατη Ρέιτσελ ΜακΆνταμς.
Το κακό με τους κριτικούς είναι πως μιλούν και για μνήμες από το “Η Κυρία και ο Ναύτης” το θρυλικό Travolti da un insolito destino nell’azzurro mare d’agosto Παρασυρμένοι από μια ασυνήθιστη μοίρα στη γαλάζια θάλασσα του Αυγούστου (με Giancarlo Giannini _ως Gennarino Carunchio και Mariangela Melato ως Raffaella Pavone Lanzetti) της Λίνα Βερτμίλερ… εεεε ΟΧΙ!
Το Swept Away _”παρασυρμένοι” ο αγγλικός τίτλος είναι μια αισθηματική κωμική _ερωτική περιπέτεια του 1974 με κεντρικός χαρακτήρα μια μεγαλοαστή, της οποίας οι διακοπές με φίλους στη Μεσόγειο Θάλασσα με γιοτ παίρνουν μια απροσδόκητη τροπή όταν αυτή και ένα μέλος του πληρώματος χωρίζονται από τους άλλους και εγκλωβίζονται σε ένα έρημο νησί. Οι καπιταλιστικές καταβολές της και οι αριστερές πεποιθήσεις του άνδρα συγκρούονται, αλλά κατά τη διάρκεια του αγώνα τους για επιβίωση, οι κοινωνικοί τους ρόλοι αντιστρέφονται. Καταπληκτική σκηνή, όταν η κυρία διψασμένη για sex αναφωνεί soddomizzami _αναζητώντας το παρά φύση ο Gennarino δεν καταλαβαίνει “καθαρεύουσες” και όταν το αντιλαμβάνεται την αποκαλεί putana …putana και αυτή το απολαμβάνει
Υπόθεση
Η αλαζονική Ραφαέλα Παβόνε Λαντσέτι πλούσια αστή από το Μιλάνο, αντικομμουνίστρια και repubblicana κάνει διακοπές σε ένα πολυτελές τεράστιο γιοτ κάπου στη Μεσόγειο (τα γυρίσματα έγιναν στη Σαρδηνία) θάλασσα ξεγύμνωμα για ηλιοθεραπεία ο ναύτης παίρνει συνέχεια μάτι ενώ συζητά (η Παβόνε = παγώνι) ασταμάτητα για τις αρετές και την ανωτερότητα της τάξης της και την ανικανότητα της αριστεράς. Ο ασταμάτητος πολιτικός μονόλογος της Ραφαέλας εξοργίζει τον Τζεναρίνο (αναφέρεται ως κομμουνιστή) που όμως συγκρατείτα τις απόψεις του για να μν χάσει την καλή του δουλειά. Παρά τις ταπεινωτικές προσβολές της, ο Τζεναρίνο δέχεται να τη βγάλει με λέμβο αργά το βράδυ για να βρει τους υπόλοιπους φίλους της που έχουν προχωρήσει χωρίς αυτήν. Στο δρόμο τους, ο κινητήρας της λέμβου σβήνει, αφήνοντάς τους εγκλωβισμένους στη μέση της θάλασσας χωρίς να φαίνεται γύρω τους στεριά. Μετά από μια νύχτα στη θάλασσα, ο Τζεναρίνο καταφέρνει να ξαναβάλει τη μηχανή σε λειτουργία, αλλά δεν έχει ιδέα πού βρίσκονται. Τελικά εντοπίζουν ένα νησί και κατευθύνονται προς αυτό, ενώ η λέμβος τα παίζει στην πορεία. Στη στεριά, ανακαλύπτουν ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος στο νησί. Συνηθισμένη να τα έχει όλα στο χέρι, η Ραφαέλα αρχίζει να διατάζει τον Τζεναρίνο, αλλά εκείνος αλλάζει στάση απότομα, αρνούμενος να τη βοηθήσει άλλο. Η Ραφαέλα αντιδρά με μια σειρά από προσβολές και τελικά οι δυο τους χωρίζουν για να εξερευνήσουν το νησί μόνοι τους.
Ο Τζεναρίνο σύντομα πιάνει και μαγειρεύει αστακούς. Σταδιακά οι ρόλοι των δύο προσώπων αντιστρέφονται. Ενώ εκείνη βασίζεται σε αυτόν για φαγητό, αυτός θέλει να την κάνει σκλάβα του, πεπεισμένος ότι οι γυναίκες γεννιούνται για να υπηρετούν τους άνδρες. Την αναγκάζει μάλιστα να πλύνει τα εσώρουχά του. Όταν εκείνη αντιδρά θυμωμένη, τη χαστουκίζει. Τότε αρχίζει να τη βιάζει, αλλά στη συνέχεια αλλάζει γνώμη, αποφασίζοντας ότι θα ήταν πιο ικανοποιητικό αν του παραχωρούσε η ίδια τον εαυτό της πρόθυμα, όπερ και εγένετο. Το ίδιο βράδυ, η Ραφαέλα τον πλησιάζει και οι δύο τους κάνουν παθιασμένο σεξ. Εκείνος θέλει να τον ερωτευτεί και εκείνη γίνεται υποχείριό του. Τελικά εντοπίζουν ένα πλοίο, και παρόλο που και οι δύο είναι απρόθυμοι να διαταράξουν τον νεοανακαλυφθέντα παράδεισό τους, κάνουν σήμα στο πλοίο και σώζονται.
Μετά την επιστροφή τους, σύντομα γυρίζουν στις προηγούμενες ζωές και τους κοινωνικούς τους ρόλους—η Ραφαέλα ασπάζεται για άλλη μια φορά τον τρόπο ζωής της ανώτερης τάξης, ενώ ο Τζεναρίνο επιστρέφει στη ζωή του εργάτη και του συζύγου της κατώτερης τάξης. Εγκαταλελειμμένος από το αντικείμενο του πόθου του, επιστρέφει ηττημένος στη θλιβερή ζωή και τον χωρίς έρωτα γάμο του — πολύ μακριά από ένα ειδυλλιακό μεσογειακό νησί.
Αναπολούν όταν ο Τζενναρίνο τη βοηθά ταΐζοντάς την και προσφέροντας της στέγη στην καλύβα που βρήκε στο νησί, αλλά μόνο αφού του παραδοθεί καθώς και την ολοένα πιο στενή και παθιασμένη σχέση, μέχρι που τελικά ερωτεύονται. Σε μια από τις πολλές προσωπικές στιγμές που μοιράζονται, η Ραφαέλα ομολογεί στον Τζενναρίνο ότι δεν έχει νιώσει ποτέ τόσο ευτυχισμένη και τόσο γυναίκα στη ζωή της και ότι δεν έχει καμία μεταμέλεια για την κοινωνία που άφησε πίσω της, όπου δεν ήταν αυθεντική. Αφού απέφυγε να τους εντοπίσει μια βάρκα που εμφανιζόταν στο βάθος, παραλείποντας έτσι να ζητήσει βοήθεια για να μην διαλύσει αυτό που βίωσαν και οι δύο ως μια υπέροχη ονειροπόληση, ο Τζενναρίνο, παρά την αντίθεση της, αποφασίζει να διασωθεί για δεύτερη φορά, προκειμένου να δοκιμάσει την αγάπη της. Πίσω στον πολιτισμό, αν και η αγάπη τους παραμένει άθικτη, οι διαφορετικές κοινωνικές τους τάξεις τους χωρίζουν απότομα. Τελικά, ο Τζενναρίνο προσπαθεί να πείσει την αγαπημένη του να επιστρέψει στο νησί μαζί του, αλλά αυτή _φυσικά αρνείται και δραπετεύει με ελικόπτερο με τον σύζυγό της και αυτός δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρέψει στη μίζερη ζωή με γυναίκα του, η οποία πλέον τα έχει καταλάβει όλα…

Στην κριτική του στην εφημερίδα Chicago Sun-Times, ο Αμερικανός κριτικός κινηματογράφου Ρότζερ Έμπερτ δίνει στην ταινία τέσσερα αστέρια, την υψηλότερη βαθμολογία του. Ο Έμπερτ γράφει ότι η ταινία “αντιστέκεται στις αποφασιστικές προσπάθειες της σκηνοθέτιδας να την κάνει μύθο για την αστική τάξη και το προλεταριάτο, και επιμένει να έχει θέμα έναν άνδρα και μια γυναίκα. Σε αυτό το επίπεδο, είναι μεγάλη επιτυχία”. Άλλοι κριτικοί και αναλυτές απαντούν ότι όσοι επικεντρώθηκαν στον μισογυνισμό απλώς δεν κατάλαβαν το μήνυμα της ταινίας για την πάλη των τάξεων. Ο Τζέιμς Μπεραρντινέλι υπερασπίζεται την ταινία, γράφοντας: “_Όσοι βλέπουν αυτή την ταινία επιπόλαια, μπορεί εύκολα να την μπερδέψουν με αντρική φαντασίωση. . . Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι η Βερτμίλερ επιδεικνύει το θάρρος να δείξει πράγματα που άλλοι κινηματογραφιστές αποφεύγουν” κάποιος άλλος γράφει: “Η σεξουαλική βία μπορεί να αναλυθεί ως πολιτική βία στο πλαίσιο της πατριαρχικής πολιτικής και η ανησυχία της ταινίας με μια συμβολική παρουσίαση της κοινωνικής εξέγερσης” Στην κριτική της στο περιοδικό Jump Cut, η Τάνια Μοντλέσκι απορρίπτει αυτές τις δικαιολογίες, υποστηρίζοντας ότι οι κριτικοί δεν θα ήταν τόσο ευγενικοί με εκείνους που κάνουν ταινίες που ενισχύουν τα στερεότυπα —με αποκορύφωμα τη βίαιη υποταγή— για καταπιεσμένες εθνοτικές ομάδες, επομένως δεν υπάρχει λόγος να επαινούν οι κριτικοί μια ταινία φαντασίωσης ενός βιασμού. Απαντώντας στο μήνυμα της ταινίας για την πάλη των τάξεων, έγραψε: “_Έτσι, ακόμα κι αν η Βερτμίλερ ήθελε μόνο να μεταφέρει ένα πολιτικό μήνυμα, θολώνει αντί να ξεκαθαρίζει τα ζητήματα. Έπρεπε να είχε κάνει και τους δύο ρόλους αρσενικούς” Στον ιστότοπο Rotten Tomatoes, έχει θετική βαθμολογία 65% από κορυφαίους κριτικούς κινηματογράφου 7,44/10 και 7,5/10 στο imdb
ℹ️ Κέρδισε Βραβείο καλύτερης ηθοποιού (Μαριάντζελα Μελάτο) Νταβίντ ντι Ντονατέλο (1975 Καλύτερης Μουσικής Πιέρο Πικιόνι) Καλύτερη Ταινία 1975 στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Τεχεράνης, Βραβείο Εθνικού Συμβουλίου Κριτικής _Πέντε κορυφαίες ξένες ταινίες, Κύκλου Κριτικών Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης _Καλύτερη Ταινία 1975 (υποψηφιότητα) καλύτερος Σκηνοθέτης (Λίνα Βερτμίλερ _υποψηφιότητα) επίσης για το σενάριο κά
ℹ️ Ριμέικ:Η ταινία ξαναγυρίστηκε το 2002 με τον ίδιο τίτλο, με πρωταγωνίστρια τη Μαντόνα σε σκηνοθεσία του τότε συζύγου της, Γκάι Ρίτσι και ήταν μια κριτική και εισπρακτική αποτυχία. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο Αντριάνο Τζιανίνι, γιος του Τζιανκάρλο Τζιανίνι.
Συνειρμικά στον αντίποδα ο 41ος Сорок первый η κλασική σοβιετική ταινία του 1956, σε σκηνοθεσία Γκριγκόρι Τσουχράι. Η υπόθεση ακολουθεί μια κόκκινη σκοπεύτρια (Ιζόλντα Ιζβίτσκαγια) που ερωτεύεται έναν λευκοφρουρό αξιωματικό (Ολέγκ Στριζένοφ) κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η ταινία είναι γνωστή για την αισθητική της, τη σκηνοθεσία και τη δραματική της κορύφωση, αποτελώντας σημαντικό έργο του σοβιετικού κινηματογράφου.

Ο 41ος _Сорок первый _Sorok pervyy) είναι μια σοβιετική πολεμική ρομαντική ταινία του 1956, που. σκηνοθετήθηκε από τον Γκριγκόρι Τσουκράι, ο οποίος έγραψε και το σενάριο, με την Ιζόλντα Ιζβίτσκαγια και τον Όλεγκ Στριζένοφ. Η ταινία, ριμέικ της ομώνυμης του 1927, διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου και αφηγείται την ιστορία ενός τραγικού ειδυλλίου

Το 1919, κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου, μια μικρή δύναμη στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού που επέζησε από μια συντριπτική ήττα από τους Λευκούς αναγκάζεται να καταφύγει στην έρημο Καρακούμ. Ανάμεσά τους είναι η γυναίκα _ελεύθερη σκοπευτής Μαρία, η οποία έχει ήδη σκοτώσει τριάντα οκτώ εχθρούς. Όταν η μονάδα στήνει ενέδρα σε ένα καραβάνι με καμήλες που μεταφέρει Λευκούς στρατιώτες, σκοτώνει δύο από αυτούς και προσπαθεί να πυροβολήσει τον αξιωματικό τους, ο οποίος θα είναι ο 41ος της, αλλά αστοχεί. Ο άντρας, ένας υπολοχαγός ονόματι Γκοβορούχα-Οτρόκ, κουβαλάει μια επιστολή από τον Ναύαρχο Αλεξάντρ Κολτσάκ προς τον Στρατηγό Άντον Ντενίκιν, στην οποία αναφέρεται ότι έχει μυστικές πληροφορίες που πρέπει να μεταβιβαστούν προφορικά στον Στρατηγό Ντράτσεκνο. Η Μαρία έχει αναλάβει τη φύλαξή του. Δημιουργούνται εντάσεις μεταξύ των δύο: ο αξιωματικός είναι μορφωμένος αριστοκράτης που διασκεδάζει και εντυπωσιάζεται από τις άξεστες προσπάθειες της Μαρίας, ορφανής κόρης ενός ψαρά, να συνθέσει ποίηση Agitprop. Όταν οι καμήλες τους κλέβονται, ο διοικητής τους αποφασίζει να στείλει τον αιχμάλωτό του με μια βάρκα στο αρχηγείο τους στο Καζαλίνσκ μέσω της Αράλης. Το πλοίο ανατρέπεται σε μια ξαφνική καταιγίδα και μόνο η Μαρία και ο Οτρόκ παραμένουν ζωντανοί, αποκλεισμένοι σε ένα απομονωμένο νησί. Η Κόκκινη φέρεται γλυκά στον Λευκό αξιωματικό όταν αυτός αρπάζει πυρετό και σιγά σιγά γοητεύεται από τους τρόπους του, ενώ εκείνος κυριεύεται από ευγνωμοσύνη και αρχίζει να την αποκαλεί Άντρας Παρασκευή (από τον Ροβινσώνα Κρούσο) με στοργή. Όταν εκείνη απαιτεί να μάθει τι εννοεί, της λέει την ιστορία. Οι δυο τους ερωτεύονται και φαίνεται να ξεχνούν τον πόλεμο.
Όταν μια βάρκα πλησιάζει το νησί τους, αρχικά νομίζουν ότι είναι ψαράδες και τρέχουν προς το μέρος τους. Ο Ότροκ τους αναγνωρίζει ως Λευκούς στρατιώτες, σκοπεύει να τους συναντήσει και ενθαρρύνει τη Μαρία να έρθει μαζί του, υπόσχοντάς της ότι θα είναι ασφαλής. Αντ’ αυτού, η Μαρία τον πυροβολεί, σκοτώνοντάς τον παιρνει αγκαλιά και του λέει αγάπη μου τα γαλανά σου μάτια έκλεισαν για πάντα _τίτλοι τέλους




















