🤔 🔣 Προσωπική απογοήτευση: πολύ λίγο το τρίτο βραβείο (Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής) στο “NAZA” των Γιουβάλ Αμπραχάμ και Ρέιτσελ Σορ. Περιμέναμε __όχι μόνο εμείς κάτι μεγαλύτερο για το σημαντικό αυτό ντοκιμαντέρ, που δεν χρειαζόταν την πλατφόρμα του φεστιβάλ για να φωνάξει το μήνυμά του _ήδη γίνεται πολύ κουβέντα παγκόσμια.
__ 83ο Φεστιβάλ Βενετίας

Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
“NAZA_Παλαιστίνη θα τη λένε πάντα” 🇵🇸 ειδικό Βραβείο Φεστιβάλ Βενετίας
Η ταινία «Kvinde Ukendt» της Αιγύπτιας – Δανής Μέι Ελ Τουκί θριάμβευσε στο φεστιβάλ με δύο βραβεία – το ένα ο Χρυσός Λέοντας. Στην αρχή της φετινής κινηματογραφικής Μπιενάλε που ολοκληρώθηκε το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου στη Sala Grande του Λίντο με την ανακοίνωση των βραβείων, μεγάλη κουβέντα είχε γίνει για το γεγονός ότι μόλις μία ταινία σκηνοθετημένη από γυναίκα συμμετείχε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα. Και να που αυτή η ταινία, «Άγνωστη γυναίκα» (Woman Unknown/ Kvinde Ukendt) της Μέι Ελ Τουκί, απέσπασε τελικά δύο βραβεία, το ένα εκ των οποίων είναι το ανώτατο της διοργάνωσης, ο Χρυσός Λέων. Το δεύτερο είναι το Copa Volpi καλύτερης γυναικείας ερμηνείας για την πρωταγωνίστρια της ταινίας, Ματίλντε Αρσέλ. Θέμα: η Μαρί, πρώην οικονόμος, σχεδιάζει ένα πολυτελές δείπνο για τον αρραβώνα της με τον πατριάρχη της οικογένειας. Καθώς προχωρούν οι προετοιμασίες, κρυφές πτυχές του παρελθόντος της αρχίζουν να έρχονται στο φως, απειλώντας να διαταράξουν τον εορτασμό.
Η φίλη Helle του ΚΚ Δανίας, σε σχετική ερώτησή μου απαντά “ταινία πολιτικά για τα πανηγύρια”
Οι Δανέζες διαδραμάτισαν καθοριστικούς και θαρραλέους ρόλους στο κίνημα αντίστασης κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αντιτασσόμενες στη γερμανική κατοχή __ενδεικτικά:
▪️Musse Hartig: Μέλος της κομμουνιστικής αντίστασης, γνωστή για τη μεταφορά παράνομου οπλισμού και εγγράφων.
▪️Monica Wichfeld: Κορυφαίο στέλεχος της αντίστασης, η οποία χρησιμοποίησε το κτήμα της για την απόκρυψη όπλων, την εκτύπωση παράνομων εφημερίδων και την παροχή καταφυγίου σε φυγάδες. Συνελήφθη από την Γκεστάπο και έγινε η πρώτη γυναίκα στη Δανία που καταδικάστηκε σε θάνατο για αντιναζιστική δράση (η ποινή μετατράπηκε αργότερα σε ισόβια).
▪️Hedda Lundh: Συμμετείχε σε δολιοφθορές στο σιδηροδρομικό δίκτυο, ρισκάροντας τη ζωή της μεταφέροντας εκρηκτικά και συνεργαζόμενη με παράνομα δίκτυα για τη διατάραξη της γερμανικής εφοδιαστικής αλυσίδας.
▪️Edith Bonnesen: Εργάστηκε για την παράνομη αντιστασιακή ομάδα «De frie Danske» (Ελεύθεροι Δανοί), συμβάλλοντας στη δημιουργία και τη διαχείριση ζωτικής σημασίας δικτύων μυστικής επικοινωνίας
▪️Οι Kvinderne med brødkurvene “Γυναίκες του Καλαθιού με το Ψωμί” και οι “Διασώστριες”: 10άδες χιλιάδες ανώνυμες Δανέζες νοικοκυρές, φοιτήτριες και εργάτριες παρείχαν τρόφιμα, ρουχισμό και ασφαλή καταφύγια κατά τη διάρκεια της ιστορικής επιχείρησης διάσωσης της εβραϊκής κοινότητας της Δανίας
“Πρώτα από όλα θα ήθελα να ευχαριστήσω το φεστιβάλ για την επιλογή μας και τη στήριξη που κάνατε στην ταινία μας. Η ταινία μου κοιτά το γυναικείο σώμα ως πεδίο μάχης. Και για αυτό ήθελα να δώσω φωνή σε όσες γυναίκες έχουν χάσει τη δική τους. Σ’ ευχαριστώ Ματίλντα, για μένα ήσουν συναφηγήτρια στην ιστορία μας. Ευχαριστώ Μάγκι, γιατί είσαι ένα δυνατό φως και το ρίχνεις γενναιόδωρα και στις υπόλοιπες γυναίκες δημιουργούς στη βιομηχανία μας. Θέλω να αφιερώσω το βραβείο στην κόρη μου. Σταμάτα να κοιτάς το κινητό σου, κοίτα ψηλά, χρησιμοποίησε τη φωνή σου για να πολεμήσεις την σκληρότητα απέναντι στην ανθρωπιά, να στηρίξεις όσους περιθωριοποιήθηκαν και φιμώθηκαν…” Μάι ελ-Τούχι __Είναι ο πρώτος μου πρωταγωνιστικός ρόλος, πρώτη μου φορά σε φεστιβάλ, πρώτο μου βραβείο. Και μου το δίνετε εσείς εδώ, άνθρωποι που θαύμαζα όλη μου τη ζωή. Θα με τσιμπούσα – αλλά αν είναι όνειρο δε θέλω να ξυπνήσω!» Ματίλντ Αρσέλ, Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας
Το “_Άγνωστες Γυναίκες” εξερευνά το θέμα του γυναικείου σώματος ως πεδίου μάχης, μέσα από το πρίσμα των γυναικών που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή – εκείνων των πολλών γυναικών που, σε όλη την Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανέπτυξαν σχέσεις με στρατιώτες του στρατού κατοχής και, στη συνέχεια, υπέστησαν σοβαρές συνέπειες μετά τη λήξη του πολέμου. Η Αρσέλ υποδύεται μια από αυτές τις γυναίκες, η οποία βλέπει το μέλλον της να κινδυνεύει καθώς πρόκειται να παντρευτεί έναν Δανό χήρο βιομήχανο, και το παρελθόν της επιστρέφει, επικίνδυνα μπροστά της. Όπως ήταν φυσικό η Ματίλντε Αρσέλ ένιωσε μεγάλη έκπληξη για τη βράβευσή της, πόσο μάλλον από το γεγονός ότι δεν είχε ποτέ ξανά πρωταγωνιστήσει σε ταινία. Τα δάκρυά της ήταν ασυγκράτητα. Από τη δική της πλευρά, η Μέι Ελ Τουκί ήταν ασφαλώς πιο ψύχραιμη στον ευχαριστήριο λόγο της και μίλησε για την θέση της γυναίκας, τότε και σήμερα.
Από κριτική στο ιταλικό cineforum.it __ 2 όψεις
Ποιο άραγε «βρώμικο μυστικό» κρατάει η May el-Toukry για τον Barbera, ώστε εκείνος να της εξασφαλίζει ένα τέτοιο «Λιοντάρι», καθιστώντας την τη μοναδική γυναίκα σκηνοθέτη στο διαγωνιστικό τμήμα; Όσο κι αν εκτιμώ τη στάση της κας διευθυντή του φεστιβάλ στο ζήτημα των ποσοστώσεων έναντι της ποιότητας, εδώ μας τα έκανε μούτι , με τα ΜΜΕ να φροντίζουν ώστε η κατάσταση να εξελιχθεί σε παταγώδη αποτυχία και τον Gyllenhaal —φυσικά— να παρεμβαίνει στη συνέντευξη Τύπου, θεωρείται πλέον 100% βέβαιο ότι το *Woman Unknown* —τι ταιριαστός τίτλος για αυτό το φιάσκο δημοσίων σχέσεων— θα κερδίσει ένα από τα μεγάλα βραβεία το Σάββατο. Πραγματικά, θα μπορούσε κανείς να προβλέψει με τόση σιγουριά τη νίκη μιας ταινίας, ακόμη και πριν ξεκινήσει το φεστιβάλ; Μάλλον ΝΑΙ!! Είναι κάτι το εξωφρενικό και, το λιγότερο, εντελώς επαίσχυντο.
Κι όχι μόνο αυτό: θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη αν αυτή η τρομερά συμβατική ταινία εποχής *δεν* κέρδιζε τον Χρυσό Λέοντα· άλλωστε, αν η κριτική επιτροπή θέλει να περάσει *αυτό* το μήνυμα με το *Naza* σε δεύτερη μοίρα (στην ομάδα συμμετέχει η Ben-Hania, σκηνοθέτις του *The Voice of Hind Rajab*, με έντονη συζήτηση πίσω από κλειστές πόρτες__ φωνή βοώντος).
Ή μήπως ο «μεγάλος» Alberto είναι τελικά ένας έξυπνος μισογύνης*; Που πυροδοτεί μια συζήτηση (κατασκευασμένη από τα ΜΜΕ) περί της ανεπάρκειας των γυναικών σκηνοθετών, αναδεικνύοντας σε νικητή μια ταινία «arthouse» που είναι κάτι λιγότερο από μέτρια και κουραστική, προκαλώντας έτσι την πραγματική συζήτηση για το θέμα που θα ακολουθήσει τις επόμενες εβδομάδες, και κρατώντας το φεστιβάλ του στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης;
Κοπεγχάγη: Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει και οι Γερμανοί κατακτητές έχουν ηττηθεί. Η χώρα απελευθερώνεται στις 5 Μαΐου 1945 __ξεχνάει εδώ το στρατηγικής σημασίας δανικό νησί Bornholm στη Βαλτική με το Γερμανός διοικητής του να αρνείται να παραδοθεί στους Σοβιετικούς (σσ., Το νησί καταλήφθηκε τελικά από τον Κόκκινο Στρατό στις 9 Μαΐου 1945 και οι Σοβιετικοί παρέμειναν εκεί μέχρι τον Απρίλιο του 1946, οπότε και το παρέδωσαν στη Δανία). Καθώς η κοινωνία και οι βιομηχανικές υποδομές επιχειρούν να αναδιοργανωθούν, η Αντίσταση προχωρά στην εκκαθάριση όσων συνεργάστηκαν με τον εχθρό. Στη Δανία —όπως και σε πολλές χώρες υπό την κατοχή του Ράιχ— η αντίδραση απέναντι στις γυναίκες που διατηρούσαν σχέσεις (με ποικίλα επίπεδα συναίνεσης _πορνείας και όχι μόνο) με τον εχθρό είναι ιδιαίτερα σκληρή. Εκεί, οι «οριζόντιες συνεργάτιδες» —όρος που από μόνος του υποδηλώνει μια σχεδόν ανυπέρβλητη ασυμμετρία σε σύγκριση με άλλες μορφές συνεργασίας με τον εχθρό— υφίστανται δημόσιες ύβρεις και χλευασμό· τους ξυρίζουν το κεφάλι με βάναυσο τρόπο και τις γδύνουν, μετατρέποντας τα σώματά τους σε μανιφέστο της μοίρας που επιφυλάσσεται σε όσες επέτρεψαν στον εχθρό να εισβάλει στη σωματική και ψυχική τους υπόσταση. Θύματα των μηχανισμών της κατοχής σε διάφορους βαθμούς, αλλά και στόχοι της εκκαθάρισης, βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μια παράδοξη, ηθικά αμφίσημη ζώνη, όπου η βία που υπέστησαν δεν διαγράφει την ενοχή που η κοινότητα επιδιώκει να τους προσάψει.
Γυναίκες άγνωστες —όπως υποδηλώνει ο τίτλος— ή γυναίκες που παραμένουν εν μέρει άγνωστες· ένα ασαφές συλλογικό σύνολο που έμεινε στο περιθώριο των βιβλίων ιστορίας και, για όσες είχαν την οικονομική δυνατότητα, κρυμμένο μακριά από τα βλέμματα: αυτές οι γυναίκες αποτελούν το σημείο εκκίνησης για τη θεματολογία που εξερευνά η May el-Toukhy στη δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους της. Ωστόσο, από την αρχή κιόλας, η ταινία εστιάζει σε μια συγκεκριμένη μορφή, μια πρωταγωνίστρια: τη Marie (Mathilde Arcel), η οποία ξυπνά στην κύρια κρεβατοκάμαρα μιας υπερ-αστικής κατοικίας, δίπλα στον Christian (Carsten Bjørnlund), ιδιοκτήτη και αφεντικό μιας βιομηχανικής επιχείρησης αδιευκρίνιστου αντικειμένου. Κι όμως, η νεαρή γυναίκα πλένεται στο δωμάτιο της οικιακής βοηθού και φορά την ποδιά όπως οι υπόλοιπες υπηρέτριες, για να αποκαλυφθεί στη συνέχεια η προνομιακή σχέση που διατηρεί με εκείνον και την κόρη του, τη Leonora —μια σχέση που βιώνεται ανοιχτά, σε σημείο που η ίδια ετοιμάζεται να τον παντρευτεί, όπως συμβαίνει «μόνο στα παραμύθια».
Ένα μακρύ λευκό φόρεμα με υπέροχο πέπλο δεσπόζει στην ντουλάπα —ένα φαντασματικό ίχνος της πρώτης συζύγου (με μια αμυδρή αίσθηση που θυμίζει τη *Rebecca* να πλανάται κατά καιρούς στον αέρα). Η εικόνα της είχε εξοριστεί από κάθε δωμάτιο του σπιτιού λόγω του συντριπτικού πένθους, διατηρημένη αντ’ αυτού μέσα σε μια μαξιλαροθήκη από τη Λεονόρα, η οποία την είχε κρύψει από την εικονοκλαστική μανία του πατέρα της — ενός ανθρώπου αυστηρού, αν όχι άκαμπτου. Αυτό ακριβώς το φόρεμα —τροποποιημένο, με αλλαγμένο μέγεθος και επανασχεδιασμένο πατρόν— είναι εκείνο που θα φορέσει η Μαρί στο γάμο της. Κατά τη διαδρομή με το τραμ προς το ατελιέ υψηλής ραπτικής που ανέλαβε τη μεταποίηση, η Μαρί συναντά μια παλιά γνώριμη, μια συνάντηση που κλονίζει την αφήγηση την οποία είχε οικοδομήσει προσεκτικά μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Ο Ελ-Τούχι υποβάλλει τη Μαρί σε μια διαδικασία ραπτικής προσαρμογής στις προσδοκίες. Τα πάντα στο σπίτι μαρτυρούν αυστηρότητα και γεωμετρία — και αυτό αφορά κάτι περισσότερο από τα έπιπλα και τις ξύλινες επενδύσεις σε στυλ Αρ Ντεκό. Η τετράγωνη αυλή, που αποκαλύπτεται σταδιακά διαγώνια μέσω του ζουμ στο εναρκτήριο πλάνο της ταινίας, μοιάζει να σφραγίζει μια συμφωνία ανάμεσα στην απτή πραγματικότητα και τις δυνατότητες του κινηματογραφικού κάδρου· προμηνύει τη στάση εγρήγορσης της Μαρί, καθώς εκείνη έλκεται διαρκώς πίσω στο κέντρο της οθόνης, αναγκασμένη να συμμορφωθεί με αυτή την αυστηρότητα και τη γεωμετρία, και να εμποδίσει προσεκτικά να βγουν στην επιφάνεια οι ουλές στην καρδιά και το σώμα της — ουλές που θα αποκάλυπταν μια πτυχή του παρελθόντος της, η οποία θεωρούνταν ασυγχώρητη σε εκείνο το περιβάλλον. Αυτή η εικονοπλασία πρέπει να ερμηνευθεί σε αντιδιαστολή με το χάος των εκκαθαρίσεων και των δημόσιων ενεργειών της Αντίστασης — ενός κινήματος που καθοδηγούνταν από εθνικισμό όχι ακριβώς συμφιλιωτικό.
Πρόκειται για ένα σύστημα που ζητά από τον θεατή να αποδεχτεί την αμφίσημη θέση ενός χαρακτήρα του οποίου τα κίνητρα παραμένουν άγνωστα — διακριτά μόνο στη φαντασία, πίσω από τα μεγάλα, γαλανά μάτια της Ματίλντ Αρσέλ και σε κοντινά πλάνα που διακρίνονται από μια αίσθηση επιφυλακτικού δισταγμού.
Αυτός ο δισταγμός μετατρέπεται σε πραγματικό πανικό όταν η νεαρή νταντά βλέπει τη δική της θέση να κλονίζεται, δημιουργώντας την ανάγκη να βρει κάποια μέσα σε εκείνη την τετράγωνη αυλή που θα λειτουργήσει ως εξιλαστήριο θύμα: μια άλλη γυναίκα με αβέβαιο παρελθόν — κάποια τόσο όμοιά της αλλά και τόσο διαφορετική, επειδή είναι ελεύθερη να εκφραστεί. Πρόκειται για μια βάσιμη κατηγορία με τραγική κατάληξη, που εκτυλίσσεται με φόντο το άναρχο χάος εκείνων των ημερών. Η Μαρί είναι ένας χαρακτήρας που εξαπατά τον θεατή, όπως ακριβώς εξαπατά και τον σύζυγό της· Εκείνη κλονίζει τις ακλόνητες βεβαιότητές του, χαράσσοντας μια λογική αναλογία ανάμεσα στην επιδίωξη οικονομικής και επαγγελματικής επιβίωσης μέσω συναλλαγών με τους Γερμανούς και στην επιδίωξη προσωπικής σωτηρίας μέσω της υποταγής σε αυτούς. Γιατί η μία στάση να δικαιολογείται, ενώ η άλλη όχι;
Ίσως ακριβώς εδώ να εντοπίζεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ταινίας: όχι στη δυνατότητα να διαχωρίσουμε τελικά τα θύματα από τους ενόχους, αλλά στην αδυναμία να το πράξουμε αυτό οριστικά. Διότι η Ιστορία —όπως ακριβώς και το σπίτι του Κρίστιαν— μοιάζει να απαιτεί ξεκάθαρες γεωμετρίες: σώματα που πρέπει να ταχθούν με τη μία ή την άλλη πλευρά, ενοχή που πρέπει να εξιλεωθεί και αθωότητα που πρέπει να αναγνωριστεί. Η Μαρί, ωστόσο, συνεχίζει να Να επανατοποθετείται κανείς μέσα σε αυτή τη γεωμετρία, να προσαρμόζεται στις μορφές της και —όταν χρειάζεται— να τις παραμορφώνει. Όχι για να υπερασπιστεί μια αλήθεια, αλλά για να επιβιώσει από αυτήν, γινόμενος κάποιος εντελώς διαφορετικός.
Τελικά όπως συμβαίνει στα παραμύθια —αν και όχι μόνο εκεί.
Όχι και τόσο “υπέροχη” ταινία
Όταν μια οικιακή βοηθός αναβαθμίζεται σε κυρία του σπιτιού —έχοντας στο πλευρό της έναν εύπορο “Πρίγκιπα του Παραμυθιού”— πρόκειται συνήθως για σενάριο βγαλμένο από το παραμύθι της Σταχτοπούτας. Στη Δανία του 1945, ωστόσο, μετά την απελευθέρωση, η αμείλικτη απεικόνιση μιας μεταπολεμικής μοίρας από τη May el-Toukhy φέρνει στο προσκήνιο το σκοτεινό κεφάλαιο των “Deutschenmädchen” __γερμανόφιλων γυναικών και βρίσκει την ιδανική πρωταγωνίστρια στο πρόσωπο της καθηλωτικής Mathilde Arcel. Ένα δράμα για την απόγνωση και το γυναικείο σώμα ως πεδίο μάχης της πατριαρχίας. Δανία, λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: Μια ανατροπή ρόλων λαμβάνει χώρα στο σπίτι του επιχειρηματία Christian (Carsten Bjørnlund). Μετά τον θάνατο της συζύγου του από καρκίνο, η οικιακή βοηθός Marie (Mathilde Arcel) γίνεται —χωρίς πολλές επισημότητες— η νέα του σύζυγος-ερωμένη. Ως νταντά, έχει ήδη αναπτύξει καλή σχέση με τη μικρή κόρη του, τη Leonora (Flora Yde Sander), και το παλιό νυφικό πρόκειται τώρα να μεταποιηθεί ώστε να της ταιριάζει.
Όμως, η Marie κρύβει ένα επικίνδυνο μυστικό: διατηρούσε ερωτική σχέση με έναν Γερμανό στρατιώτη. Οποιαδήποτε σύνδεση με τη ναζιστική δύναμη κατοχής αποτελεί επικίνδυνο βάρος στη χώρα, τώρα που οι κατακτητές έχουν εκδιωχθεί. Με την παραμικρή υποψία, το άτομο περιθωριοποιείται και βασανίζεται ως “Feltmadras” _υποτιμητικός όρος για τις γυναίκες που συνάπτονταν ερωτικές σχέσεις με Γερμανούς. Όταν κάποιος ζωγραφίζει μια σβάστικα στο σπίτι του Christian, η Marie πανικοβάλλεται. Μήπως την έχει προδώσει κάποιος;
Εκεί που νομίζεις ότι έχεις ακούσει για κάθε πιθανή πτυχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εμφανίζεται μια ταινία όπως το *Woman Unknown*. Μεταξύ άλλων, καταπιάνεται με το φαινόμενο των “Feltmadras”. Με αυτόν τον υποτιμητικό όρο —παρόμοιο με το “Tyskertøs” σσ. *Tyskertøs*, *tyskerpige*, *feltmadras*, *tyskerluder* *syfilishoppe* κά. αποτελούν υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς για τις γυναίκες στη Δανία και τη Νορβηγία οι οποίες, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σύναψαν ερωτικές σχέσεις με στρατιώτες των γερμανικών δυνάμεων κατοχής— δανέζικη αργκό. Ωστόσο, το ζήτημα σπάνια σταματούσε στις ύβρεις: το μίσος απέναντι στις γυναίκες-συνεργάτες των ναζί και τις λεγόμενες “Deutschenmädchen” μετατρεπόταν σε βίαιη λαϊκή εκδίκηση στη Δανία της απελευθέρωσης — και όχι μόνο εκεί. Μια σκληρή μοίρα που απειλεί επίσης την πρωταγωνίστρια, τη Μαρί, η οποία ωστόσο έχει να διαχειριστεί εντελώς διαφορετικές ανησυχίες μετά την απελευθέρωση του 1945. Η May el-Toukhy __μετά το “Queen of Hearts” επιλέγει ένα αφηγηματικό στυλ αργής κλιμάκωσης για την τρίτη ταινία μεγάλου μήκους της. Το σενάριο αποκαλύπτει τις αβύσσους ψυχής της πρωταγωνίστριας και του περιβάλλοντός της μόνο σταδιακά και με φειδώ. Μια νύξη εδώ, μια πλάγια ματιά εκεί, και ο άκαμπτος κόσμος των υπηρετών —που χαρακτηρίζεται από φόβο και ταξικό σνομπισμό— γίνεται απτός. Ακόμη και ανάμεσα σε γυναίκες ίσης κοινωνικής θέσης παραμονεύει η προδοσία, ενώ οι άνδρες αποτελούν απλώς μια απειλητική βιτρίνα — με εξαίρεση έναν γιατρό.
Δεν πρέπει να αναμένει κανείς κάθαρση ή έστω χιούμορ, ακόμη και όταν μια υπηρέτρια κάνει εμετό για λίγο μετά από μια νύχτα έντονης κατανάλωσης αλκοόλ, για να συνεχίσει αμέσως μετά το δίπλωμα των ρούχων. Ο μοναδικός προοδευτικός χαρακτήρας, η ελεύθερου πνεύματος γειτόνισσα κυρία Μπεργκ (Sofia Nolsøe), αντιμετωπίζεται —μάλλον δικαιολογημένα για την εποχή— μόνο με κριτική διάθεση. Επιπλέον, η el-Toukhy υποβάλλει το κοινό στη διαδικασία της προαναφερθείσας λαϊκής τιμωρίας όχι μία, αλλά δύο φορές. Η σκηνή αυτή είναι εξίσου αποπνικτική με την “Πορεία της Ντροπής” της Cersei Lannister στο φινάλε της πέμπτης σεζόν του “Game of Thrones” — με τη διαφορά ότι εδώ η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Η May el-Toukhy παρουσιάζει το γυναικείο σώμα ως πεδίο μάχης γεμάτο ψυχολογικά αλλά και σωματικά τραύματα: η Μαρί, παράλληλα, κάνει καταναγκαστική χρήση οπιοειδών. Στο πρόσωπο της Mathilde Arcel βρήκε την ιδανική πρωταγωνίστρια για αυτόν τον ρόλο. Ο θυμός της σιγοβράζει κάτω από την επιφάνεια και οι φευγαλέες στιγμές ελέγχου, για τις οποίες παλεύει ως Μαρί, καταστρέφονται επανειλημμένα, μέχρι που το βλέμμα της γίνεται εντελώς άδειο και κάθε θετική προοπτική σβήνει οριστικά…
Νικητές & Χαμένοι
Μετά την προβολή των 21 ταινιών του διαγωνιστικού τμήματος, έχουμε και λέμε:
- Χρυσός Λέοντας Καλύτερης Ταινίας *Kvinde Ukendt* (Δανία, Σουηδία, Λετονία) _Woman Unknown | το περίβλεπτο βραβείο Καλύτερης Ταινίας της May el-Toukhy
- Αργυρός Λέοντας – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στην ταινία *Possible Love* __*Ga-neung-han sa-rang* (*Possible Love*) του Lee Chang-dong (Νότια Κορέα).
- Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο παντρεμένα ζευγάρια —ένας εργάτης που έχει απολυθεί και η σύζυγός του, καθώς και μια δημιουργός ντοκιμαντέρ και ο σύζυγός της— των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας ταινίας. Μέσα από αυτή τη συνάντηση, έρχονται στο φως βαθιές διαφορές, ανείπωτες επιθυμίες και οι εντάσεις μιας κοινωνίας που σημαδεύεται από μαζικές απολύσεις και την καταστολή των απεργιών.
Ο σκηνοθέτης πραγματεύεται έτσι τη σχέση εργασίας, κεφαλαίου και ελευθερίας, αμφισβητώντας τη δυνατότητα αντίστασης στις δυνάμεις που διαμορφώνουν την ύπαρξή μας. Στο όραμά του, η επιθυμία για ελευθερία μετατρέπεται σε μια μορφή αγάπης: ένα συναίσθημα που περιλαμβάνει όχι μόνο τις ερωτικές σχέσεις, αλλά και την ικανότητα να συνεχίζει κανείς να προσφέρει αγάπη παρά τις δυσκολίες της ζωής.
- Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται δύο παντρεμένα ζευγάρια —ένας εργάτης που έχει απολυθεί και η σύζυγός του, καθώς και μια δημιουργός ντοκιμαντέρ και ο σύζυγός της— των οποίων οι ζωές διασταυρώνονται κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας ταινίας. Μέσα από αυτή τη συνάντηση, έρχονται στο φως βαθιές διαφορές, ανείπωτες επιθυμίες και οι εντάσεις μιας κοινωνίας που σημαδεύεται από μαζικές απολύσεις και την καταστολή των απεργιών.
- Αργυρός Λέοντας – Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στον Ilya Khrzhanovsky για την ταινία *Dau* (Γερμανία, Γαλλία, Σουηδία).
- Η ταινία καλύπτει τέσσερις δεκαετίες σοβιετικής ιστορίας· “δρυός πεσούσης”… εμπνευσμένη από τους επιστήμονες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα της Σοβιετικής Ένωσης για την ατομική βόμβα, παρακολουθεί τη διαδρομή ενός ιδιοφυούς φυσικού ελληνικής καταγωγής —τον οποίο υποδύεται ο Teodor Currentzis— από το 1928 και μετά. Επιστρατευμένος για να εργαστεί για το κράτος σε ένα μυστικό ερευνητικό ινστιτούτο, ο Dau βρίσκεται να ζει σε ένα σύστημα που κυριαρχείται από την επιστημονική φιλοδοξία, ενώ η ατομική του ελευθερία περιορίζεται σταδιακά. Εκτός του γάμου του, αναζητά μια διέξοδο προς την απελευθέρωση μέσα από σαρκικές ερωτικές σχέσεις, για να καταλήξει τελικά να χάσει τον εαυτό του και την ικανότητά του να αγαπά. Μέσα από το ταξίδι του πρωταγωνιστή, ο Khrzhanovsky σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας κοινωνίας θεμελιωμένης στην ιδεολογία και τη βία, εξερευνώντας τους ηθικούς συμβιβασμούς που μεταμορφώνουν τις ατομικές ζωές και μπορούν ακόμη και να αλλάξουν την πορεία της ιστορίας. Το έργο —αποτέλεσμα εργασίας άνω των είκοσι ετών— συνδυάζει υλικό που τραβήχτηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια με πρόσφατες σκηνές, αναμειγνύοντας το ντοκιμαντέρ, το όνειρο, το όραμα και τη μνήμη μέσα σε μια δομή εμπνευσμένη από τις αρχές της κβαντικής φυσικής. Στην ταινία συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι Carsten Höller, Marina Abramović και Romeo Castellucci.
- Βραβείο Volpi Καλύτερης Ηθοποιού: Mathilde Arcel για την ερμηνεία της στην ταινία *Kvinde Ukendt* (Woman Unknown) της May el-Toukhy __αναφερθήκαμε αναλυτικά
Γεννημένη στην Κοπεγχάγη στις 25 Ιουλίου 1996, η Mathilde Arcel Fock είναι Δανή ηθοποιός και κόρη της ηθοποιού Nastja Arcel και του σκηνοθέτη Mikael Fock. Έκανε το ντεμπούτο της το 2009, σε ηλικία δώδεκα ετών, στην τηλεοπτική σειρά *Mille*. Μετά τις πρώτες της εμπειρίες στην οθόνη, στράφηκε στο θέατρο, αποφοιτώντας το 2020 από την Den Danske Scenekunstskole _Εθνική Σχολή Παραστατικών Τεχνών της Δανίας στο Aarhus. Το 2021, έλαβε το βραβείο Reumert Talent για την παράσταση *Nogen er ude og drikke øl*, την οποία επίσης συνέγραψε και σκηνοθέτησε. Έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο το 2024 με την ταινία *Mørkeland*. Το 2025, υποδύθηκε τη νεαρή γιατρό Emilie στο δράμα της Zinnini Elkington *Det andet offer*, κερδίζοντας τις πρώτες της υποψηφιότητες για τα βραβεία Bodil και Robert το 2026. Την ίδια χρονιά, πρωταγωνίστησε στο αστυνομικό δράμα του Christoffer Boe *Rejseholdet – Det første mord* και στη σειρά *Uniformen*. - Βραβείο Volpi Καλύτερου Ηθοποιού στον John Malkovich για τον ρόλο του στην ταινία *Wild Horse Nine* του Martin McDonagh (ΗΠΑ, Χιλή). Ο Αμερικανός ηθοποιός υποδύεται τον MJ, αρχηγό της CIA ο οποίος, την παραμονή του πραξικοπήματος στη Χιλή το 1973, στέλνει τους πράκτορες Κρις και Λι από το Σαντιάγο στο Νησί του Πάσχα. Σε αυτόν τον απομονωμένο παράδεισο, ανάμεσα στα αινιγματικά αγάλματα Μοάι, οι δύο άνδρες έρχονται αντιμέτωποι με το παρελθόν τους και με συνωμοσίες του παρόντος, ενώ ο ερωτικός δεσμός του Κρις με δύο επαναστάτριες φοιτήτριες απειλεί να θέσει σε κίνδυνο την αποστολή. Στο καστ, πλάι στον Μάλκοβιτς, συμμετέχουν οι Σαμ Ρόκγουελ, Στιβ Μπουσέμι, Μαριάνα Ντι Τζιρόλαμο, Αϊλίν Σάλας, Τομ Γουέιτς και Πάρκερ Πόουζι.
- Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου για την ταινία *Un bon petit soldat* του Stéphane Brizé (Γαλλία) _στους Stéphane Brizé, Coralie Amédéo και Olivier Gorce για την ταινία
- Η ταινία αφηγείται μια ιστορία επαγγελματικής και προσωπικής κρίσης, βασισμένη σε σενάριο που έγραψε ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε συνεργασία με τις Coralie Amédéo και Olivier Gorce. Στο επίκεντρο της ιστορίας η Carla —ένα στέλεχος 43 ετών που υποδύεται η Alba Rohrwacher—, μια ικανότατη διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού σε μεγάλη εταιρεία, η οποία έχει χτίσει την επιτυχία της θυσιάζοντας συχνά την οικογενειακή της ζωή. Ο ρόλος της απαιτεί την εξισορρόπηση της ευημερίας των εργαζομένων με τους στόχους απόδοσης που θέτει η διοίκηση· ωστόσο, η αποκάλυψη μιας περίπτωσης τοξικής διοικητικής συμπεριφοράς την αναγκάζει να έρθει αντιμέτωπη με τους συμβιβασμούς που ενυπάρχουν σε ένα σύστημα θεμελιωμένο στην εξουσία. Το σενάριο εξετάζει έτσι τους μηχανισμούς υποταγής στον εργασιακό χώρο, αμφισβητώντας την κυρίαρχη γλώσσα της ισχύος και την αντίληψη ότι η επιτυχία μπορεί να θωρακίσει κανέναν απέναντι στην ευαλωτότητα. Πίσω από την εικόνα της άψογης επαγγελματία, η Carla αποκαλύπτεται ως μια γυναίκα σημαδεμένη από ανασφάλεια και μια διαρκή ανάγκη να αποδείξει την αξία και τη θέση της. Η ταινία —στην οποία πρωταγωνιστεί επίσης ο Vincent Lindon— διερευνά τη στιγμή που η πραγματικότητα επιβάλλει μια επιλογή ανάμεσα στην υπακοή στους εταιρικούς κανόνες και την υπεράσπιση της προσωπικής αξιοπρέπειας.
- Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής για το *Naza* των Yuval Abraham και Rachel Szor _ντοκιμαντέρ 80λ (μιλήσαμε αναλυτικά)
- Το βραβείο Marcello Mastroianni για ανερχόμενη νέα ηθοποιό απονέμεται στη Malou Khebizi για την ερμηνεία της στην ταινία *15/18 (A Place To Heal)* του Cédric Kahn (Γαλλία). Η Khebizi υποδύεται μία από τις εφήβους που εισάγονται στην ψυχιατρική πτέρυγα ενός δημόσιου νοσοκομείου — έναν χώρο που χαρακτηρίζεται από τον πόνο, την ευαλωτότητα και τις ξαφνικές εκρήξεις ζωντάνιας. Η ταινία παρακολουθεί τη δεκαεπτάχρονη Lucia, την οποία η αστυνομία επιστρέφει σε μια δομή που γνωρίζει ήδη· εκεί, σμίγει ξανά με τη φίλη της Eloïse και συναντά άλλους νέους που παλεύουν με προσωπικά τραύματα και αυτοκαταστροφικές τάσεις. Η ερμηνεία της Khebizi εντάσσεται σε μια συλλογική αφήγηση που βασίζεται στο να ακουστούν οι φωνές των νεαρών ασθενών — τους οποίους παρατήρησαν ο σκηνοθέτης Cédric Kahn και η σεναριογράφος Kahina Le Querrec κατά τη διάρκεια μιας περιόδου βιωματικής έρευνας σε ψυχιατρικές δομές για εφήβους. Το αποτέλεσμα είναι ένας χαρακτήρας που ισορροπεί ανάμεσα στη νεανική ανωριμότητα και μια συχνά επώδυνη αυτοσυνειδησία, ικανός να αποδώσει την πολυπλοκότητα νέων ανθρώπων που ζητούν απεγνωσμένα βοήθεια, διατηρώντας παράλληλα μια ισχυρή ζωτική δύναμη. Γύρω τους κινείται μια ιατρική ομάδα που δοκιμάζεται από την πίεση μιας υπερφορτωμένης πτέρυγας, ενώ η ταινία θίγει επίσης ζητήματα όπως ο εκφοβισμός, ο ρατσισμός, η βία, ο εθισμός και οι φόβοι που συνδέονται με τις σύγχρονες κρίσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία Khebizi συμβάλλει στην αποκατάσταση της ανθρωπιάς και της απτής πραγματικότητας μιας πληγωμένης εφηβείας, χωρίς να εξαλείφει την ειρωνεία, τον θυμό ή την προοπτική της ίασης.
- Το Βραβείο Orizzonti Καλύτερης Ταινίας απονέμεται στην ταινία *Un détour par Diane* (*Diane in the Loop*) των Ann Sirot και Raphaël Balboni. Βελγο-γαλλική ταινία 92λ που εξερευνά τη σχέση της Diane με τη μητέρα της, έναν δεσμό που έχει διαμορφωθεί από ένα τραύμα του παρελθόντος: η πρωταγωνίστρια ανακαλύπτει ότι η μητέρα της είχε πέσει θύμα βιασμού τρία χρόνια πριν από τη γέννησή της και αποφασίζει να εκδικηθεί. Αυτή η αποκάλυψη ανατρέπει τις οικογενειακές ισορροπίες που βασίζονταν στη σιωπή, τη στιγμή που η μητέρα προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Η Μπιενάλε περιγράφει την ταινία ως ένα δράμα εσωτερικότητας σχετικά με τη μεταβίβαση του τραύματος και την πάλη της επιλογής ανάμεσα στην ανάγκη για δικαιοσύνη και την επιθυμία προστασίας των αγαπημένων προσώπων.
- Το Βραβείο Orizzonti Καλύτερης Σκηνοθεσίας απονέμεται στην Jacqueline Lentzou για την ταινία *A Day in the Life of Jo: Chapter Phaedra* 88λ με Evita Andriopoulou, Eleni Vergeti και Anastasia Gouliamou _ Orizzonti, το τμήμα του Φεστιβάλ που είναι αφιερωμένο στην κινηματογραφική εξερεύνηση και στις νέες μορφές αφήγησης. Αναφερθήκαμε ήδη.
- Το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του τμήματος Orizzonti απονέμεται στην ταινία *House of the Wind* 102λ του Auguste Bernard Kouemo Yanghu. Η ταινία —μια συμπαραγωγή μεταξύ Καμερούν, Γαλλίας, Βελγίου, Μπενίν και Σαουδικής Αραβίας— στο καστ της περιλαμβάνονται οι Josette Kwanya, Moudjeu Pouadeu και Adrien Jolivet.
- Το Βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού του Orizzonti απονέμεται στον Riccardo Scamarcio __γνωστό για ρόλους τόσο σε εγχώριες όσο και σε διεθνείς παραγωγές, για την ταινία *I Figli della Scimmia* _τα παιδιά της μαϊμούς, του Tommaso Landucci. Στην 110λ ιταλική ταινία, πρωταγωνιστούν επίσης οι Fausto Russo Alesi, Lidiya Liberman, Cristina Odasso και Luigi Diberti. Ο Scamarcio —Ιταλός ηθοποιός— πρωταγωνιστεί σε αυτό το φιλμ που επιλέχθηκε για το διαγωνιστικό τμήμα Orizzonti.
- Το Βραβείο Καλύτερης Ηθοποιού __ Orizzonti απονέμεται στη Laleh Marzban για την ταινία *Falling House* του Mohsen Gharaei. Η ταινία, 130λ (με αρχικό τίτλο *Moragheb*), αποτελεί συμπαραγωγή μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και Γερμανίας. Στο καστ συμμετέχουν επίσης οι Farhad Aslani, Rima Raminfar και Elena Khakbazan.
- Το Βραβείο Καλύτερου Σεναρίου του τμήματος Orizzonti απονέμεται στους Tommaso Landucci και Damiano Femfert για την ταινία *I Figli della Scimmia* __βλ. παραπάνω εξασφαλίζοντας δύο βραβεία στην ίδια κατηγορία: ένα για το σενάριο και ένα για την ανδρική ερμηνεία.
- Το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους απονέμεται στην ταινία *Quelques Instants De Bonheur* (Λίγες Στιγμές Ευτυχίας) της Shaden Safieddine Tazi. Αυτή η γαλλο-βρετανική συμπαραγωγή διάρκειας 18λ διαγωνίστηκε στο τμήμα ταινιών μικρού μήκους Orizzonti. Η Μπιενάλε την κατατάσσει στα ντοκιμαντέρ, τοποθετώντας την ανάμεσα στα έργα μικρού μήκους του τμήματος που είναι αφιερωμένο στην κινηματογραφική έρευνα και τον πειραματισμό.
- Βραβείο Venice Classics Καλύτερης Αποκατεστημένης Ταινίας: απονέμεται στην ταινία *La lunga notte del ’43* (Η Μεγάλη Νύχτα του ’43) του Florestano Vancini. Η ταινία, η οποία κυκλοφόρησε το 1960 και βασίζεται στο διήγημα *Una notte del ’43* του Giorgio Bassani, διαδραματίζεται στη Φεράρα κατά τους τελευταίους μήνες του 1943· απεικονίζει τη βία της φασιστικής περιόδου μέσα από τις ιστορίες του φαρμακοποιού Barilari, της συζύγου του Anna και των κατοίκων της πόλης. Στο καστ συμμετέχουν οι Belinda Lee, Gabriele Ferzetti και Enrico Maria Salerno. Η αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε από το Fondazione Cineteca di Bologna σε συνεργασία με την Compass Film.
- Το Μεγάλο Βραβείο Venice Immersive απονέμεται στο έργο *The Pigeon Ring* των Shixin Tao και Yuqi Zhang. Αυτό το κινεζικό εγχείρημα 35λ συνδυάζει την εικονική πραγματικότητα με την τέχνη της εγκατάστασης (installation art). Το βραβείο απονέμεται στο πλαίσιο της δέκατης διοργάνωσης του Venice Immersive, ενός τμήματος αφιερωμένου στις καθηλωτικές τέχνες (immersive arts) και τα μέσα XR —που περιλαμβάνουν την εικονική πραγματικότητα, τη μεικτή πραγματικότητα, τις εγκαταστάσεις και τους εικονικούς κόσμους.
- Το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής Venice Immersive στο έργο 26λ *Out of the Ashes* των Rory Mitchell και Nonny De La Peña. Αμερικανικό εγχείρημα _έργο εικονικής πραγματικότητας και τεχνολογικής εμπειρίας που συνδυάζει τον φυσικό χώρο με τρισδιάστατο ψηφιακό περιεχόμενο. Η κριτική επιτροπή το βράβευσε στο τμήμα που η Μπιενάλε αφιερώνει στα έργα XR —έναν τομέα όπου η κινηματογραφική αφήγηση συναντά την καθηλωτική εμπειρία του θεατή.
- Το Βραβείο Venice Immersive Achievement απονέμεται στο έργο *Empire at Sea* του Peter Flaherty. Η διάκριση αυτή αφορά έργο που συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα Venice Immersive, το οποίο παρουσιάζει πρότζεκτ εικονικής πραγματικότητας, μικτής πραγματικότητας, και άλλες μορφές καθηλωτικής (immersive) καλλιτεχνικής έκφρασης. Το βραβείο απονέμεται κατά τη διάρκεια της δέκατης διοργάνωσης του εν λόγω τμήματος, το οποίο φιλοξενείται στο νησί Lazzaretto Vecchio, στο Lido της Βενετίας.
- Το Βραβείο «Λιοντάρι του Μέλλοντος – Luigi De Laurentiis» για Πρώτη Ταινία απονέμεται στο *La Maison du Vent* (Το Σπίτι του Ανέμου) του Auguste Bernard Kouemo Yanghu, μια ταινία μεγάλου μήκους από το Καμερούν που αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του δημιουργού. Πρόκειται για μια συμπαραγωγή στην οποία συμμετέχουν το Καμερούν, η Γαλλία, το Βέλγιο, το Μπενίν, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ.
- Η ιστορία ακολουθεί τη Josette, μια ηλικιωμένη μητέρα που ζει στο Γιαουντέ του Καμερούν, η οποία προσπαθεί να πείσει τα έξι παιδιά της —τα οποία έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό— να επιστρέψουν στην πατρίδα, χτίζοντας ένα νέο σπίτι. Εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας του …σκηνοθέτη, η ταινία εξερευνά τη σχέση μεταξύ μετανάστευσης, μοναξιάς και οικογενειακών δεσμών μέσα από μια ιστορία γεμάτη αμεσότητα και ρεαλισμό.






















