Τακτικά ισχύει για την αστική δημοσιογραφία το «δρυός πεσούσης». Όμως είναι δημοσιογραφικά αντιδεοντολογικό να ανακατεύονται σκόπιμα καταστάσεις για να βγει το συμπέρασμα που έχει από τα πριν βγάλει ο συντάκτης.
Αφορμή άρθρο στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (10/11. Σ. ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ) με τίτλο «Δημοσιογραφία και ζωή a la russe». Δεν θα σχολιάσω τα όσα αναφέρει στα ζητήματα δημοσιογραφίας και οργάνωσης της προπαγάνδας στη σημερινή Ρωσία. Θα τονίσω όμως, αν και το γνωρίζει καλά, ότι άλλο ΕΣΣΔ και άλλο η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία. Επομένως είναι λάθος να εμφανίζεται η Ρωσία ως κατά κάποιο τρόπο διάδοχος της ΕΣΣΔ στη οποία μάλιστα τις φορτώνονται ζητήματα που δεν συνέβαιναν. Απλά ο αντισοβιετισμός της δημοσιογράφου φαίνεται να συνδέεται και με τη σημερινή επιλογή στρατοπέδου στο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξάγεται στο έδαφος της Ουκρανίας…
Ξεκινά από μία ταινία που έχει συμβολική σημασία για τη ζωή μου. Ήταν η πρώτη ταινία που είδα με το χαρακτηριστικό τίτλο «Ανω των 13 ετών» (και ας μην είχα την είχα την απαραίτητη ηλικία, αλλά μετά από παρέμβαση του πατέρα μου στο φίλο ιδιοκτήτη του επαρχιακού κινηματογράφου την είδα στον.. εξώστη!) εκείνα τα χρόνια της Χούντας.
Γράφει χαρακτηριστικά: «…Τον Οκτώβριο του 1970, στην παρακμή των επικών ταινιών, κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το Waterloo του Σοβιετικού σκηνοθέτη Σεργκέι Μποντάρτσουκ — μια παραγωγή του Ντίνο Ντε Λαουρέντις. Ένα κάστ μεγάλων ηθοποιών, μεταξύ των οποίων ο Κρίστοφερ Πλάμερ, ο Ροντ Στάιγκερ (στο ρόλο του Ναπολέοντα) και ο Ορσον Ουέλς δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν την επιτυχία της ταινίας στα box office ανά τον κόσμο. Η σοβιετική συμμετοχή, ωστόσο, υπήρξε καθοριστική: εκτός από τον πιστό στις επιταγές του Κρεμλίνου σκηνοθέτη —ο οποίος αργότερα περιθωριοποιήθηκε επί Γκλασνόστ, ενώ ο γιος του είναι σήμερα ένθερμος υποστηρικτής του Πούτιν—, η Μόσχα παρείχε αδιανόητους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό για τη δημιουργία σκηνών που μόνο η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να αναπαραστήσει… Ο Κρίστοφερ Πλάμερ, στα απομνημονεύματά του, και ο κριτικός Ρότζερ Εμπερτ περιγράφουν τα «αόρατα σύρματα» (trip wires) που χρησιμοποιούνταν για να πέφτουν άλογα και ιππείς — με αποτέλεσμα φρικτά, συχνά θανατηφόρα, για ανθρώπους και ζώα, όπως μαρτυρούν και ηθοποιοί στο ιστολόγιο «Adventures in Historyland»….»
Η αλήθεια είναι όμως ότι η συγκεκριμένη ταινία ήταν και δείγμα του τι μπορούσε να φτιάξει η τότε ΕΣΣΔ. Η Mosfilm από την πλευρά της συνεισέφερε περισσότερα από 4 εκατομμύρια λίρες και σχεδόν 17.000 στρατιώτες του Σοβιετικού Στρατού, συμπεριλαμβανομένης μιας πλήρους ταξιαρχίας σοβιετικού ιππικού, και μιας σειράς μηχανικών και εργατών για να προετοιμάσουν το πεδίο της μάχης σε γεωργική γη έξω από το Ούζγκοροντ, στην Ουκρανική ΣΣΔ Όπως αναφέρεται για να αναδημιουργήσουν το πεδίο της μάχης «αυθεντικά», οι Σοβιετικοί διέλυσαν δύο λόφους, έφτιαξαν πέντε μίλια δρόμους, μεταφύτευσαν 5.000 δέντρα, έσπειραν χωράφια με σίκαλι, κριθάρι και αγριολούλουδα και ανακατασκεύασαν τέσσερα ιστορικά κτίρια. Για να δημιουργηθεί η λάσπη, τοποθετήθηκαν περισσότερα από έξι μίλια υπόγειων σωληνώσεων άρδευσης. Οι περισσότερες από τις σκηνές μάχης γυρίστηκαν χρησιμοποιώντας πέντε κάμερες Panavision ταυτόχρονα, από το επίπεδο του εδάφους, από πύργους 100 ποδιών, από ένα ελικόπτερο και από έναν εναέριο σιδηρόδρομο που κατασκευάστηκε ακριβώς απέναντι από την τοποθεσία.Τα πραγματικά γυρίσματα ολοκληρώθηκαν σε 28 εβδομάδες, που περιελάμβαναν 16 ημέρες καθυστέρηση (κυρίως λόγω κακοκαιρίας). Οι σκηνές μάχης της ταινίας περιελάμβαναν περίπου 15.000 σοβιετικούς πεζικάριους και 2.000 ιππείς ως κομπάρσους και 50 κασκαντέρ ακροβατικών που χρησιμοποιήθηκαν για να εκτελέσουν τις επικίνδυνες πτώσεις αλόγων. Γι’αυτό και θεωρείται ακόμη σήμερα ο υψηλότερος αριθμός κομπάρσων σε οποιαδήποτε ταινία. Κέρδισε πολλά βραβεία, συμπεριλαμβανομένων των BAFTA για την Καλύτερη Ενδυμασία και την Καλύτερη Καλλιτεχνική Σκηνοθεσία , και το David di Donatello του 1971 για την Καλύτερη Ταινία.
Φυσικά η αναφορά στην ταινία δεν γίνεται για να την κρίνει αλλά να κατακρίνει την ίδια την ΕΣΣΔ γράφοντας: «…Η θλιβερή αυτή επίδειξη κινηματογραφικού ρεαλισμού απλώς αντανάκλασε μια βαθύτερη αλήθεια: την ιστορική αδιαφορία του σοβιετικού (και μετασοβιετικού) κράτους για την ανθρώπινη ζωή. Δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί μια νοοτροπία που μέτρησε 20 εκατομμύρια νεκρούς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο —θύματα που βαφτίστηκαν «ηρωισμός» ενώ οφείλονταν πρωτίστως στην αμέλεια και αδιαφορία των διοικητών—, εκατομμύρια φυλακισμένους στα γκουλάγκ και, εν προκειμένω, βασανισμένους ανθρώπους και ζώα στο όνομα μιας ταινίας. Και δυστυχώς για όλους μας πλέον, η ίδια περιφρόνηση για την ανθρώπινη ύπαρξη μετά δυσκολίας μπορεί να αμφισβητηθεί και σήμερα…»
Επομένως τα όσα προσάπτει στο τρόπο προπαγάνδας της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας- ως συνέχεια του «Ολοκληρωτισμού της ΕΣΣΔ»- δεν δικαιολογούν τη δική της προπαγανδιστική προσπάθεια σε βάρος του παρελθόντος…








