Με αφορμή το τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη Φεγγάρι αν είσαι λαμπερό (1961)
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Το 1954 ο Μάρκος Βαμβακάρης αρρώστησε και λόγω της ασθένειάς του (παραμορφωτική αρθρίτιδα) δεν μπορούσε να παίξει όπως πριν. Τότε οι εταιρίες του γύρισαν την πλάτη. Ένας ανάπηρος και γέρος μουσικός δεν τους ήταν χρήσιμος πια. Κι όμως ο Μάρκος ήταν μόνο 51 ετών. Έτσι οδηγήθηκε στο περιθώριο και γύρισε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σύρο σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Ο άλλοτε κοσμοαγάπητος καλλιτέχνης είχε βγει στην ανεργία. Ήταν η περίοδος που τα μουσικά κέντρα και γενικότερα το μουσικό κύκλωμα αναζητούσε νέα ονόματα αφού ξεζούμισαν πρώτα τους παλιούς ρεμπέτες – και καθώς το μπουζούκι περνούσε πια στα αστικά σαλόνια ως μια ακίνδυνη, γραφική διασκέδαση. Σε αυτό τον κόσμο ο Βαμβακάρης ήταν ξεπερασμένος. Για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στον αγώνα της επιβίωσης, έπαιζε σε μικρά μαγαζάκια, καφενεία και ουζερί, τραγουδώντας με το μπουζούκι του και βγάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο ένα μικρό χαρτζιλίκι. Μαζί του έπαιρνε και τον γιο του, τον αείμνηστο Στέλιο Βαμβακάρη. Πολλές φορές η αμοιβή τους ήταν σε τρόφιμα.
Έτσι, μέσα στις δυσκολίες και στη σκληρή φτώχεια, ήρθαν τα Χριστουγέννα του 1961. Ο Μάρκος έπρεπε να ψωνίσει για το γιορτινό τραπέζι και την οικογένειά του. Έτσι το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων πήγε και έδωσε το δαχτυλίδι και τη βέρα του σε έναν αργυραμοιβό και με τα χρήματα του πήρε και αγόρασε ό,τι χρειάζονταν. Όμως, όλο το βράδυ δεν έβγαλε κουβέντα. Είχε μεγάλο παράπονο και ο πόνος τού ήταν βαρύς για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Τη μόνη στιγμή που μίλησε στο τραπέζι ήταν όταν ψιθύρισε ότι «Οι εφημερίδες γράψανε ότι οι Ρώσοι αρχίζουν να στέλνουν ανθρώπους στο φεγγάρι». Και όντως, στις 12 Απριλίου του 1961, ο Σοβιετικός κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν έγινε ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε στο διάστημα και μπήκε σε τροχιά γύρω από τη Γη.
Όλη η παραπάνω ιστορία και το λαμπρό φεγγάρι που απ’ ότι διαβάζω είχε εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ των Χριστουγέννων έδωσαν το τραγούδι που ακολουθεί.
Χιλιάδες χρόνια στα ψηλά, συντρόφους έχεις τ’ άστρα,
απόφευγέ τηνε τη γη, γιατί ναι ξελογιάστρα,
ποτέ μη θες φεγγάρι μου, ανθρώπους να γνωρίσεις,
γιατί τα βάσανα της γης και συ θα τ’ αποκτήσεις.
Ανθρώπου μάτι μη σε δει, φεγγάρι μου να ζήσεις,
γιατί αν είσαι λαμπερό, χωρίς να θες θα σβήσεις,
κάτσε στην ησυχία σου, και μες στην μοναξιά σου,
όλη της γης ζηλεύουνε, να δούνε τα καλά σου.
Παρτίδες με τους άνθρωπους, στο λέγω μην ανοίξεις,
γιατί σκληρά θα πληγωθείς και θα μεταννοήσεις,
οι άνθρωποι είναι κακοί, στη γήινη τη σφαίρα
κι από τη γη δεν πρόκειται, να δεις μιαν άσπρη μέρα.
Πίκρες, καημούς και βάσανα, θα έχεις πρώτoi φίλοι,
ποτέ δε θα γελάσουνε, τα δυο γλυκά σου χείλη
κι αν είσαι τόσο πλούσιο, μην έχεις εμπιστοσύνη,
οι άνθρωποι δε γνωρίζουνε, ποτέ τους καλοσύνη.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης έζησε τα τελευταία έντεκα χρόνια της ζωής του μέσα σε δύσκολες συνθήκες, με την υγεία του να έχει ήδη επιβαρυνθεί σημαντικά και την καθημερινότητά του να απέχει πλέον πολύ από την εποχή της μεγάλης δημιουργικής του ακμής. Πέθανε μέσα στη Χούντα, στις 8 Φεβρουαρίου 1972, σε ηλικία 67 ετών, στο διαμέρισμά του στη Νίκαια, από νεφρική ανεπάρκεια ως επιπλοκή του σακχαρώδη διαβήτη. Η κηδεία του έγινε την επόμενη μέρα στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών, σε μια ατμόσφαιρα που δεν αντιστοιχούσε στο μέγεθος της συμβολής του στο ρεμπέτικο. Όπως έχει αναφέρει σε τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του, Δομένικος Βαμβακάρης, η οικογένεια βρέθηκε σε τέτοια οικονομική στενότητα ώστε χρειάστηκε να πάρει δάνειο για να καλύψει τα έξοδα της κηδείας· μια λεπτομέρεια που αποτυπώνει με ωμό τρόπο το πώς έκλεισε ο κύκλος μιας από τις πιο καθοριστικές μορφές του λαϊκού τραγουδιού.
Μετά την Μεταπολίτευση ακολούθησε και η “αναβίωση” του ρεμπέτικου. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…
(Με στοιχεία από τη Μηχανή του Χρόνου και τη Βικιπαίδεια. Η εικόνα δημιουργήθηκε με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, με σύνθεση και επεξεργασία πραγματικών φωτογραφικών πηγών)