1. Το Έγκλημα
Τον είδαν να περπατάει ανάμεσα σε τουφέκια
σε έναν μακρύ δρόμο,
να βγαίνει στην κρύα εξοχή,
ακόμα με αστέρια, την αυγή.
Σκότωσαν τον Federico
καθώς έλαμπε το φως.
Η ομάδα των δημίων
δεν τόλμησε να τον κοιτάξει στο πρόσωπό του.
Όλοι έκλεισαν τα μάτια τους·
προσευχήθηκαν: “Ούτε ο Θεός μπορεί να σε σώσει!”
Ο Federico έπεσε νεκρός
—αίμα στο μέτωπό του και μολύβι στα σωθικά του—.
Ότι το έγκλημα έγινε στη Γρανάδα,
μάθετέ το —καημένη Γρανάδα!—στη Γρανάδα του!…
Ο δικός μας Federico García Lorca
2. Ο Ποιητής και ο Θάνατος
Τον είδαν να περπατάει μόνος μαζί του,
χωρίς φόβο για το δρεπάνι του.
—Τώρα ο ήλιος σε πύργο και πύργους· τα σφυριά
σε αμόνι, αμόνι και αμόνια των σιδηρουργείων—.
Ο Federico μίλησε,
κολακεύοντας τον Θάνατο. Εκείνος άκουγε.
“Επειδή χθες στους στίχους μου, σύντροφέ μου,
ήχησε η ηχώ των ξερών παλαμών σου,
και έδωσες πάγο στο τραγούδι μου, και την κόψη
του ασημένιου δρεπανιού σου στην τραγωδία μου,
θα σου τραγουδήσω για τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που τίναξε ο άνεμος,
τα κόκκινα χείλη όπου σε φίλησαν…
Σήμερα όπως χθες, τσιγγάνε, ο θάνατός σου,
πόσο καλά είναι μαζί σου μόνος,
μέσα από αυτούς τους αέρηδες της Γρανάδας,
ωωωω… Γρανάδα μου!”
3. Τους είδαν να περπατούν…
Σκαλίστε, φίλοι,
από πέτρα και όνειρο, στην Αλάμπρα,
έναν τάφο για τον ποιητή,
πάνω από ένα σιντριβάνι όπου το νερό κλαίει,
και λέει αιώνια:
το έγκλημα ήταν στη Γρανάδα, στη Γρανάδα του!
___Antonio Machado
σσ.
Ο Αντόνιο Ματσάδο (Antonio Cipriano José María Machado Ruiz, 26-Ιουλ-1875 – 22-Φεβρ-1939) ήταν Ισπανός ποιητής, γεννημένος στη Σεβίλλη. Το πρώιμο έργο του εντάσσεται στο κίνημα του μοντερνισμού και αποτελεί μια από τις δεσπόζουσες μορφές του ισπανικού λογοτεχνικού κινήματος γνωστού ως η “Γενιά του ’98” (1898). Τα έντονα δημοκρατικά του αισθήματα τον ώθησαν στο να αφήσει την πατρίδα του κατά την περίοδο της φρανκικής δικτατορίας και τελικά την τελευταία του πνοή λίγο καιρό αργότερα, εξαιτίας της τεταμένης κατάστασης της υγείας του.
Για ισπανομαθείς _το πρωτότυπο
El crimen fue en Granada …Antonio Machado
A Federico García Lorca
I _El Crimen
Se le vio, caminando entre fusiles
por una calle larga,
salir al campo frío,
aún con estrellas, de la madrugada.
Mataron a Federico
cuando la luz asomaba.
El pelotón de verdugos
no osó mirarle a la cara.
Todos cerraron los ojos;
rezaron: ¡ni Dios te salva!
Muerto cayó Federico
—sangre en la frente y plomo en las entrañas—.
… Que fue en Granada el crimen
sabed —¡pobre Granada!—, ¡en su Granada!…
II _El poeta y la muerte
Se le vio caminar solo con Ella,
sin miedo a su guadaña.
—Ya el sol en torre y torre; los martillos
en yunque, yunque y yunque de las fraguas—.
Hablaba Federico,
requebrando a la Muerte. Ella escuchaba.
“Porque ayer en mi verso, compañera,
sonaba el eco de tus secas palmas,
y diste el hielo a mi cantar, y el filo
a mi tragedia de tu hoz de plata,
te cantaré la carne que no tienes,
los ojos que te faltan,
tus cabellos que el viento sacudía,
los rojos labios donde te besaban…
Hoy como ayer, gitana, muerte mía,
qué bien contigo a solas,
por estos aires de Granada, ¡mi Granada!”
III _Se les vio caminar…
Labrad, amigos,
de piedra y sueño, en el Alhambra,
un túmulo al poeta,
sobre una fuente donde llore el agua,
y eternamente diga:
el crimen fue en Granada, ¡en su Granada!
Antonio Machado








