Σταθερή ήταν η ενασχόληση της ΕΥΠ (προφανώς και σε στενή συνεργασία με άλλες αντίστοιχες υπηρεσίες π.χ CIA) με την κατάσταση στις τότε σοσιαλιστικές χώρες. Με αναλύσεις ακόμη και προβλέψεις για τα ζητήματα της οικονομικής κατάστασης, αλλά και ζητήματα πολιτικής εσωτερικής και εξωτερικής, αλλά και της κατάστασης στο εσωτερικό των Κ.Κ.
Η ΕΥΠ μέσω των μηνιαίων «Δελτίων Πληροφοριών επί πολιτικοοικονομικής κατάστασης Σοβιετικής Ένωσης, Βαλκανίων και Μ. Ανατολής» (σε 7 αντίτυπα όπως γράφεται στα αποχαρακτηρισμένα αρχεία που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα) παρακολουθούσε τις εξελίξεις και πέρα από τις γνωστές «πρακτορικού τύπου αντικομμουνιστικές αναλύσεις» είχε καίριες επισημάνσεις γι’αυτές.
Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε ένα μέρος των εκθέσεων αυτών που αφορούν το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και τους μήνες Φλεβάρης και Μάρτης του 1956 και αφορούν τις επιπτώσεις στην ίδια την ΕΣΣΔ και όχι γενικότερα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο (υπάρχουν και γι’αυτό εκτιμήσεις)
Το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ ήταν σημείο-καμπής στην πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση και αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο ταξικός αντίπαλος και οι υπηρεσίες του, οι οποίες όχι μόνο παρακολουθούσαν άγρυπνα τις εξελίξεις αλλά προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να παρέμβουν σ’αυτές. Δυστυχώς και για μια σειρά αιτίες σε αυτό υιοθετήθηκαν μια σειρά οπορτουνιστικές θέσεις για τα ζητήματα της οικονομίας, της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος και των διεθνών σχέσεων. Άλλαξε ο συσχετισμός στη διαπάλη που διεξαγόταν όλη την προηγούμενη περίοδο, με στροφή υπέρ των αναθεωρητικών-οπορτουνιστικών θέσεων στο 20ό Συνέδριο, με αποτέλεσμα το Kόμμα σταδιακά να χάνει τα επαναστατικά του χαρακτηριστικά. Η στροφή του 20ού Συνεδρίου άσκησε καθοριστική επίδραση και στην παραπέρα πορεία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Οι οπορτουνιστικές πολιτικές στο πεδίο της οικονομίας γρήγορα εφαρμόστηκαν ως κεντρική γραμμή και σε όλες τις Λαϊκές Δημοκρατίες, με το παραμέρισμα εκείνων των κομματικών ηγετικών στελεχών που διατύπωσαν αντιρρήσεις για την αλλαγή πορείας.
Στο Δελτίο του Φλεβάρη 1956 ως «εξαγόμενα συμπεράσματα αναφέρει (οι υπογραμμίσεις δικές μας): « Αν και κρίνεται πρόωρος η διατύπωσις σχολίων, αναφορικώς με τον αντίκτυπον, τον οποίον θα έχουσι εσωτερικώς και εξωτερικώς οι αποφάσεις του συνεδρίου, εν τούτοις, καθ’ όλας τα ενδείξεις κρίνεται πιθανόν ότι σημειούται μία σταθερά πορεία απομακρύνσεως από τας ακρότητας της σταλινικής θεωρίας.
Εσωτερικώς μεν, θα επιδιωχθή η ενίσχυσις του αισθήματος ασφαλείας και υφέσεως, όπερ είχεν αναπυχθή από του θανάτου του Στάλιν, εξωτερικώς δε, θα καταβληθούν σοβαραί προσπάθειαι εις την διατήρησιν και ενίσχυσιν των μέχρι τούδε επιτευχθέντων πλεονεκτημάτων.
Πάντως, εξ όλων των λεχθέντων κατά την διάρκειαν του συνεδρίου διαφαίνεται ότι υπάρχουν σοβαραί διαφωνίαι μεταξύ των ιθυνουσών ομάδων της ανωτάτης ηγεσίας, ως προς την χάραξιν της ακολουθητεάς γραμμής, η δε Κεντρική Επιτροπή δεν είναι εισέτι έτοιμη να δημοσιεύση πρόγραμμα, όπερ θα καθορίζη τους νέους βασικούς σκοπούς του κόμματος. Η αντίθεσις αύτη φαίνεται ότι είναι μεγαλυτέρα μεταξύ ΚΡΟΥΤΣΕΦ και ΜΙΚΟΓΙΑΝ, του μεν πρώτου υποστηρίζοντος ένα συγκερασμόν Λενινο-σταλινικής θεωρίας, του δε δευτέρου μίαν ριζικήν ανατροπήν των σταλινικών ακροτήτων.
Συμπέρασμα
Η αποφασισθείσα αναθεώρησις υπό της Κ.Ε του ΚΚΣΕ της μέχρι τούδε ακολουθηθείσης τακτικής εις το εσωτερικόν και εξωτερικόν τομέα φαίνεται ότι επεβλήθη, εκ της υπαρχούσης οξείας κρίσεως εις όλους γενικώς τους τομείς (πολιτικόν, ιδεολογικόν και πρακτικόν), προερχομένης εκ της δυσαρέσκεια των μαζών, λόγω του χαμηλού βιοτικού επιπέδου, η δε πίεσις εκ των κάτω ηνάγκασε τους ιθύνοντας να λάβουν εις μελέτην και αναθεώρησιν των διαφόρων προβλημάτων, προκειμένου να επιτύχουν τον εκ νέου προσηλητισμόν των δυσαρεστημένων μαζών»
Στην σχετική έκθεση του επόμενου μήνα (Μάρτιος 1956) αναφέρονται τα εξής, μαζί και με τις κατευθύνσεις που πρέπει να ακολουθηθούν από τη «Δύση»:
«… Γενικαί διαπιστώσεις εκ του ΧΧ Συνεδρίου
Η νέα Σοβιετική Ηγεσία, αντιμετωπίζουσα συσσώρευσιν εσωτερικών προβλημάτων, αναγομένων τόσον επί του πρακτικού τομέως (Ηγεσία-οικονομικά), όσον και επί του ιδεολογικού τοιούτου, καθ’ όσον οι βασικαί θεωρίαι του Κομμουνισμού υπελείφθησαν έναντι των νέων τεχνικών και επιστημονικών εξελίξεων και δεν ηδυνήθηκαν να παρακολουθήσουν την πρόοδον αυτών, φαίνεται ηναγκάσθη να εγκαταλείψη το προπαγανδιστικόν περίβλημα πέριξ του κομουνισμού και ν’ αντιμετωπίση πλέον ρεαλιστικώς την πραγματικότητα.
Υποχρεώθη συνεπώς εις αναθεώρησιν της μέχρι τούδε ακαλουθηθείσης τακτικής εις τους δύο ως άνω τομείς. Η αναθεώρησι αύτη είναι βαθεία, μέχρι του σημείου ώστε να καταδικασθή σχεδόν καθ’ όλην την γραμμήν, η περίοδος του σταλινισμού.
Η σταθεροποίησις εις την νέαν ταύτην τακτικήν φαίνεται ότι, εν πολλοίς θα εξαρτηθή και από την στάσιν την οποίαν πρόκειται να τηρήση προς αντιμετώπισιν της ο Δυτικός κόσμος.
Όπως είναι ενδεχόμενον:
Α. Εάν η Δύσις εξακολουθήση να αντιμετωπίζη τον Κομμουνισμόν ηνωμένη και με σθένος, ως μέχρι τούδε, η Σοβιετική ηγεσία μετά την επίλυσιν των σοβαρότερων εκ των εσωτερικών προβλημάτων της να υποχρεωθή, θάττον ή βράδιον όπως επανέλθη εις την προτέραν μορφήν καθεστώτος (μονοκρατορίαν) προς αποσόβησιν κινδύνων γενικωτέρας καταρρεύσεως του Κομουνισμού.
Β. Εάν τα κράτη της Δύσεως υπό το πρίσμα των ιδίων των εθνικών συμφερόντων παρουσιασθούν διχασμένα, τότε η νέα Σοβιετική τακτική θα σταθεροποιηθή, αποβλέπουσα εις την περαιταίρω εκμετάλλευσιν της διαστάσεως ταύτης του Δυτικού κόσμου…».








