Γράφει ο \\ Αλέκος Χ”Κώστας | δημοσιογράφος-συγγραφέας
Σε άρθρο του με τίτλο «Υπάρχει Αριστερά χωρίς κοινωνικό διχασμό;» ο γνωστός αρθρογράφος-συγγραφέας Τ. Θεοδωρόπουλος στην προσπάθεια του να υπηρετήσει το κυβερνητικό αφήγημα, να στηρίξει την αντίληψη ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση κ.α θίγει ορισμένα γενικότερα ιδεολογικά ζητήματα. Γράφει χαρακτηριστικά- αφοριστικά: «…Η κυριαρχία ενός κεντροδεξιού πολιτικού, όπως ο Μητσοτάκης, οφείλεται στην υπέρβαση του διχασμού. Η Αριστερά εξακολουθεί να τον ψάχνει. Αποπαίδια του Μαρξ είναι εξάλλου και πιστεύουν ότι την Ιστορία την κινεί η πάλη των τάξεων. Εψαξαν το νέο προλεταριάτο στις μεταναστευτικές ροές, τώρα αναζητούν τον διχασμό στην Παλαιστίνη, και κατ’ επέκταση στη σύγκρουση των Δυτικών δημοκρατιών με τους Ανατολικούς ολοκληρωτισμούς. Το πρόβλημα της Αριστεράς είναι ότι τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν κινητοποιεί, παρά μόνον μικρά τμήματα της ελληνικής αλλά και της δυτικής κοινωνίας. Και το ερώτημα είναι: μπορεί η Αριστερά να υπάρξει αν εγκαταλείψει την προοπτική του κοινωνικού διχασμού; Γι’ αυτήν ο κοινωνικός διχασμός είναι υπαρξιακό μέγεθος…»
Προσπαθεί αφενός να παρουσιάσει τον Μαρξισμό ως κάτι ξεπερασμένο και αφετέρου τον λεγόμενο «κοινωνικό διχασμό» ως μία τελικά κατασκευή-της γι’ αυτόν “αριστεράς” _ που έχει υπαρξιακό χαρακτήρα και όχι αντικειμενικό.
Ας δούμε λοιπόν:
Οι ταξικές κοινωνίες πάντα είναι διαιρεμένες αντικειμενικά σε τάξεις, εκ των οποίων μία, η κυρίαρχη και που είναι αυτή που έχει επιβάλει τις δικές της σχέσεις παραγωγής και βρίσκεται στην εξουσία, πραγματοποιεί τα δικά της συμφέροντα, εκμεταλλευόμενη βασικά την άλλη, την κυριαρχούμενη τάξη, αλλά και άλλα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα. Πίσω, λοιπόν, από την εκδήλωση των αντιθέσεων που καθημερινά οξύνονται και είναι ασυμφιλίωτες, υπάρχουν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα (και όχι απλά πολιτικές διαφορές που και αυτές όμως εκεί έχουν τη βάση τους). Αντικειμενικά, λοιπόν, οι ταξικές αντιθέσεις είναι η βάση εκδήλωσης της ταξικής πάλης, ανάμεσα στους εκμεταλλευτές και τους εκμεταλλευόμενους, που εκφράζει το ασυμβίβαστο των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών τάξεων.
Η ιστορία όλων των κοινωνιών, αρχίζοντας από τη δουλοκτητική κοινωνία, είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Διάφορες αντιεπιστημονικές αστικές και μικροαστικές θεωρίες, προβάλλουν ότι η ταξική πάλη οδηγεί σε ανώφελες και επιζήμιες συγκρούσεις, ότι η επαναστατική πάλη του προλεταριάτου είναι αδιέξοδη ακριβώς γιατί τη φοβούνται…
Να τι έγραφαν οι Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, γεγονός που έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά!
«Η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονται σε μια ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους. Κάνουν αδιάκοπο αγώνα, πότε ανοιχτό, πότε σκεπασμένο, έναν αγώνα που τελειώνει κάθε φορά με τον μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή με την από κοινού καταστροφή των τάξεων».
Οι τάξεις, αλλά και η ταξική πάλη ως νομοτέλεια, υπάρχουν αντικειμενικά και όχι ως ιδέα. Οσο θα υπάρχει ο καπιταλισμός, θα υπάρχουν αστοί και προλετάριοι, που διεξάγουν μια σκληρή ανειρήνευτη πάλη μεταξύ τους, θα εξακολουθούν να είναι ταυτόχρονα οικονομικά δεμένοι, σαν αναπόσπαστα μέρη της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και αυτή η πραγματικότητα θα υπάρχει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τη θέληση των κάθε είδους αρθρογράφων όπως ο παραπάνω.
«Όσο για μένα – γράφει ο Μαρξ – δε μου ανήκει η τιμή, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, ούτε ότι εγώ ανακάλυψα την πάλη ανάμεσά τους. Πολύ πριν από μένα, αστοί ιστορικοί είχαν περιγράψει την ιστορική εξέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων και αστοί οικονομολόγοι την οικονομική ανατομία των τάξεων. Ο,τι καινούριο έκανα εγώ, ήταν για να αποδείξω:
1. Ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες φάσεις ανάπτυξης της παραγωγής.
2. Ότι η ταξική πάλη οδηγεί αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου.
3. Ότι η ίδια αυτή η δικτατορία αποτελεί μονάχα το πέρασμα στην κατάργηση όλων των τάξεων και σε μια αταξική κοινωνία». (Πηγή: Κ. Μαρξ – Φ. Ενγκελς, «Διαλεκτά Εργα», τ. 1, σελ. 530).







