
🎥 Νέες ταινίες και θρυλικές επανεκδόσεις αποτελούν τις επιλογές μας ήδη από Πέμπτη 18-Σεπ.
Διαβάστε, δείτε trailers, προετοιμαστείτε!

7 νέες ταινίες + 2 κλασικές επανεκδόσεις

Ανάμεσά τους θα βρείτε το πολυαναμενόμενο νέο φιλμ του Κογκονάντα με τη Μάργκο Ρόμπι και τον Κόλιν Φάρελ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, θρίλερ δράσης, ρομ-κομ, κινούμενα σχέδια για τους μικρότερους θεατές, ασπρόμαυρα νουάρ αριστουργήματα, αλλά και τολμηρό γαλλικό σινεμά που άφησε το στίγμα του.
Ένα Μεγάλο Ομορφο Τολμηρό Ταξίδι
A Big Bold Beautiful Journey
Ομορφη σίγουρα, αλλά και γλυκανάλατη και σοβαροφανής (προς Κοέλιο μεριά), η νέα ταινία του Κογκονάντα («Columbus», «Μετά τον Γιάνγκ») με τη Μάργκο Ρόμπι και τον Κόλιν Φάρελ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους

Μια “μεγάλη, όμορφη, τολμηρή” ταινία θέλει να κάνει, στην τρίτη του σκηνοθετική δουλειά, ο Κογκονάντα κι είναι κρίμα γιατί, όπως απέδειξε ήδη από το “Columbus” του 2017, είχε, εκεί, κατακτήσει το μεγαλείο της απλότητας.
Ο Ντέιβιντ και η Σάρα γνωρίζονται σ’ ένα γάμο – έχουν πάει εκεί, και οι δύο, με αυτοκίνητα που νοίκιασαν από μια αμφιβόλου… λογικής εταιρεία. Λίγο φλερτάρουν, λίγο ακκίζονται, την άλλη μέρα φεύγουν και συναντιούνται, τυχαία, σ’ ένα ντάινερ. Το ιδιόμορφο gps των αυτοκινήτων τους έχει προκαλέσει και τους δυο: θέλεις να φτάσεις στον προορισμό σου γρήγορα, ή θέλεις να κάνεις ένα… μεγάλο, όμορφο, τολμηρό ταξίδι; Η απάντηση καταφατική, εξ ου και η ταινία. Το ταξίδι αυτό θα οδηγήσει τον Ντέιβιντ και τη Σάρα σε μια σειρά από πόρτες. Μέσα από την καθεμιά, μια ανάμνηση, ένα πρόσωπο, μια στιγμή από την παρελθούσα ζωή τους που διαμορφώνει το παρόν τους. Θα τις (ξανα)βιώσουν μαζί, ή και χωριστά, αλλά η κάθε μια θα τους φέρει πιο κοντά στον αληθινό τους εαυτό.
Φυσικά αυτά τα «σκετς» δεν είναι συμβατικής αφήγησης, αντίθετα δανείζονται από τον μαγικό ρεαλισμό, από το μεταφυσικό, από ρομαντικά και πλουμισμένα με χρώμα μουσικοχορευτικά που φαίνεται πως θαυμάζουν τον Ζακ Ντεμί (όπως, θρασύτατα, και η αφίσα της ταινίας), από υπερβάσεις και συμβολισμούς, το ένα μετά το άλλο, σε μια αλυσίδα που ξεκινά με χιούμορ και πρωτοτυπία αλλά εξελίσσεται σε πλέξιμο καλή-ανάποδη, καλή-ανάποδη. Ολα τα (πανέμορφα, ομολογουμένως), κινηματογραφικά τεχνάσματα έχουν επιστρατευτεί και προστίθενται σ’ ένα μαξιμαλιστικό κολάζ με γλυκανάλατα τσιτάτα.
Για να ειπωθεί κάτι πολύ απλό και πολύ όμορφο. Κάτι για το φευγαλέο του έρωτα ή και της ίδιας της ζωής, κάτι για την τόλμη που χρειάζεται για να ολοκληρώσεις μια στιγμή όπως της πρέπει, κάτι για τη σπουδαιότητα του ασήμαντου, όπως υποδειγματικά την έδειξε στο σινεμά ο Οζου, ή ο Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ, δυο από τους αγαπημένους σκηνοθέτες του Κογκονάντα.
Μόνο που οι επαναλαμβανόμενες ασκήσεις εντυπωσιασμού (όχι μακριά από το ύφος του πρόσφατου «Η Ζωή του Τσακ»), αφαιρούν από την ουσία, αντί να προσθέτουν, ακριβώς όπως συνέβη και με την προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, το «Μετά τον Γιανγκ». Κι έτσι, παρά την παρουσία δυο υπέροχων ηθοποιών, του Κόλιν Φάρελ σε μεγάλη φόρμα σέξι αδεξιότητας και τη Μάργκο Ρόμπι λαμπερή σαν ηλιαχτίδα και δυο φιλότιμες ερμηνείες σε υπερφορτωμένους ρόλους, η ταινία είναι στα καλύτερά της όταν ξεκινά κι όχι όταν τελειώνει.
Kάντε πρόγραμμα!


Μαύρη Φάλαινα _Una Ballena
Πάμπλο Χερνάντο
Οταν η Ινγκριντ πατάει τη σκανδάλη, τα θύματά της δεν ξέρουν ποιος τα πυροβόλησε. Η ικανότητά της να διεισδύει και να εξαφανίζεται χωρίς ίχνος την καθιστά μια αδίστακτη δολοφόνο. Αλλά αυτή η δύναμη προέρχεται από έναν άλλο κόσμο, ένα μέρος που κατοικείται από τερατώδη πλάσματα, στον οποίο μπαίνει και βγαίνει, γινόμενη όλο και λιγότερο ανθρώπινη. Σ’ αυτό το ισπανικό θρίλερ, το νεο-νουάρ συναντά το φανταστικό _το υπαρξιακό sci-fi, το φιλμ του Πάμπλο Χερνάντο υποβάλλει, υπνωτίζει, κερδίζει και χάνει από τα ίδια του τα σπάνια συστατικά.


Ενας από τους δύο «κακούς» στην ταινία του Πάμπλο Χερνάντο ονομάζεται Μελβίλ. Σίγουρα καθόλου τυχαία καθώς η «Μαύρη Φάλαινα» μοιάζει βγαλμένη μέσα από το μελαγχολικό, σιωπηλό, αυστηρό σύμπαν του Ζαν-Πιερ Μελβίλ και ταυτόχρονα αναφέρεται ευθαρσώς και όχι μόνο θεματικά αλλά και αφηγηματικά στο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ, παίρνοντας από τον όγκο των σελίδων του όλη την κρυπτική, στα όρια του φανταστικού αναμέτρηση με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Σε μια τολμηρή, όχι πάντα πετυχημένη, σε όλη τη διάρκεια της όμως υποβλητική και υπνωτιστική, μείξη, η «Μαύρη Φάλαινα» μπορεί λοιπόν να περιγραφεί ως ένα νουάρ φαντασίας, φτιαγμένο προς τιμήν του με κανόνες, ακόμη και όταν η διάθεση του είναι να τους σπάει. Η επιλογή του, να μείνει στο μυστήριο δίνοντας μόνο λίγες απαντήσεις, λειτουργεί σχεδόν λυτρωτικά, αφού οποιαδήποτε άλλη επιλογή ίσως να το πρόδιδε ανεπανόρθωτα.
Σαν την ηρωίδα του την Ινγκριντ, η ταινία του Χερνάντο, είναι αθόρυβη, σχεδόν βωβή, μοιάζει λιγότερο με κάτι ανθρώπινο και περισσότερο με κάτι απόκοσμο. Μπαινοβγαίνει στο σκοτάδι και το φως με μια σχεδόν μεταφυσική ικανότητα, κρύβει μέσα στο σχεδόν παγωμένο πρόσωπο της ένα παιδικό τραύμα και είναι πληρωμένη δολοφόνος. Περιζήτητη ειδικά γιατί δεν αφήνει κανένα ίχνος, ούτε καν στην ίδια τη δική της περιπλάνηση μέσα στους τόπους του εγκλήματος. Τη συναντάμε καθώς ένα λιμάνι γίνεται το μήλο της έριδος ανάμεσα σε δύο παλιούς (πολύ) γνωστούς. Ο ένας θα την πληρώσει για να σκοτώσει τον άλλον και έτσι θα βρεθεί ανάμεσα σε δύο δυνάμεις που θα σπρώξουν τη φαινομενική της ισορροπία στα όρια.
Βοηθάει να μην γνωρίζεις τίποτα περισσότερο για τη «Μαύρη Φάλαινα», όπως επίσης να σταματήσεις να αναρωτιέσαι κατά τη διάρκεια της θέασης της και να αφεθείς σε έναν υπνωτιστικό ρυθμό που σε συνδυασμό με αισθητικές επιλογές θυμίζουν κατά πολύ το «Κάτω από το Δέρμα» του Τζόναθαν Γκλέιζερ. Οποιαδήποτε ερώτηση ή απάντηση θα διακόψει μια πορεία που, αυστηρά μελετημένη, δίνει στην ταινία του Χερνάντο μια αίσθηση μεταφυσικού σασπένς και βαθιάς μελαγχολίας που ενδίδει και στην επανάληψη και στην υπερβολική κρυπτικότητα, διακινδυνεύοντας συχνά να αφήσει το θεατή μετέωρο απέναντι σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στο φαινόμενο και το φαινομενικό. Η εναλλαγή ανάμεσα στα διαφορετικά είδη, τις διαφορετικές διαθέσεις αλλά και το ενδιαφέρον, άλλοτε για το τι ακριβώς σηματοδοτεί το σκοτεινό σύμπαν μέσα στο οποίο ζει η ηρωίδα και άλλοτε για τη σχέση και τις διεργασίες των ανδρών που την περιτριγυρίζουν, κρατάει ψηλά τον πήχη της τόλμης, αλλά αποδεικνύεται συχνά ισχνότερο της ατμόσφαιρας μέσα στην οποία κινείται. Το αποτέλεσμα μοιάζει να ικανοποιεί όσους θα ακολουθήσουν τον αργό ρυθμό και το μυστήριο που πυκνώνει μέχρι το φινάλε και να αποξενώνει όσους θα διακρίνουν μια αίσθηση επιτήδευσης που καλύπτει όλες τις αρετές ενός ιδιοσυγκρασιακού και γοητευτικού σε κάθε περίπτωση φιλμ.

Relay __
Ο Μεσολαβητής του Ντέιβιντ Μακένζι
Ο βραβευμένος με Οσκαρ Ριζ Αχμεν πρωταγωνιστεί δίπλα στη Λίλι Τζέιμς και στον Σαμ Γουόρθινγκτον, ενσαρκώνοντας έναν μεσολαβητή που ειδικεύεται στη διαπραγμάτευση επικερδών συμφωνιών μεταξύ διεφθαρμένων εταιρειών και ατόμων που απειλούν να τις καταστρέψουν, με φόντο τη Νέα Υόρκη. Θρίλερ με τον Ριζ Αχμεντ και τη Λίλι Τζέιμς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους το οποίο ναι μεν έχει στιλ και διαθέτει μια αίσθηση επικαιρότητας και μερικές δυνατές στιγμές, αλλά δεν καταφέρνει να σταθεί στο ύψος της φιλοδοξίας του.


Ο Ντέιβιντ Μακένζι, που μας είχε κερδίσει με το «Πάση Θυσία», επιστρέφει με τον «Μεσολαβητή», ένα θρίλερ εταιρικής παρανομίας στη Νέα Υόρκη. Στο κέντρο, ο Ας (Ριζ Αχμεντ) – ένας μεσάζων που κινείται στις σκιές, κάπου ανάμεσα στη νομιμότητα και το χάος. Δουλεύει με ένα περίεργο relay σύστημα, κρατώντας αποστάσεις από τους πελάτες, μέχρι που μπλέκεται με τη Σάρα (Λίλι Τζέιμς), υπάλληλο βιοτεχνολογικής που κρατά στα χέρια της στοιχεία-βόμβα για μια πολυεθνική. Η ταινία ξεκινά υποδόρια, με ρυθμό που σιγά-σιγά σε βάζει μέσα σε έναν κόσμο μυστικότητας και παρακολούθησης. Βλέπουμε σκιές σε σταθμούς τρένων, φακέλους να αλλάζουν χέρια σε σκοτεινά στενά, και μια αίσθηση διαρκούς απειλής να αιωρείται. Μέχρι εκεί, όλα καλά – ο Μακένζι ξέρει να φτιάχνει ατμόσφαιρα. Ομως στο τελευταίο τρίτο, αλλάζει εντελώς ταχύτητα. Από την καχυποψία και τις σιωπές, περνάμε σε κυνηγητά και πυροβολισμούς που μοιάζουν βιαστικά «κολλημένα» και κάπως ρίχνουν τη συνολική ένταση.
Σκηνοθετικά, το φιλμ ξεκινά σαν ψυχρό κατασκοπικό θρίλερ με αναφορές στα πολιτικά φιλμ των 70s. Η φωτογραφία, καθαρή, σχεδόν κλινική, ταιριάζει απόλυτα στο κλίμα. Αλλά όταν έρχεται η στροφή σε πιο mainstream δράση, το αποτέλεσμα χάνει ισορροπία. Εκεί που θα μπορούσε να μείνει σκοτεινό, εσωτερικό και ατμοσφαιρικό, καταλήγει μια πιο τυπική περιπέτεια. Στις ερμηνείες, ο Ριζ Αχμεντ κρατά την ταινία στις πλάτες του. Με ελάχιστα λόγια, μόνο με βλέμμα και παρουσία, χτίζει έναν ήρωα μυστήριο αλλά με βάρος. Η Λίλι Τζέιμς ξεκινά δυνατά ως whistleblower που παλεύει ανάμεσα στον φόβο και την αποφασιστικότητα, αλλά όταν το σενάριο την «σπρώχνει» σε ρομαντικό ρόλο, ο χαρακτήρας της χάνει πειστικότητα. Ο Σαμ Γουόρθινγκτον δίνει αυτό που περιμένεις: απειλητικός, αλλά όχι κάτι παραπάνω.
Συνολικά, ο «Μεσολαβητής» είναι φιλμ με στιλ και δυνατές στιγμές, ειδικά στην ατμόσφαιρα. Αλλά η απόφαση να κλείσει με πιο εύκολες λύσεις το κάνει να μοιάζει άνισο. Είναι μια ταινία που θα μπορούσε να μείνει χαραγμένη για την ψυχρή έντασή της, αντί γι’ αυτό, καταλήγει απλώς «καλή» αλλά όχι τόσο τολμηρή όσο υπόσχεται.

Μολυβένιος Στρατιώτης __
Tin Soldier Μπραντ Φέρμαν
Ένας πρώην κομάντο των ειδικών δυνάμεων αναζητά εκδίκηση από έναν αρχηγό αίρεσης, ο οποίος έχει διαφθείρει τους πρώην συμπολεμιστές του, τους Σίντζας. Ο ηγέτης αυτός, γνωστός ως ο Μποκούσι, ενώ υπόσχεται στους βετεράνους προστασία, αποβαίνει καταστροφική επιρροή για εκείνους. Τότε, ένας πρώην στρατιώτης θα συμμαχήσει μαζί του, προκειμένου διεισδύσουν στο φρούριο του Μποκούσι και να ξεσκεπάσουν την τυραννική του κυριαρχία. Το νέο θρίλερ δράσης με τους Τζέιμι Φοξ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Σκοτ Ιστγουντ είναι μια αδέξια άσκηση ύφους που δεν καταφέρνει ποτέ να σταθεί στα πόδια της.


Ο «Μολυβένιος Στρατιώτης» του Μπραντ Φέρμαν είναι μια από εκείνες τις ταινίες που γεννούν την αίσθηση πως το χαρτί έκαιγε στα χέρια των συντελεστών. Η ιδέα, φαινομενικά, έχει δυναμική: ένας βετεράνος στρατιώτης, μια μυστηριώδης αίρεση, μια μάχη ανάμεσα σε πίστη και προδοσία. Ομως, αντί για στιβαρό θρίλερ δράσης με κοινωνικό και ψυχολογικό βάθος, αυτό που φτάνει τελικά στην οθόνη είναι μια ακατάστατη κατασκευή που μοιάζει περισσότερο με συρραφή από τρέιλερ, παρά με ολοκληρωμένη ταινία. Ένας πρώην κομάντο των ειδικών δυνάμεων αναζητά εκδίκηση από έναν αρχηγό αίρεσης, ο οποίος έχει διαφθείρει τους πρώην συμπολεμιστές του, τους Σίντζας. Ο ηγέτης αυτός, γνωστός ως ο Μποκούσι, ενώ υπόσχεται στους βετεράνους προστασία, αποβαίνει καταστροφική επιρροή για εκείνους. Τότε, ένας πρώην στρατιώτης θα συμμαχήσει μαζί του, προκειμένου διεισδύσουν στο φρούριο του Μποκούσι και να ξεσκεπάσουν την τυραννική του κυριαρχία.
Η δράση, που θα έπρεπε να αποτελεί το καύσιμο της αφήγησης, πάσχει από όλα τα βασικά: μουντά πλάνα, εκρήξεις χωρίς αίσθηση κινδύνου και CGI που θυμίζει τηλεοπτική παραγωγή δεύτερης διαλογής. Η ένταση χάνεται, η βία δεν έχει αντίκτυπο και η αδρεναλίνη παραμένει εγκλωβισμένη σε μια επιτηδευμένη φασαρία. Η σκηνοθεσία του Φέρμαν μοιάζει χαμένη μέσα σε υπερβολικά κοψίματα, αδέξιες εναλλαγές χρονικών επιπέδων και άναρχες αφηγηματικές παρεμβολές. Δεν υπάρχει ούτε ρυθμός ούτε συνοχή ενώ, αντίθετα, δημιουργείται η αίσθηση πως κάθε σκηνή παλεύει μόνη της να δικαιολογήσει την ύπαρξή της, χωρίς να υπηρετεί ένα ευρύτερο όραμα.
Το σενάριο, από την άλλη, είναι φορτωμένο με κλισέ: ο τραυματισμένος ήρωας που ψάχνει λύτρωση, ο χαρισματικός αρχηγός που υπόσχεται σωτηρία, η αιώνια μάχη του «καλού» στρατού με τις «σκοτεινές» δυνάμεις. Κανένας από αυτούς τους άξονες δεν αποκτά βάθος ή πολυπλοκότητα, καθώς οι διάλογοι ηχούν ξύλινοι και οι μεγαλοστομίες που παρεμβάλλονται λειτουργούν περισσότερο ως κενά συνθήματα παρά ως φορείς νοήματος. Ακόμα και το δυνατό χαρτί του καστ καταλήγει χαμένο. Ο Σκοτ Ιστγουντ κουβαλάει το βάρος του πρωταγωνιστή αλλά μένει δέσμιος ενός ρόλου που τον ωθεί σε υπερβολές και μονοτονία. Ο Τζέιμι Φοξ προσπαθεί να δώσει αίγλη στον «γκουρού» του, όμως η υπερβολική του ερμηνεία καταλήγει σε καρικατούρα. Ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Τζον Λεγκουιζάμο εμφανίζονται τόσο φευγαλέα που σχεδόν δεν προλαβαίνεις να τους συνειδητοποιήσεις, ενώ η Νόρα Αρνεζέντερ χάνεται σε μια υποπλοκή χωρίς αντίκρισμα.
Στο τέλος, ο «Μολυβένιος Στρατιώτης» αφήνει μια πικρή γεύση χαμένης ευκαιρίας. Είχε όλα τα συστατικά για να προσφέρει μια σκοτεινή, πολεμική παραβολή για το τραύμα και τη χειραγώγηση, όμως τα έχασε μέσα στην προχειρότητα και την ακατάστατη εκτέλεση. Είναι από εκείνες τις ταινίες που σε κάνουν να σκεφτείς ότι το ταλέντο των συντελεστών και το κύρος του καστ άξιζαν κάτι πολύ περισσότερο.

Escape του Ροντρίγκο Κορτές
Ο Ν. δεν νιώθει ικανός να πάρει ούτε μια απόφαση στη ζωή του. Iσως πρέπει να σταματήσει να έχει επιλογές. Ο ψυχολόγος που επισκέπτεται δεν ξέρει πώς να τον αντιμετωπίσει ούτε η αδελφή του, που προσπαθεί να τον στηρίξει χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ν. αποφασίζει ότι η λύση σε όλα τα προβλήματά του είναι να ζήσει στη φυλακή και θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να το πετύχει. Θα μπορέσουν οι αγαπημένοι του να τον σταματήσουν από το να διαπράττει όλο και πιο σοβαρά εγκλήματα; Μέχρι πού θα φτάσει ο δικαστής προκειμένου να μην του παραχωρήσει αυτό που θέλει;


Ο Ν. δεν νιώθει ικανός να πάρει ούτε μια απόφαση στη ζωή του. Ίσως πρέπει να σταματήσει να έχει επιλογές. Ο ψυχολόγος που επισκέπτεται δεν ξέρει πώς να τον αντιμετωπίσει ούτε η αδελφή του, που προσπαθεί να τον στηρίξει χωρίς αποτέλεσμα. Ο Ν. αποφασίζει ότι η λύση σε όλα τα προβλήματά του είναι να ζήσει στη φυλακή και θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να το πετύχει. Θα μπορέσουν οι αγαπημένοι του να τον σταματήσουν από το να διαπράττει όλο και πιο σοβαρά εγκλήματα; Μέχρι πού θα φτάσει ο δικαστής προκειμένου να μην του παραχωρήσει αυτό που θέλει;

Έρωτας στη Βαρκελώνη _Σεσκ Γκάι
Mi Amiga Eva _My Friend Eva
Όσο βρίσκεται στη Ρώμη, η 50χρονη Εύα συνειδητοποιεί την επιθυμία της να ερωτευτεί ξανά, και έτσι ξεκινά μια νέα ζωή, ως single πλέον, πίσω στη Βαρκελώνη. Μία ρομαντική δραμεντί με ηρωίδα μία 50χρονη γυναίκα σε εμμηνόπαυση; Κι όμως ο Καταλανός σκηνοθέτης Σεσκ Γκά το τολμάει – με τρυφερότητα, πικρό χιούμορ, αφοπλιστική ειλικρίνεια και αντίσταση στα κλισέ. Θα γίνει και δική σας φίλη η Εύα («Mi Αmiga Eva», ο ισπανικός τίτλος)


H Eύα είναι παντρεμένη για 25 χρόνια με έναν πολύ γλυκό σύζυγο και μητέρα δύο έφηβων παιδιών. Δουλεύει σε εκδοτικό οίκο, παίρνει το μεσημεριανό της σε ταπεράκι, βγαίνει κάποια βράδια με τους φίλους της από τη δουλειά, οι οποίοι έχουν μέσα στα χρόνια γίνει η κολλητή της παρέα. Κάνει πολλά επαγγελματικά ταξίδια κι σ’ ένα από αυτά την πρωτοσυναντάμε: την έχουν στείλει για ένα 3ημερο στη Ρώμη για συναντήσεις και ραντεβού με τοπικούς εκδοτικούς ομίλους. Από ένα μπέρδεμα στα δωμάτια του ξενοδοχείου της, γνωρίζει έναν Αργεντίνο σεναριογράφο που όμως μένει κι αυτός στη Βαρκελώνη. Παρόλο που αμέσως συστήνεται ως παντρεμένη γυναίκα, εκείνος την φλερτάρει ευγενικά, μετρημένα κι αυτό είναι αρκετό για να αναστατώσει τις ισορροπίες της. Σε λίγο κλείνει τα 50 κι η ζωή της είναι φλατ. Τελείωσε για εκείνη το χτυποκάρδι, το πάθος, το ξύπνημα στις αισθήσεις που είναι ο έρωτας; Κι αν δεν είναι έτοιμη να το αποδεχθεί αυτό, τι πρόκειται να κάνει; Θα τα τινάξει όλα στον αέρα;
Σε όλη την καριέρα του, ο Καταλανός σεναριογράφος και σκηνοθέτης Cesc Gay (Σεσκ Γκάι _«Ενα Πιστόλι σε Κάθε Χέρι», «Τρούμαν», «Αυτά που δεν Λέγονται», «Οι Γείτονες από Πάνω») ζουμάρει με πικρή ειλικρίνεια στις διαπροσωπικές σχέσεις και ανακαλύπτει το χιούμορ στις αδεξιότητες, τις αμηχανίες, τα λάθη και τα πάθη των ανθρώπων. Εδώ, για πρώτη φορά (με συνσεναριογράφο τον Εντουαρντ Σόλα), εστιάζει στην ιστορία μίας γυναίκας και το κάνει με ρίσκο: την ταινία του κουβαλά μία γήινη μεσήλικη της διπλανής πόρτας, μία 50χρονη σύζυγος και μητέρα σε εμμηνόπαυση, μία πρωταγωνίστρια (η Νόρα Νάβας των «Πόνος και Δόξα» κι «Ο Επιφανής Πολίτης») που δείχνει πραγματικά την ηλικία της – ακομπλεξάριστα, αbotoxάριστα. Φορά αβίαστα την μειλίχια ευγένεια του καλού παιδιού, τη μουτζουρωμένη της θηλυκότητα (στα 50 έχει συνηθίσει να είναι «αόρατη») και το ηττημένο βλέμμα των ανθρώπων που έσβησαν σταδιακά μέσα στο γάμο και τη ζωή τους, αλλά δεν παραπονιούνται – έχουν το σπιτάκι, τη δουλίτσα, τα παιδάκια τους, τον αντρούλη τους.
Τι μπορεί να συμβεί αν μία τέτοια γυναίκα τραβήξει ξαφνικά την πρίζα, αν αποφασίσει να απαλλαχθεί από τα υποκοριστικά για να ψάξει και πάλι κάτι ολόκληρο, ασυμβίβαστο; Αν δεν έχει άλλο λόγο να πάρει διαζύγιο, να πληγώσει τον άντρα της, να διαταράξει τη σχέση με τα παιδιά της, από το ότι θέλει να ξανανιώσει ερωτευμένη;
Γνωρίζοντας πολύ καλά να στήνει επεισοδιακές στιγμές στις ζωές των ηρώων του, που μάς αποκαλύπτουν την ανατρεπτική φαρσοκωμωδία της καθημερινότητας, ο Γκάι κοιτά την περιπέτεια της Εύας στο σύγχρονο κόσμο του dating με τρυφερότητα, κατανόηση, αλλά κι ανελέητο σφυροκόπημα: η πραγματική ζωή δεν είναι χολιγουντιανή κομεντί, τίποτα δε θα χαριστεί στη γενναία που τόλμησε να τα γκρεμίσει όλα.
Καλογραμμένο σενάριο,
παιχνίδι με τα κλισέ, μία ηρωίδα που αγαπάς.
Ένα μόνο παράπονο: η διάθεση να αποφύγει κανείς τα στερεότυπα και να χτίσει πραγματικούς, τρισδιάστατους ανθρώπους δεν χρειάζεται να καταλήγει πάντα σε μία σκηνοθετική οδηγία που θέλει τους ήρωες συνεχώς ταραγμένους. Η Εύα δεν μπορεί ποτέ να απαντήσει σε μια ερώτηση, αδυνατεί να υποστηρίξει τον εαυτό της στον άντρα, τους φίλους, παιδιά της. Κι αυτό είναι αστείο. Για λίγο. Αυτό το αδιάλειπτο τρέμουλο, ο δισταγμός, το τραύλισμα της επιθυμίας θα ήταν πολύ πιο δυνατό αν δεν ήταν διάχυτο. Η γουντιαλενική νεύρωση στην κωμωδία είναι γοητευτική αλλά έχει ισορροπίες.

Το Παιδί-Αστραπή
και ο Τιγρούλης __Χάντι Μοχαμαντιάν
Κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής στο δάσος, ο Μο – ένα παιδί που λατρεύει τους υπερήρωες και αυτοαποκαλείται το Παιδί-Αστραπή – χάνεται και συναντά μια σπάνια τίγρη, τον Τιγρούλη, που μιλάει και προσπαθεί να ξεφύγει από κακούς που κυνηγούν ζώα. Μαζί ξεκινούν μια συναρπαστική περιπέτεια γεμάτη κινδύνους, φιλία και ηρωισμό, με στόχο να προστατεύσουν τα ζώα και να σώσουν το δάσος. Μαλαισιανό animation που δεν ζηλεύει πολλά από μεγαλύτερες παραγωγές και με μήνυμα που φτάνει στο στόχο του, αποτελεί το πιο ιδανικό back to school φιλμ για απογευματινές προβολές. Προβάλλεται μεταγλωττισμένο στα ελληνικά. Κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής εκδρομής στο δάσος, ο Μο – ένα παιδί που λατρεύει τους υπερήρωες και αυτοαποκαλείται Παιδί-Αστραπή, ερήμην γονιών, δασκάλων και σκληρής πραγματικότητας – χάνεται και συναντά μια σπάνια τίγρη, τον Τιγρούλη, που μιλάει και προσπαθεί να ξεφύγει από κακούς που κυνηγούν ζώα. Οταν θα μπει μέσα στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου της οικογένειας του Μο για να σωθεί, θα βρεθεί στην πόλη και μαζί με τον Μο θα προσπαθήσουν να επαναφέρουν την τάξη στο ανθρώπινο και το ζωικό βασίλειο.
Ακόμη κι αν το ηλικιακό target group παραμένει εδώ στο όριο του σχολικού, είναι αδύνατον να μην γοητευτείς από τον τρόπο που αεικίνητα κινούνται τα πάντα μέσα στην οθόνη, σε ένα ντελιριακό action movie που προσομοιάζει μιας υπερηρωικής περιπέτειας – πιο χαλαρής, πιο αθώας, πιο αστείας, ακριβώς όπως ο κεντρικός της ήρωας, ο Μο, που καταφέρνει να είναι εκνευριστικά αξιολάτρευτος στην προσπάθειά του και να σώσει τον κόσμο και κυρίως να πείσει τους πάντες πως ο σκοπός του είναι ιερός. Πατώντας πάνω στα κλισέ δεκάδων παρόμοιων ταινιών, το «Παιδί – Αστραπή και ο Τιγρούλης», κερδίζει (όσο κερδίζει) σε ενέργεια, θόρυβο και σε μερικά σημεία – όπως τον ίδιο τον Τίγρη που Μαλαισιανός όπως και η καταγωγή της ταινίας, ανήκει στα είδη υπό εξαφάνιση και κάπως έτσι μια ιστορία που θα είχε νόημα ακόμη και στην οικολογική ενδυνάμωση των παιδιών, γίνεται ακόμη περισσότερο μια εκπαιδευτική κραυγή για τα ζώα που κινδυνεύουν απλά και μόνο επειδή η ανθρώπινη ασυδοσία δεν διαθέτει το παραμικρό έλεος. Φυσικά το ενδιαφέρον των δημιουργών εξαντλείται στη δράση, αφήνοντας πίσω, καθώς η αφήγηση προχωράει, οτιδήποτε πιο ενδιαφέρον θα είχε μια ταινία για ένα παιδί που νιώθει υπό εξαφάνιση. Αλλά, ας μην υποτιμάμε το μήνυμα, ειδικά σε έναν κόσμο που πρέπει με κάθε τρόπο να αρχίσει να ξυπνάει.

Η Λεωφόρος της Δύσης __Sunset Blvd.
Μπίλι Γουάιλντερ
Μία πάλαι ποτέ ντίβα του κινηματογράφου ζει τα μεσήλικα χρόνια της κλεισμένη στη βίλα της στη Λεωφόρο Σάνσετ, μαζί με τον μπάτλερ της. Η εμμονή που έχει με το πέρασμα του χρόνου και τη διατήρηση της ομορφιάς και της λάμψης της, καταντάει νεύρωση και στο τέλος ανεπίστρεπτη παράνοια. Εκείνη όμως πάντα πιστεύει ότι θα κάνει τη μεγάλη της κινηματογραφική επιστροφή. Πάντα περιμένει «το κοντινό της». Στα δίχτυα της πέφτει ένας νεαρός άνεργος σεναριογράφος, ο οποίος αρχικά βρίσκει προστασία δίπλα στην πλούσια ηλικιωμένη γυναίκα, σταδιακά όμως βουλιάζει κι εκείνος στον πάτο των χολιγουντιανών ονείρων.
11 υποψηφιότητες για Οσκαρ, 3 βραβεία.
Το απόλυτο αριστούργημα του Μπίλι Γουάιλντερ σε επανέκδοση.
Το απόλυτο αριστούργημα του Μπίλι Γουάιλντερ που ξεπέρασε τα φιλμ νουάρ όρια του και έγινε μία διαχρονική σύνθετη παραβολή για τη φήμη και το αδίστακτο με το πέρασμα του χρόνου Χόλιγουντ. 11 υποψηφιότητες για Οσκαρ, 3 βραβεία ανάμεσα στα οποία κι αυτό του σεναρίου.


Μία πάλαι ποτέ ντίβα του κινηματογράφου ζει τα μεσήλικα χρόνια της κλεισμένη στη βίλα της στη Λεωφόρο Σάνσετ, μαζί με τον μπάτλερ της. Η εμμονή που έχει με το πέρασμα του χρόνου και τη διατήρηση της ομορφιάς και της λάμψης της, καταντάει νεύρωση και στο τέλος ανεπίστρεπτη παράνοια. Εκείνη όμως πάντα πιστεύει ότι θα κάνει τη μεγάλη της κινηματογραφική επιστροφή. Πάντα περιμένει «το κοντινό της». Στα δίχτυα της πέφτει ένας νεαρός άνεργος σεναριογράφος, ο οποίος αρχικά βρίσκει προστασία δίπλα στην πλούσια ηλικιωμένη γυναίκα, σταδιακά όμως βουλιάζει κι εκείνος στον πάτο των χολιγουντιανών ονείρων. Αν είστε από εκείνους που πιστεύουν ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, μάλλον δεν έχετε δει ποτέ τη «Λεωφόρο της Δύσης». Αν θέλετε να συνεχίσετε να το πιστεύετε, μην τη δείτε ούτε τώρα.
Μια ταινία που ξεκινά με το πτώμα του ήρωα να επιπλέει σε μια πισίνα και καταλήγει με την ηρωίδα να είναι «έτοιμη για το κοντινό της πλάνο», σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε του σινεμά, δεν μπορεί παρά να ποδοπατήσει τις ψευδαισθήσεις ακόμη και του πλέον αισιόδοξου θεατή. Κι αν το χολιγουντιανό σκηνικό και η ιστορία που λαμβάνει χώρα στο στομάχι της βιομηχανίας του σινεμά, ίσως σας κάνει να σκεφτείτε πως πρόκειται για μια ταινία για «εσωτερική κατανάλωση», κάθε αμφιβολία σας θα διαλυθεί όταν η συναρπαστική αφήγηση του Μπίλι Γουάιλντερ και η μαγνητική ερμηνεία της Γκλόρια Σουάνσον, αρχίσουν να σας τραβούν σα ρουφήχτρα στον πιο σκοτεινό βυθό μιας αλήθειας επώδυνα γνώριμης.
Από την αρχή ως το τέλος, το φιλμ του Γουάιλντερ ακροβατεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και την αφοπλιστική συγκίνηση, ανάμεσα στο δράμα και τη σκληρόκαρδη, κυνική σάτιρα, ανάμεσα στον τρόμο μιας τραγωδίας και στη φρίκη της γελοιότητας. Μια ισορροπία τόσο δύσκολη που δεν σου αφήνει καμιά άλλη αντίδραση από την ολοκληρωτική παράδοση στο ταχυδακτυλουργικό κατόρθωμα του Γουάιλντερ, που σε αναγκάζει να αναγνωρίσεις κάτι από τον εαυτό σου, στα άκρα όπου κατοικούν οι ήρωές του, που μετουσιώνει την camp υπερβολή σε αριστοτεχνικό, εύθραυστο κινηματογραφικό κομψοτέχνημα. Η «Λεωφόρος της Δύσης» ήταν μια ταινία τολμηρή στην εποχή της και παραμένει τέτοια ακόμη και σήμερα. Οχι μόνο γιατί κατόρθωσε να τραβήξει σε κοντινό πλάνο τη λιγότερο κολακευτική πλευρά του ίδιου του Χόλιγουντ, αλλά γιατί μοιάζει με καθρέφτη που τολμά να πει την αλήθεια για όλα τα ψέμματα που θέλουμε να λέμε και να πιστεύουμε.
Και μας αναγκάζει να τον κοιτάξουμε.
Πηγή Flix







