_ Ήδη έχουμε πει αρκετά για τουλάχιστον 10 από αυτές__


_ Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας

Η νέα βιογραφική ταινία για τον Μάικλ Τζάκσον μπορεί να σημειώνει επιτυχία στο box office, όμως το Michael έχει μία από τις χαμηλότερες βαθμολογίες για βιογραφικό φιλμ των τελευταίων ετών στο Rotten Tomatoes. Η ταινία έκανε πρεμιέρα με μόλις 27% θετικές κριτικές, ποσοστό που ανέβηκε στο 34%. Αυτό την τοποθετεί πολύ πίσω από άλλες βιογραφίες όπως το A Complete Unknown για τον Μπομπ Ντίλαν (82%), το Better Man για τον Ρόμπι Γουίλιαμς (89%) και το οσκαρικό Oppenheimer (93%).Παρά τις αρνητικές κριτικές, το Michael καταγράφει σημαντική εμπορική επιτυχία, με προβλέψεις για άνοιγμα 150 εκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως. Στις ΗΠΑ, αναμένεται να σημειώσει το μεγαλύτερο άνοιγμα για βιογραφία μουσικού, με περίπου 65 εκατομμύρια δολάρια ή περισσότερα.
Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο

Δραματική κομεντί, ιταλικής παραγωγής 2025, σε σκηνοθεσία Φραντσέσκο Σοσάι, με τους Φίλιππο Σκότι, Σέρτζιο Ρομάνο, Πιερπάολο Καποβίλα, Ρομπέρτο Τσιτράν, Αντρέα Πενάκι κα. Δεν είναι ούτε ο “Φανφαρόνος” του μέγα Ντίνο Ρίζι, παρότι μάλλον η κλασική ταινία, με τους Βιτόριο Γκάσμαν και Ζαν Λουί Τρεντινιάν, έχει επηρεάσει τον πρωτοεμφανιζόμενο στη χώρα μας Φραντσέσκο Σοσάι. Ούτε βεβαίως η ταινία περιπλάνησης του 1986, όταν ο Jarmusch έγραψε και σκηνοθέτησε το Down by Law (στην παγίδα του νόμου), με πρωταγωνιστές τους μουσικούς John Lurie και Tom Waits, και τον Ιταλό Roberto Benigni (εισαγωγή του στο αμερικανικό κοινό) ως τρεις κατάδικοι που δραπετεύουν από μια φυλακή της Νέας Ορλεάνης. Γυρισμένο όπως οι προηγούμενες προσπάθειες του σκηνοθέτη σε ασπρόμαυρο, αυτό το κονστρουκτιβιστικό νεο-νουάρ ήταν η πρώτη συνεργασία του Τζάρμους με τον Ολλανδό κινηματογραφιστή Robby Müller, ο οποίος ήταν γνωστός για τη δουλειά του με τον Wenders. Οι επόμενες δύο ταινίες του πειραματίστηκαν η καθεμία με παράλληλες αφηγήσεις: το Mystery Train (1989) αφηγήθηκε τρεις διαδοχικές ιστορίες που διαδραματίζονται την ίδια νύχτα μέσα και γύρω από ένα μικρό ξενοδοχείο στο Μέμφις και το Night on Earth (1991) περιλάμβανε πέντε οδηγούς ταξί και τους επιβάτες τους στο βόλτες σε πέντε διαφορετικές πόλεις του κόσμου, ξεκινώντας από τη δύση του ηλίου στο Λος Άντζελες και τελειώνοντας την ανατολή του στο Ελσίνκι. Λιγότερο ζοφερό και σκοτεινό από το προηγούμενο έργο του, το Mystery Train διατήρησε ωστόσο τη στραμμένη αντίληψη του σκηνοθέτη για την Αμερική. Έγραψε το Night on Earth σε περίπου μια εβδομάδα, από την απογοήτευση για την κατάρρευση της παραγωγής μιας άλλης ταινίας που είχε γράψει και την επιθυμία να επισκεφτεί και να συνεργαστεί με φίλους όπως οι Benigni, Gena Rowlands, Winona Ryder και Isaach de Bankolé.
συνειρμικά
Ως αποτέλεσμα της πρώιμης δουλειάς του, ο Jarmusch έγινε ένας σημαντικός εκπρόσωπος της τάσης του αμερικανικού road movie (σσ. η ταινία δρόμου τείνει να εμφανίζει μια συγκεκριμένη μεταφυσική ή υπαρξιακή κλίση, μέσω θεμάτων εξέγερσης, απόδρασης, ανακάλυψης και μεταμόρφωσης, ενώ χαρακτηρίζεται από μια εξασθενημένη ή picaresque αφήγηση). Αυτές οι πρώιμες ταινίες του Τζάρμους δεν προορίζονταν να προσελκύσουν το πλατύ κοινό αλλά, αγκαλιάστηκαν από τους σινεφίλ κερδίζοντας έναν μικρό αλλά αφοσιωμένο Αμερικανό θαυμαστή, στην Ευρώπη και την Ιαπωνία. Κάθε μία από τις τέσσερις ταινίες έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης, ενώ το Mystery Train ήταν σε διαγωνισμό στο Φεστιβάλ των Καννών του 1989. Ωστόσο, η χαρακτηριστική αισθητική και η ιδιότητα του συγγραφέα Jarmusch πυροδότησε μια κριτική αντίδραση στο τέλος αυτής της πρώιμης περιόδου. Αν και επαίνεσαν τη γοητεία και την επιδεξιότητα των Mystery Train και Night On Earth, ο σκηνοθέτης χρεωνόταν όλο και περισσότερο με την επαναληπτικότητα και την αποστροφή του κινδύνου.
Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο λοιπόν _περισσότερο μία μεθυσμένη δραμεντί, μία ταινία περιπλάνησης, στην τεράστια πεδιάδα από τη Βενετία μέχρι το Μιλάνο, εκεί που αναπτύχθηκε τα προηγούμενα χρόνια η ιταλική βιομηχανία, η γεωργική υπερεκμετάλλευση και οι πόλεις που άνθισαν ή συνεχίζουν να δείχνουν ακμαίες, αλλά έχουν χάσει την αίγλη τους και οι κάτοικοι έχουν πλέον αφήσει πίσω τους το ιταλικό πνεύμα, το πολιτικό και κοινωνικό ήθος, ζώντας μέσα στο ένδοξο παρελθόν, στις αντιφάσεις τους και στις πληγές των σχετικά πρόσφατων γεγονότων.
Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο (Le Città di Pianura) του Φραντσέσκο Σοσάι
Στην πεδιάδα του Βένετο, δύο άνδρες στα πενήντα τους συναντούν τυχαία έναν ντροπαλό νεαρό φοιτητή αρχιτεκτονικής και ξεκινούν μια περιπλάνηση από μπαρ σε μπαρ, αναζητώντας το «τελευταίο ποτό» της ημέρας. Μέσα από αυτή την περιπλάνηση θα αναθεωρήσουν τα σχέδιά τους για τη ζωή και τον έρωτα. Ενα αφοπλιστικά γλυκόπικρο road movie στον ιταλικό βορρά που μοιάζει με κινηματογραφική μπαρότσαρκα στο ρομαντισμό, τη νοσταλγία, το αντίο σε όσα χάθηκαν και την ανοιχτή αγκαλιά σε όσα έρχονται. Χρυσός Αλέξανδρος και Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο Τμήμα Meet the Neighbors+ του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Φτάνοντας προς το τέλος ενός αναπάντεχου ταξιδιού, o Ντόρι και ο Καρλομπιάνκι επισκέπτονται μαζί με τον Τζούλιο, τον νεαρό φοιτητή που τους ακολούθησε στα μισά του δρόμου για να γίνει το τρίτο μέλος της παρέας, το κοιμητήριο του Μπριόν, magnum opus του Βενετού αρχιτέκτονα Κάρλο Σκάρπα. Ο Τζούλιο τους περιγράφει με λεπτομέρειες και δέος το όραμα του Σκάρπα και ο Καρλομπιάνκο, δικαιολογημένα, μέσα σε ένα αρχιτεκτονικό μοντερνιστικό θαύμα λουσμένο από φως, αναφωνεί:
—Αυτό δεν μοιάζει με τάφο.
—Βασικά δεν είναι τάφος. Είναι περισσότερο μια μηχανή για τη διαχείριση του πένθους.
Σε εκείνο το σημείο, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Φραντσέσκα Σοσάι δίνει ένα κλειδί που το διαισθανόσουν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια. Ενα κλειδί για μια διαδρομή που περισσότερο από γλυκά νοσταλγική, βαθιά ρομαντική, ξεσηκωτικά απελευθερωτική μοιάζει να είναι ξέφρενα πένθιμη, ένα διαρκώς «ανάρμοστο για τους καθώς πρέπει» ρέκβιεμ για το τέλος των ονείρων, της ζωής που περνάει, των τόπων που αλλάζουν, των ανθρώπων που χάνονται ακόμη κι όταν δεν έχουν πεθάνει.
Όλα ξεκινούν και τελειώνουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Ο Καρλομπίανκι και ο Ντίνο ξεκινούν ένα ταξίδι για να συναντήσουν στο αεροδρόμιο τον Τζένιο, τον τρίτο της παρέας που και οι δύο τους πιστεύουν ότι έλειπε για χρόνια στην Αργεντινή. Χωρίς χρήματα και στην πραγματικότητα χωρίς προορισμό, στα περασμένα πενήντα τους χρόνια, σταματούν από μέρος σε μέρος, αναζητώντας ακόμη ένα ποτό που θα είναι το τελευταίο της ημέρας. Μόνο που και για τους δυο τους ο χρόνος μετράει διαφορετικά, αυτή η μέρα διαρκεί για πάντα και το τελευταίο ποτό είναι πάντα αυτό που δεν έχουν πιει ακόμη. Διασχίζοντας τον ιταλικό βορρά, πόλεις και εξοχές, πανέμορφα και βιομηχανικά τοπία, ξεφεύγοντας από την αστυνομία, φλερτάροντας με τουρίστριες και όμορφους ιδιοκτήτες βίλας, καταφέρνουν να βρίσκουν τρόπο να πίνουν και να συνεχίζουν.
Στο μισό της διαδρομής τους θα συναντήσουν τον Τζούλιο, έναν ντροπαλό φοιτητή που τελικά θα τους ακολουθήσει και θα ενδώσει τελικά στη ρουτίνα τους, σε ένα παιχνίδι που κρύβει μέσα του και μια πατρική φιγούρα στο πρόσωπο των δύο ανδρών για τον Τζούλιο και ένα παιδί να διδάξουν για τους δύο «έμπειρους» της ζωής και κυρίως του ποτού. Μαζί θα συνεχίσουν να περιφέρονται, όχι μόνο αναζητώντας τον Τζένιο, αλλά ακόμα και ταβέρνες που δεν υπάρχουν πια, χαμένους θησαυρούς που είναι θαμμένοι στα θεμέλια σπιτιών, τη ζωή τους πριν την κρίση του 2008 που τους έφερε σε οικονομικό αδιέξοδο. Αναζητώντας το νόημα τελικά σε έναν κόσμο που τους συμπεριφέρεται, σε αυτούς και τους ομοίους τους, ως «παντοτινά παιδιά», ως παραφωνία μιας τακτοποιημένης κοινωνίας, ως vintage rock ’n’ rollers που τραγουδούν ακόμη και όταν οι μπάντες έχουν μαζέψει τα όργανα τους και γυρίζουν στο σπίτι.
Μια ταινία σαν μικρή μπαρότσαρκα είναι το «Ένα Τελευταίο για το Δρόμο», με αναφορές στον Άκι Καουρισμάκι, αλλά περισσότερο στην ίδια την κινηματογραφική μυθολογία του bromance, του road movie, των 70s που κυριαρχούν έτσι κι αλλιώς ως αισθητική και στη μουσική, αλλά και στην εικόνα με την ταινία να έχει γυριστεί από απομεινάρια κομμάτια φιλμ που είχε στη διαθεσή του ο Σοσάι. Κι όμως, ενώ ο τόπος και ο χρόνος μοιάζουν να παραπέμπουν σε μια (ιταλική) μυθολογία χαμένη μέσα σε αστικούς και μη θρύλους με μια κάποια εστέτ και κλισέ στα σημεία στρώση μιας κατα τα άλλα βαθιά ανθρώπινης ιστορίας, είναι η αφοπλιστική σχέση μεταξύ των τριών αντρών, τα χαμόγελα και το κέφι τους, η θλίψη και η αποφασιστικότητα τους που κάνει το φιλμ μια μηχανή διαχείριση πένθους για ό,τι χάνεται και ταυτόχρονα ένα μηχανισμό για να βρεις αυτό που αναζητάς. Ο Καρλομπιάνκι, ο Ντίνο και – τώρα πια και – ο Τζούλιο γνωρίζουν πως ακόμη και ως τελευταίοι αυτού του κόσμου, αυτοί θα πενθούν μαζί, με μουσική, ποτό και πάντα ένα ακόμα τελευταίο για το δρόμο.

“Ο Διάβολος Φοράει Prada 2” _σίκουελ … ενέδωσε τελικά η Μέριλ Στριπ _που πέρσι δήλωνε το αντίθετο + το ντοκιμαντέρ “Ο Κύριος Κανένας Εναντίον του Πούτιν” (και μάλιστα οσκαρικό!!) horror και animation (30/04 – 06/05) στις αίθουσες.

Ο Διάβολος Φοράει Prada 2
Λίγο πριν τη συνταξιοδότηση, η Μιράντα Πρίστλι ενώνει τις δυνάμεις της με την Άντι Σακς για να αντιμετωπίσει την ‘Έμιλι Τσάρλτον, την πρώην βοηθό που πλέον έχει γίνει αντίπαλος. Είκοσι χρόνια μετά την εμβληματική ταινία, η οποία έγινε ορόσημο της pop κουλτούρας, έρχεται το σίκουελ με την επιστροφή τόσο του αυθεντικού καστ (Μέριλ Στριπ, Αν Χαθαγουέι, Στάνλεϊ Τούτσι και Έμιλι Μπλαντ), όσο και του σκηνοθέτη, Ντέιβιντ Φράνκελ, αλλά και της σεναριογράφου, Αλίν Μπρός Μακένα. Ένα από τα πιο αναμενόμενα σίκουελ της χρονιάς, είκοσι χρόνια μετά το εμβληματικό “The Devil Wears Prada”, που μάς χάρισε την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Μέριλ Στριπ ως δύστροπη διευθύντρια διάσημου περιοδικού μόδας, τη γνωστή Μιράντα Πρίστλι, αλλά και πολλές iconic στιγμές με την Αν Χάθαγουεϊ, τον Στάνλεϊ Τούτσι και την Έμιλι Μπλαντ – όλοι επιστρέφουν στους ρόλους τους! Ο Διάβολος Φοράει Prada 2 _κωμικό δράμα 2026 σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Φράνκελ και σενάριο της Αλίν Μπρος ΜακΚένα, βασισμένο στο μυθιστόρημα του 2013, Revenge Wears Prada: The Devil Returns της Λόρεν Γουάισμπεργκερ …76χρονη πλέον η Μέριλ Στριπ, Αν Χάθαγουεϊ, Έμιλι Μπλαντ, Στάνλεϊ Τούτσι, Τρέισι Τομς και Τίμπορ Φέλντμαν να επαναλαμβάνουν τους ρόλους τους από την προηγούμενη ταινία.
Μια ταινία, που προβλήθηκε στις Κάννες και στο Τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα και ήταν υποψήφιο για πολλά στα βραβεία Ντοντατέλο, με δύο μεσήλικες σχεδόν πάντα μεθυσμένους, αναζητώντας πάντα ένα ποτήρι για το τέλος της ημέρας και έναν νεαρό φοιτητή, που τους ακολουθεί από μπαρ σε μπαρ αναθεωρώντας τη ζωή τους και το τι σημαίνει έρωτας. Στην πεδιάδα του Βένετο, μεσήλικοι δύο άνδρες συναντούν τυχαία έναν ντροπαλό νεαρό φοιτητή αρχιτεκτονικής και ξεκινούν μια περιπλάνηση από μπαρ σε μπαρ, αναζητώντας το τελευταίο ποτό της ημέρας
Δύο πενηντάρηδες, ο Ντοριάνο και ο Καρλομπιάνκι, που βρίσκονται συνεχώς υπό την επήρεια του αλκοόλ, τριγυρίζουν στην πεδιάδα του Βένετο, θέλοντας να επουλώσουν τις πληγές τους και αναζητώντας ένα ποτήρι για το τέλος. Συναντώντας τυχαία έναν νεαρό φοιτητή της αρχιτεκτονικής, τον Τζούλιο, άτυχο στον έρωτά του για μια κοπέλα, θα τον πάρουν μαζί τους, σε μια αναζήτηση ενός θησαυρού και συνεχίζοντας να πίνουν και να διασκεδάζουν την τραυματισμένη ζωή τους. Μεταφέροντας τις εφήμερες αισθήσεις, τις πλάκες (θυμίζοντας και λίγο από «Εντιμότατους Φίλους Μου») και τις κουβέντες των τριών ηρώων, στο μελαγχολικό τοπίο της πεδιάδας του Βένετο, με τις ομίχλες, την γκριζάδα, το πράσινο του φυσικού σκηνικού που καταπίνει το φως, όπως και τις ωραίες εποχές, πριν παραμορφωθεί η περιοχή από τον καπιταλισμό και την τρέλα της ανάπτυξης.
Η ταινία, ωστόσο, δεν αρκείται σε αυτό, στον θρήνο για το τέλος μιας εποχής, αλλά ξανοίγεται ως μια ρομαντική, μελαγχολική ταινία δρόμου, για το παρόν και το μέλλον μίας χώρας που ακόμη παραμένει μεθυσμένη από το οικονομικό της θαύμα και παραπατώντας συνεχίζει να προχωρά. Το τρίο των πρωταγωνιστών, δένει αρμονικά, αν και ορισμένες φορές χάνει τον προσανατολισμό του, εξαιτίας των ατημέλητων χαρακτήρων τους και όχι του αλκοόλ, που ρέει άφθονα, τονίζοντας τη θολή πλέον εικόνα της Ιταλίας.
Αΐντα

Κωμωδία, ισπανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Πάκο Λεόν, με τους Κάρμεν Μάτσι, Πάκο Λεόν, Μίρεν Ιμπαργκουρέν, Μέλανι Ολιβάρες, Εντουάρντο Καζανόβα, Μαριάνο Πένια κα. Η ισπανική τηλεοπτική σειρά φαινόμενο, που κράτησε για δέκα ολόκληρα χρόνια, επηρεάζοντας την ποπ κουλτούρα και δημιούργησε πλήθος αντιγραφών, έρχεται τώρα, δώδεκα χρόνια από την ολοκλήρωσή της, ως ένα κινηματογραφικό spinoff, από τον σκηνοθέτη και δημοφιλή κωμικό Πάκο Λεόν, δημιουργό και πρωταγωνιστή του σήριαλ. Έχοντας στη διάθεσή του σχεδόν όλο το καστ της σειράς και βεβαίως της απολαυστικής Κάρμεν Μάτσι, ο Λεόν στήνει έναν, πολλές φορές ξεκαρδιστικό, φόρο τιμής, έναν αποχαιρετισμό, με νοσταλγία, αλλά χωρίς τη συνήθη μελαγχολία που συνοδεύει ανάλογες περιπτώσεις. Η ταινία μάς ταξιδεύει στο 2018, όχι τυχαία, αφού η χρονιά αυτή σηματοδοτεί την έναρξη του κινήματος Metoo και στα παρασκήνια των γυρισμάτων του τελευταίου, καθοριστικού, επεισοδίου της σειράς.
Το 2018, η γνωστή ισπανική σειρά «Αΐντα» παραμένει ένα τηλεοπτικό φαινόμενο. Αλλά η διαμαρτυρία μιας ηθοποιού για ένα προσβλητικό αστείο προκαλεί ένταση στα γυρίσματα. Με φόντο την αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα και τον φόβο ακύρωσης του σίτκομ, το καστ προσπαθεί να μείνει ενωμένο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του πιο αμφιλεγόμενου επεισοδίου στην ιστορία της σειράς. Η διαμαρτυρία μιας ηθοποιού για ένα προσβλητικό αστείο, προκαλεί ένταση στα γυρίσματα του τελευταίου επεισοδίου της δημοφιλούς σειράς . Με φόντο την αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα και τον φόβο της ακύρωσης του σίτκομ, το καστ προσπαθεί να μείνει ενωμένο Το φιλμ, μια μίξη μυθοπλασίας και σύνδεσης του κινηματογράφου με την τηλεόραση, εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια του τελευταίου επεισοδίου της σειράς, ανακατεύοντας με ειρωνικό τρόπο τα όρια μεταξύ των ηθοποιών και των χαρακτήρων, με μία δόση ανάλαφρης σάτιρας, λίγο πριν εμφανιστούν οι πλατφόρμες streaming κυριαρχήσουν στη διασκέδαση του ευρύτερου κοινού, εκεί που κάποτε θριάμβευε η «Αΐντα». Και ταυτόχρονα στην εποχή της λεγόμενης «κουλτούρας της ακύρωσης», αλλά και του κινήματος εναντίον της σεξουαλικής παρενόχλησης και της χιονοστιβάδας που προκάλεσε, συμπαρασύροντας τρανούς και ισχυρούς, με πλούσια κακοποιητική συμπεριφορά, αλλά και κάθε ίχνους ερωτική προσέγγιση, που ξέφευγε από το πλαίσιο της πολιτικής ορθότητας. Αυτό, από μόνο του, είναι πράγματι πολύ αστείο.
Επιπλέον, μια ευκαιρία για να εξερευνήσει τα όρια του χιούμορ, τη δύναμη των κωμικών και την πολυπλοκότητα της φήμης, με μία δόση από Αλμοδοβάρ, δίνοντας βάρος στη διασκέδαση, την ανάλαφρη προσέγγιση και την καθολική σάτιρα, αλλά όχι και στο βάθος των όσων θέλει να θίξει το φιλμ, καθώς προέχει η ψυχαγωγία, η φήμη του τηλεοπτικού προϊόντος.
Γυναίκες Έξω

Δραματική βιογραφία, ιταλικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Μάριο Μαρτόνε, με τους Βαλέρια Γκολίνο, Ματίλντα Ντε Άντζελις, Ελοντί, Κορράντο Φορτούνα, Αντόνιο Τζεράρντι, Στέφανο Ντιονίζι κα. Μια ωδή στη φιλία και στη συντροφικότητα, μία ταινία για ένα άγνωστο περιστατικό της γνωστής συγγραφέως Γκολιάρντα Σαπιέντσα, από τον Μάριο Μαρτόνε, που πριν από τρία χρόνια είχε παρουσιάσει τη συμπαθέστατη «Νοσταλγία». Ταινία, που δεν ακολουθεί και τόσο μία φόρμα κινηματογραφικής βιογραφίας, αποφεύγοντας ευτυχώς μία σύνοψη της ζωής της Σαπιέντσα, αλλά φωτίζοντας μία άγνωστη και καθοριστική περίοδο της ζωής της. Ωστόσο, οι αδυναμίες της ταινίας είναι εμφανείς και μάλλον δεν θα ερχόταν στη χώρα μας αν δεν ήταν διαγωνιζόμενη στο επίσημο πρόγραμμα των Καννών και έχει πρωταγωνίστρια την ώριμη όσο ποτέ και πάντα γοητευτική, Βαλέρια Γκολίνο. Ο Μαρτόνε, παρά τις ευγενείς προθέσεις του, χάνει την ευκαιρία να μιλήσει σε βάθος για μία προσωπικότητα όπως την Γκολιάρντα Σαπιέντσα (1924-1996). Μία Σικελή, κόρη ενός δικηγόρου σοσιαλιστή και με μητέρα μία δυναμική γυναίκα, μία ιστορική μορφή της ιταλικής αριστεράς. Η Σαπιέντσα, που είχε ξεχωριστή παιδεία, θριάμβευσε ως ερμηνεύτρια πιραντελικών ρόλων, δημοσίευσε τέσσερα μυθιστορήματα και άφησε αρκετά ανέκδοτα έργα, όπως και το πιο γνωστό, «Η τέχνη της χαράς», που εκδόθηκε μετά θάνατον.
Στη Ρώμη, τη δεκαετία του ‘80, η Σαπιέντσα, μία συγγραφέας που έζησε περιόδους κατάθλιψης και θεραπειών από… ηλεκτροσόκ, έχοντας ξεπέσει σε φτώχεια, θα κλέψει τα κοσμήματα μίας φίλης της για να τα πουλήσει, να συλληφθεί και να φυλακιστεί για πέντε μέρες. Η απρόσμενη συνάντησή της με τις νεαρές συγκρατούμενές της αποδεικνύεται μια εμπειρία που της αλλάζει τη ζωή και ξαναβρίσκοντας την ελευθερία της θα ζήσει μία συναισθηματικά έντονη περίοδο επαναπροσδιορισμού της ζωής της. Σε αυτή την περίοδο θα εστιάσει ο Μαρτόνε, θέλοντας να ταυτίσει τα γραπτά της Σαπιέντσα με τη σημασία τού να ζει κανείς αντισυμβατικά, έξω από τα στενά όρια της κοινωνίας και να παραμένει ελεύθερη. Ρώμη, 1980. Η Γκολιάρντα Σαπιέντσα βλέπει το μεγάλο της έργο και καρπό δέκα χρόνων δουλειάς «Η Τέχνη της Χαράς», να απορρίπτεται από όλους τους ιταλικούς εκδοτικούς οίκους. Οικονομικά εξαντλημένη και βαθιά απογοητευμένη, θα βρεθεί στη φυλακή για μια μικροκλοπή
Σκηνοθετημένο σαν γυναικείο ψυχογράφημα, ο Μαρτόνε έχει την τύχη να διαθέτει δύο εξαιρετικές πρωταγωνίστριες, την Γκολίνο και την Ματίλντα ντε Άντζελις, που καλύπτουν τον ανεμικό τους κινηματογραφικό χαρακτήρα, με την έντονη ενέργειά τους και την ερμηνευτική τους εκφραστικότητα. Η ταινία, ακολουθώντας μία μη γραμμική αφήγηση, είναι αποσπασματική – παρά τις κομψές εικόνες της Ρώμης και της εποχής του ‘80, μεταφέροντας στην οθόνη ορισμένα πολύ προσωπικά περιστατικά, αποτυγχάνοντας, όμως, να διευρύνει την ουσία του θέματός της, να μιλήσει ουσιαστικά για την κοινωνική επανένταξη και ταυτόχρονα αγγίζοντας επιφανειακά τα γεγονότα της εποχής, τη μετάλλαξη της Ιταλίας σε μια χώρα ατομικότητας και μιας επίπλαστης ευημερίας. Πάντως, παρά τις αδυναμίες της, η ταινία αφήνει μία γλύκα, μία οικειότητα και μία θέρμη για τη συντροφικότητα, που αναδεικνύεται κυρίως μέσα από τις ειλικρινείς σχέσεις, που αναπτύχθηκαν στο περιθώριο του καθωσπρεπισμού και της κοινωνικής υποκρισίας.
The Strangers’ Case

Δραματική περιπέτεια, αμερικανικής παραγωγής του 2024, σε σκηνοθεσία Μπραντ Άντερσεν, με τους Γιασμίν Αλ Μασρί, Γιαχία Μαχαϊνί, Ομάρ Σι, Ζιάντ Μπάκρι, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη, Θάνο Τοκάκη, Αγγελική Παπούλια, Βίκυ Παπαδοπούλου κα. Το προσφυγικό, σπαραξικάρδιο, δράμα του Μπραντ Άντερσεν, που εξαντλεί τα χαρτομάντιλα σε κάθε προβολή του, από την πρεμιέρα του στο φεστιβάλ Βερολίνου μέχρι και το τελευταίο επαρχιακό σινεμά, αποτελεί ένα έντονα συναισθηματικό πορτραίτο του πόνου των προσφύγων, που ξεκινούν ένα επικίνδυνο ταξίδι με προορισμό σε ασφαλείς χώρες, έχοντας χάσει τα πάντα, ακόμη και την προσωπικότητά τους. Στο ντεμπούτο του, ο Άντερσεν, μέχρι προσφάτως κινηματογραφικός παραγωγός και γνωστός ακτιβιστής, βασίζεται στη δική του μικρού μήκους ταινία «Refugee», που έφτασε κοντά στα Όσκαρ του 2020, δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στο μήνυμα, για το προσφυγικό δράμα, παρότι στην ίδια την ταινία του, ακολουθώντας την ιστορία αρκετών χαρακτήρων, οι ζωές των οποίων ανατρέπονται από τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, ενώ αλλάζει οπτική γωνία όταν η υπόθεση μετακινείται από τα ζοφερά πεδία του Χαλεπίου στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Η ταινία, διαθέτοντας τα εχέγγυα μίας ιδιαίτερα φροντισμένης παραγωγής και με ελληνικό χρώμα – Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Αγγελική Παπούλια, Θάνος Τοκάκης βρίσκονται ανάμεσα στο ευπρόσωπο καστ – έχει μια χολιγουντιανή αύρα, ίσως περισσότερο απ’ όσο πρέπει για το είδος της ταινίας, αποφεύγοντας την πολυπλοκότητα και το βάθος του ζητήματος, για να επικεντρωθεί στα ανθρώπινα προβλήματα των χαρακτήρων του. Όταν μια Σύρια γιατρός αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Χαλέπι μαζί με τη μικρή της κόρη, μια απελπισμένη επιλογή πυροδοτεί μια αλυσίδα γεγονότων που ξεπερνά σύνορα και παρασύρει τέσσερις αγνώστους στην ίδια καταιγίδα Δομημένη σε μικρά κεφάλαια, η ιστορία έχει ως αφετηρία τη ζωή της Αμίρα, μιας βραβευμένης γιατρού στην πρώτη γραμμή του πολέμου στο Χαλέπι, που την ημέρα των γενεθλίων της θα αλλάξει για πάντα η ζωή της και θα πυροδοτήσει μία σειρά γεγονότων, διαπλέκοντας τις ζωές πέντε διαφορετικών οικογενειών. Όπως τον στρατιώτη Μουσταφά, που παλεύει με τη συνείδησή του, τον λαθρέμπορο Μαρβάν στην Τουρκία, που προσπαθεί να σώσει τον γιο του, μία οικογένεια που προσπαθεί να περάσει στην Ελλάδα, αλλά και τον Σταύρο, έναν καπετάνιο του λιμενικού, που αγωνίζεται καθημερινά στα ανοικτά της Λέσβου να σώσει χιλιάδες πρόσφυγες.
Ο Άντερσεν, χωρίς να πρωτοτυπεί, παίρνει εν πολλοίς ιστορίες που έχουμε ακούσει ή δει, σε ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ, έρευνες, ακόμη και ζωντανά και μας τις φέρνει μπροστά μας με μία οξύτητα, προσπαθώντας να ισορροπήσει μεταξύ ρεαλισμού και συναισθηματικής φόρτισης, άλλοτε δεξιοτεχνικά και άλλοτε περισσότερο αποσκοπώντας να περάσει με ένταση το μήνυμα για την ανθρωπιστική τραγωδία του προσφυγικού. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που η εμφανώς καλοπροαίρετη ταινία του, μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με μία περιπέτεια του Χόλιγουντ, γυρισμένη κατ’ εντολήν της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Η Γιασμίν Αλ Μασρί, παραδίδει μια συνταρακτική ερμηνεία, ο Ομάρ Σι, πάντα ελκυστικός, μαγνητίζει την κάμερα με την παρουσία του, ενώ θετικές είναι οι εμφανίσεις των Ελλήνων ηθοποιών που πλαισιώνουν το πολυπρόσωπο καστ.
Ο Σερίφης

Αστυνομική περιπέτεια, αμερικανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Μπεν Γουίτλι, με τους Μπομπ Όντενκερκ, Χένρι Γουίνκλερ, Λένα Χίντι, Ράιαν Αλεν, Μπίλι ΜακΛέλαν, Μπρένταν Φλέτσερ κα. Η γνωστή ιστορία, για μια μικρή αμερικάνικη πόλη, στο πουθενά, που ζει παραδόξως πάμπλουτα και κρύβει ένα τεράστιο – εγκληματικό – μυστικό και στην οποία καταφτάνει ένας κουρασμένος πρώην σερίφης, ως προσωρινός απρόθυμος εκπρόσωπος του νόμου και με τα πολλά ή τα λίγα, τα κάνει γης μαδιάμ. Μία ακόμη περιπέτεια έντονης δράσης και εκρηκτικής βιαιότητας, με εμφανή στοιχεία αμερικάνικου χιούμορ, που σκοπεύει απλώς στην απενεχοποιημένη διασκέδαση, εκεί που έχει δοκιμαστεί πετυχημένα ο σεναριογράφος του δημοφιλούς φραντσάιζ «John Wick», Ντέρεκ Κόλσταντ, ο οποίος υπέγραψε και το παρόμοιο «Κανένας 1 και 2» με πρωταγωνιστή τον Μπομπ Όντενκερκ και πάλι.
Ο Γιουλίσες έρχεται στην ήσυχη πόλη Νόρμαλ της Μινεσότα για να υπηρετήσει ως προσωρινός σερίφης μετά τον θάνατο του αρχικού σερίφη. Μια ληστεία τράπεζας όμως, οδηγεί τον Γιουλίσες να ανακαλύψει ότι μια εγκληματική οργάνωση έχει εξαπλωθεί σε όλη την πόλη Το φιλμ του Βρετανού Μπεν Γουίτλι («Ρεβέκκα», «Meg 2: Η Τάφρος»), που από ένα σημείο και μετά οι σκηνές βιαιότητας αρχίζουν να κουράζουν, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και αντιγραφή του «Κανένας» – κυρίως λόγω του χαρακτήρα του ήρωα, με λίγη σος από το «Fargo» των Κοέν, έχει την πλάκα του, ορισμένες φορές, αλλά τελικά κολλάει στα λασπόνερα των αφόρητων κλισέ και των δρόμων της παγωμένης πόλης. Έτσι, το μόνο που απομένει, μέχρι να έρθει η τελική μονομαχία αυτού του – και νεογουέστερν – φιλμ δράσης, είναι η ατάραχη ερμηνεία του Μπομπ Κόλσταντ, που αντιγράφει εν πολλοίς την ερμηνεία του στον «Κανένα», ως «αναπληρωματική» λύση στον John Wick».
Μη Γελάτε, Θα Σας Δει ο Κόσμος

Δραματική κομεντί, ελληνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Νικόλα Δημητρόπουλου, με τους Μαρία Αποστολακέα, Μαντώ Γιαννίκου, Ακύλλα Καραζήση κα. Πολύ μακριά από την προηγούμενη αμφιλεγόμενη ταινία του «Καλάβρυτα 1943», που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, ο Νικόλας Δημητρόπουλος παρουσιάζει μία γλυκόπικρη δραμεντί, επικεντρωμένη γύρω από μία 40άχρονη γυναίκα σε ένα νησί, που ανακαλύπτει ότι έμεινε έγκυος. Φιλμ μικρής κλίμακας, που έχει το ενδιαφέρον του, καθώς μιλά για κάποια σύγχρονα ζητήματα, όπως είναι η μητρότητα, το δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της, τα κοινωνικά στερεότυπα για την απόκτηση μίας συμβατικής οικογένειας, αλλά και τους αδιάρρηκτους οικογενειακούς δεσμούς. Η Μαρία, που μένει σε νησί, ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος όταν επισκέπτεται στην Αθήνα τη θρήσκα αδερφή της για το μνημόσυνο της μητέρας τους. Η απρόσμενη εγκυμοσύνη θα τη φέρει σε σύγκρουση με την αδελφή της, αλλά και με τις σκέψεις της
Μία σαραντάχρονη μοναχική γυναίκα, μόνιμος κάτοικος ελληνικού νησιού, βρίσκεται στην Αθήνα, στο σπίτι της θρησκόληπτης αδερφής της, για το μνημόσυνο της μητέρας τους. Εκεί θα μάθει ότι είναι έγκυος και θα απομονωθεί στο εξοχικό της οικογένειας για να αποφασίσει αν θα ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της απόκτησης ενός παιδιού, που μοιάζει και ως η τελευταία της ευκαιρία να γίνει μάνα και να σκεφτεί τα δικά της «θέλω». Η σύγκρουση θα ενταθεί όταν η αδελφή της θα μάθει για την εγκυμοσύνη της. Το φιλμ, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μπορεί να μην έχει κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο στο σενάριο, που έγραψε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, αλλά αποφεύγει τις έντονες δραματικότητες και τις υπερβολές, ποντάροντας αρκετά στις ερμηνείες της Μαρίας Αποστολακέα και της Μαντούς Γιαννίκου. Ο Δημητρόπουλος θα αναδείξει τη μοναξιά της ηρωίδας και τις σκέψεις της για τον θάνατο, το σκληρό πέρασμα του χρόνου και τις συγκρούσεις με την κοινωνία, αλλά και τον ίδιο τον εαυτόν της. Χωρίς να γίνεται ποτέ βαριά, με τις χιουμοριστικές ανάσες και να μαυρίζει υπαρξιακά, η ταινία, παρά τις αφηγηματικές αδυναμίες της, κερδίζει πόντους με την ανεπιτήδευτη απλότητά της και με ορισμένες συγκινητικές στιγμές της ικανοποιητικής πρωταγωνίστριας, που έχει δίπλα της ως συμπαραστάτη τον Ακύλλα Καραζήση.
Ομάχα
Ένας χήρος πατέρας ξυπνάει ένα πρωινό τα δύο παιδιά του, τα βάζει βιαστικά στο αυτοκίνητο και μαζί ξεκινούν ένα φαινομενικά αμέριμνο ταξίδι στην αμερικανική ενδοχώρα, με αβέβαιο όμως προορισμό και με ένα κρυμμένο μυστικό που μόλις στο τέλος θα μας αποκαλυφθεί. Το δραματικό road trip του Κόουλ Γουέμπλεϊ συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Sundance 2025 αλλά και στο Διαγωνιστικό Τμήμα των Νυχτών Πρεμιέρας 2025.
Ο Κύριος Κανένας Εναντίον του Πούτιν
Ο 33χρονος Πάβελ “Πάσα” Ταλάνκιν (συν-σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ), δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο μιας μικρής ρωσικής πόλης και γνωστός για την αντισυμβατική του στάση, όταν με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, εισάγεται μια νέα πολιτική πατριωτικής εκπαίδευσης, είναι αναγκασμένος να διοργανώνει καθημερινές εκδηλώσεις κρατικής προπαγάνδας. Πρόκειται για το φετινό Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία των Ντέιβιντ Μπόρενσταϊν και Πάβελ “Πάσα” Ταλάνκιν.
Τρίχες Κατσαρές
To σκανδαλιάρικο τρολ Ρούλης Κατσαρούλης αποφασίζει να αφήσει την ήσυχη ζωή στο νησί των τρολ και να δραπετεύσει στον κόσμο των ανθρώπων προκειμένου να ζήσει μία ανεπανάληπτη περιπέτεια. Μια γλυκιά περιπέτεια από τη Δανία που συνδυάζει animation και live action.
Ο Αρχηγός
Ο Ισα και ο Αλί, δύο αγόρια που ονειρεύονται να γίνουν ποδοσφαιριστές, νοσηλεύονται σε ένα νοσοκομείο για παιδιά με καρκίνο. Αντιμέτωποι με την πιο δύσκολη δοκιμασία της ζωής τους, αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους πριν από την κρίσιμη επέμβαση του Αλί — μακριά από τα βλέμματα γιατρών και νοσηλευτών. Η ταινία του Ιρανού Μοχαμάντ Χαμζάι αρνείται να υποταχθεί στο μελόδραμα, επιλέγοντας να εστιάσει στην επιθυμία για ζωή και στη δύναμη της φιλίας.
Dolly
Μια νεαρή γυναίκα πέφτει θύμα απαγωγής και παρασύρεται βαθιά σε ένα απομονωμένο δάσος, όπου βρίσκεται στο έλεος μιας διαταραγμένης, τερατόμορφης κούκλας που θέλει να τη μεγαλώσει σαν να είναι το παιδί της. Γυρισμένη εξ ολοκλήρου σε φιλμ Super 16mm στο Τενεσί, η ταινία του Ροντ Μπλάκχερστ χτίζεται πάνω στις παραδόσεις των κλασικών ταινιών τρόμου, όπως “Η Νύχτα με τις Μάσκες” και “Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι”.
Προβάλλονται ακόμη
Αξιοπερίεργη και εντελώς διαφορετική βιογραφική ταινία για τον θρύλο Φρανκ Σινάτρα, με έντονο ελληνικό χρώμα, καθώς τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Γιώργος Παπαθεοδώρου, μαζί, με τον γνωστό κινηματογραφιστή τού ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, Μάικλ Όμπλοβιτς, ενώ στο καλλιτεχνικό και τεχνικό επιτελείο συμμετέχουν αρκετοί Έλληνες – το μοντάζ έγινε εξολοκλήρου στην Αθήνα. Η ταινία, σκηνοθετημένη ως νεο-νουάρ, με σκοτεινά, ατμοσφαιρικά πλάνα, που εξερευνούν την γκρίζα πλευρά του Χόλιγουντ και την πολύπλευρη ψυχοσύνθεση του Σινάτρα, χωρίς γραμμική αφήγηση, εστιάζει σε ορισμένες καθοριστικές στιγμές του σταρ, όπως την πτώση και την άνοδό του, το Όσκαρ και τον θυελλώδη έρωτά του με τον Άβα Γκάρντνερ. Στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, «βρώμικη» νουάρ αισθητική, με εικόνες που φαίνεται να έχει «αρπάξει» το φιλμ και με θεατρικές ερμηνείες, από γνώριμες «φάτσες» του είδους, όπως ο Μάικλ Μάντσεν, ο Έρικ Ρόμπερτς και ο αξέχαστος… Χάρι Ντιν Στάντον. Μία σύντομη εμφάνιση κάνει η Ντιόν Γουόργουικ, ενώ τον Φράνκι υποδύεται ο Ρίκο Σιμονίνι και τη θεϊκή Άβα η Έμιλι Ελίσια Λόου. Μία παραγωγή, που φαίνεται έτοιμη για να μπει στο κάδρο με τις καλτ ταινίες της εποχής και αναμένεται να μοιράσει το κοινό σε αυτούς που θα διασκεδάσουν μαζί της και εκείνους που θα την απορρίψουν.
Η Οικογένεια Ντινοσάουρους
Παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων, ρωσικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Μάγια Τουρκίνα και Μαξίμ Βόλκοφ, αλλά και τη συμμετοχή 350 τεχνικών, που συμμετείχαν στη δημιουργία της, δουλεύοντας για πάνω από δυόμισι χρόνια. Ένα προσεγμένο ψηφιακό animation φαντασίας για τη συντροφικότητα και την οικογένεια, που ενώνει τις δυνάμεις της όταν ταξιδεύει στην εποχή των δεινοσαύρων. Η ταινία προβάλλεται μεταγλωττισμένη στα ελληνικά.










