
__Σπύρος Τζόκας
ΦΙΛΟΣ, συναγωνιστής και συνοδοιπόρος με το ΚΚΕ, γνωριζόμαστε στην Καισαριανή κοντά 50 χρόνια από τότε που αυτό ήταν “βρέφος”.
Στο δήμο και στη ζωή και στους δρόμους της πόλης…
Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας ||

Όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιογραφικό του γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καισαριανή και στην ίδια πόλη ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στη συνέχεια εισήχθη στο Ιστορικό – Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών, όπου, ως Πρόεδρος του φοιτητικού συλλόγου της Σχολής, λαμβάνει μέρος στους φοιτητικούς, κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς αγώνες.
Μετά την απόκτηση του πτυχίου εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ταυτόχρονα ξεκινά με υποτροφία του ΙΚΥ τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Αποκτά το Master και στη συνέχεια το διδακτορικό στην Ευρωπαϊκή και Ελληνική Ιστορία και στις διεθνείς σχέσεις. __η συνέχεια στο τέλος
“ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ”
νέο βιβλίο __”Αταίριαστο βαλς“
Σε μια προσφυγική γειτονιά της Αθήνας, δυο άνθρωποι συναντιούνται τυχαία στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Δυο άνθρωποι άγνωστοι, που ο ένας δε γνωρίζει το παρελθόν του άλλου. Ο κυρ-Παντελής Περιμένης και ο μικρός Αχιλλέας Σεμελής. Πίσω τους, μια προϊστορία· ο δωσίλογος πατέρας Νώντας Περιμένης και ο κομμουνιστής παππούς Αχιλλέας Σεμελής. Από τότε, αρχίζει μια ιστορία σα μυθιστόρημα. Μια ιστορία με την πορεία τους μέσα στον χρόνο. Ένα βαλς δυο διαφορετικών ανθρώπων, δυο διαφορετικών κόσμων, που ο ένας αναζητεί τη δικαίωση στον άλλον. Το βαλς είναι αταίριαστο. Τα βήματά τους ασυγχρόνιστα. Ο ένας πατάει εδώ και ο άλλος εκεί. Μπερδεύονται. Μια παράξενη σχέση οικοδομείται μεταξύ τους. Και στο φινάλε, η τιμωρία. Σαν αρχαία τραγωδία, την ύβρη ακολουθεί η Νέμεση.
Στο νέο βιβλίο του Σπύρου ξεδιπλώνεται η άτυπη σύγκρουσή των δύο χαρακτήρων και η πορεία τους στον χρόνο μέσα από τα ιστορικά γεγονότα μιας πολυτάραχης εποχής· από τους Λαμπράκηδες και την “αποστασία” του 1965 έως και τη σύγχρονη οικονομική καπιταλιστική κρίση.

_ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
- Η Καισαριανή στα χρόνια της φωτιάς
- Ιούνης 1947, κάπου στην Ηλεία
- Καισαριανή 1965, μια αναπάντεχη συνάντηση
- Ιούλης 1965, Σωτήρης Πετρούλας
- 0 καφενές της γειτονιάς
- Μαθήματα ζωής γύρω από ένα κιόσκι
- Μια μεγάλη αγάπη – Το γήπεδο Νήαρ Ηστ
- Ένας λοχίας θα μας σώσει
- Η άνω τελεία του Σεφέρη
- Η μεγάλη στροφή
- Σάλτο στην ευτυχία
- Οι μεταμορφώσεις του κυρ-Παντελή
- Δυο σχολεία – Δυο κόσμοι
- Μπίζνες και ασυγχρόνιστα βήματα
- Σωτηρία Βασιλακοπούλου
- Ενός κακού μύρια έπονται
- Το τέλος των ψευδαισθήσεων και μιας εποχής
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
- Η αντιφατική δεκαετία του ’80
- Ο κυρ-Παντελής στο πνεύμα της δεκαετίας
- Ο κόσμος του μπαρμπα-Νίκου
- 0 πράσινος κόσμος του κυρ-Παντελή
- 0 κόσμος του Αχιλλέα
- Τα πάντα θυσία στον βωμό του φαίνεσθαι
- Σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τελείωσαν . .
- Αυτοπεποίθηση ή έπαρση
- Η επάνοδος στο κλεινόν άστυ
- Αέρας κοπανιστός και ζωή μπουρλότο
- Και ξανά προς τη δόξα τραβά
- Βαρίδια γίναμε, αγόρι μου
- Όλα σε θυμίζουν
- Κάποτε θ’ ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα
- Η κοινωνία καταρρέει
- Όλοι μαζί τα φάγαμε!!!
- Η διάψευση και το τέλος μιας εποχής
- Η Νέμεσις
- Μια διαδρομή – Μια ζωή
- Συνοικία σε αποδρομή
- Επιτρέπεται να πέσεις… Επιβάλεται να σηκωθείς!
(…)
Κουράστηκα, ας πάμε τώρα στον προορισμό μας, είπε.
Στη συνέχεια, επικράτησε απόλυτη σιωπή. Η κυρα-Ζωή παρακολουθούσε τον δρόμο με απλανές βλέμμα. Η ξενάγηση και ίσως και η ζωή της είχαν τελειώσει.
0 ταξιτζής μετάνιωσε που έκανε αυτήν την ερώτηση. Δεν ήθελε να της δώσει πίκρα και πόνο. Άθελά του το έκανε.
“Τι βλάκας είμαι!! “, κατηγορούσε τον εαυτό του.
Όταν έφτασαν στη διεύθυνση, είδαν μπροστά τους ένα χαμηλό κτήριο, σα μικρό αναρρωτήριο, με ένα δρομάκι που περνούσε από μια στοά. Δυο νοσηλευτές βγήκαν έξω και πήγαν προς το μέρος τους.
Σας περιμέναμε πιο νωρίς, είπαν.
Προφανώς την περίμεναν.
Η κίνηση βλέπετε, απάντησε νωχελικά και αδιάφορα η κυρα-Ζωή. Εξάλλου, παιδιά μου, ο χρόνος δεν έχει πλέον καλές σχέσεις με μένα, ούτε και εγώ με αυτόν…0 ταξιτζής άνοιξε το πορτμπαγκάζ, έβγαλε προσεκτικά την τσάντα της και την μετέφερε μέχρι την πόρτα.
Όταν έφτασε, η γυναίκα είχε ήδη καθίσει σε ένα αναπηρικό καροτσάκι.
Τι σας οφείλω; τον ρώτησε.
Τίποτα, της απάντησε. Είχα κλείσει απ’ ώρα την ταρίφα.
Σχεδόν χωρίς να το σκεφτεί, έσκυψε και την αγκάλιασε.
Την κράτησε σφιχτά σα να ήταν μάνα του.
Σ’ ευχαριστώ, αγόρι μου. Να ήξερες πόσο μεγάλη χαρά μου έδωσες.
Και μένα… και μένα, απάντησε εκείνος.
Έφυγε. Πίσω του έκλεισε μια πόρτα, η πόρτα μιας ζωής.
“Μια κούρσα, μια ζωή”, σκέφτηκε.
“Μια ζωή. Και τι ζωή”, σκέφτηκε ο Αχιλλέας. “Μια ζωή αναγκασμένη να φοράει τα παπούτσια μιας άλλης, όπως και ο κυρ-Παντελής, όπως και ο Στέφανος, μια ζωή δήθεν, μια ζωή κάποιων άλλων που δε γνώρισαν ποτέ… μια ζωή αποξενωμένη από τα δικά τους θέλω, από τις δικές τους ανάγκες… ”
Τώρα, όμως, που η πραγματικότητα έμοιαζε με ένα τούνελ δίχως τέλος, μείνανε μόνοι τους στο απόλυτο σκοτάδι. Η μόνη διέξοδος, να αφεθούν να τους παρασύρει το ρεύμα, να κλεί- σουν τα μάτια και να περιμένουν να ξυπνήσουν σε μια γαλήνια ακτή. Αυτά, όμως, γίνονται στα παραμύθια. Η πραγματικότητα δε σε αφήνει…
ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΣΕ ΑΠΟΔΡΟΜΗ
Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ τόσα και τόσα χρόνια αναρωτιόταν αν θα παρουσιαστεί άραγε κάποια στιγμή εκείνο το αθώο παιδάκι του Άντερσεν, που αναφωνεί έκπληκτο “καλέ, ο βασιλιάς είναι γυμνός! “. Αυτό δηλαδή που τόσοι πολλοί γνώριζαν, αλλά δεν το έλεγαν από φόβο ή συμφέρον. Η φωνή του παιδιού θα τους έκανε όλους όχι μόνο να συνειδητοποιήσουν ξαφνικά την αλήθεια, αλλά και να πετάξουν τους αυλοκόλακες και τους σφουγγοκωλάριους στ’ αζήτητα. Όχι γιατί είναι απλά και μόνο συνένοχοι του κυρ-Παντελή, αλλά καταδικάζονται στη συνείδησή μας ως ηθικοί αυτουργοί της εγκληματικής αλαζονείας που οδηγεί τέτοιους ανθρώπους στην καταστροφή. Ανθρώπους άμετρους, που διψούν για χρήμα και εξουσία, ανθρώπους ματαιόδοξους και αλλοτριωμένους.
O Αχιλλέας δε συνάντησε ποτέ πια τον κυρ-Παντελή, δε συνάντησε ποτέ κανέναν από την οικογένειά του. Ούτε και αυτοί θα ήθελαν να τον συναντήσουν. Κανέναν από την παλιά γειτονιά δε θα ήθελαν να συναντήσουν. Εξάλλου, δεν μπορούσαν. Δεν έμαθε για την τύχη τους. Μόνο από τις ειδήσεις μάθαινε για τους παιδεραστές. Κάποιοι στιγμή, τελείωσαν και αυτές. Άλλαξαν, ως συνήθως, θέμα αφού παρέλασαν εγκληματολόγοι, ψυχολόγοι και άλλοι ειδικοί «αναλυτές»!
Τα χρόνια πέρναγαν και ο Αχιλλέας μεγάλωνε. Άνθρωποι που αγάπησε έφευγαν από τη ζωή. Κάποιοι άλλοι έφυγαν από την καρδιά του. Δεν ήταν δα και τα καλύτερα χρόνια. Και η συνοικία που μεγάλωσε; Η συνοικία που αγάπησε; Τι έγιναν όλ’ αυτά; Δοκίμαζε τα όρια. Τους κρίκους που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν. Οι κρίκοι αυτοί, όμως, αντέχουν; Όχι, λένε κάποιοι. Κάπου έσπασαν μερικοί και διαταράχτηκε η συνέχεια. Κάποιοι υπερβάλουν. Στο καφενείο κάποιοι άλλοι είχαν αρχίσει τους επικήδειους.
Πεθαίνει η Καισαριανή, ξεψυχάει, μην ψάχνεις πολύ. Τελείωσε ο κύκλος της… σιγομουρμούριζαν.
Τα λόγια αυτά ήταν μαχαίρια στην καρδιά του Αχιλλέα, που πάντα έβλεπε το ποτήρι μισογεμάτο.
Και οι μύθοι μας, οι ιστορίες μας, οι άνθρωποι, οι γειτονιές, τα γεγονότα τι απέγιναν; Τι θα γίνουμε χωρίς αυτά; Οι ζωντανοί οργανισμοί δεν πεθαίνουν, απαντούσε ο Αχιλλέας.
Αμάν, ρε Αχιλλέα, με τις ιστορίες σου. Σαν τον φωτογράφο είσαι. Μεγεθύνεις και αναπλάθεις φωτογραφίες νεκρών. Από μια φθαρμένη φωτογραφία, ποντικοφαγωμένη ακόμα και πάνω στο πρόσωπο, κατασκευάζεις τα στοιχεία που λείπουν, τα συνταιριάζεις στο σύνολο και παρουσιάζεις κάτι ωραίο. Αυτή, όμως, δεν είναι η πραγματικότητα. Αυτή είναι μια κατασκευή. Ρίξε μια νηφάλια ματιά γύρω σου και θα ξυπνήσεις από το όνειρο…
Τέτοιες κουβέντες ήταν πλέον συνηθισμένες στο καφενείο, που και αυτό είχε αλλάξει. Σα να του έλεγαν ότι μπερδεύει την πραγματικότητα με αυτό που επιθυμεί. Μπορεί να ήταν και έτσι.
Ίσως… έλεγε. Αλλά και το όνειρο χρειάζεται κάποιες νοθείες. Πόσω μάλλον η πραγματικότητα.
Δεν μπορούσε, όμως, να το παραδεχτεί. Δεν μπορούσε να παραδεχτεί ότι ωραιοποιούσε το παρελθόν και το μπέρδευε με τη σύγχρονη πραγματικότητα.
– Τι ακριβώς συμβαίνει; Πολύ ρεαλιστές γίνατε ξαφνικά, τους έλεγε.
Και συνέχιζε:
– Τι εννοείτε; Αναζητώ το παρελθόν της Καισαριανής με μυωπικά γυαλιά ή μέσα από τους μύθους; Ή και τα δυο αυτά είναι ίδια; Ή εγώ έχω ψευδαισθήσεις και αναζητώ κάτι που δεν υπάρχει πια;
– Ίσως και να είναι έτσι… μουρμούριζαν.
– Πρέπει να καταλάβετε, όμως, ότι το παρελθόν αυτής της πόλης δεν είναι μύθος. Είναι Ιστορία.
Σκόρπιες σκέψεις που συντηρούσαν το όνειρο. 0 Αχιλλέ- ας έμοιαζε να ομορφαίνει το παρελθόν, που τόσο είχε ανάγκη. Αυτό έκανε ο Αχιλλέας; Ζούσε με τους μύθους; Ίσως.
“Το καθαγιασμένο παρελθόν είναι, λοιπόν, η απάντηση; “, σκεφτόταν ενοχικά σα συνωμότης, σα να ασελγούσε σε κάτι ζωντανό.
– Το παρελθόν αυτό, που αρκετές φορές γίνεται μύθος και ο μύθος γίνεται όνειρο, όνειρο καλό, ευχάριστο, όχι εφιάλτης. Ένα όνειρο με περιεχόμενο, με νοσταλγίες άλικες, μνήμες ανάκατες, μπερδεμένες στο κουβάρι της ζωής… με στιγμές ανθρώπινες από τα χρόνια της αθωότητας, από τις ξεχασμένες γειτονιές μας, που τέτοιες εποχές μοσχομύριζαν, με στιγμές ανακόλουθες σαν την πορεία μας, αληθινές, όμως, σαν την ψυχή μας, που επιμένουμε να μην την βρομίζουμε, παρά τους συμβιβασμούς μας, ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Ένα όνειρο με ανθρώπινες υπερβάσεις. Όταν δοκιμάζαμε τα όριά μας και μας άρεσε αυτό ή αυτό μας προκαλούσε. Τότε, που αρκετές φορές τρώγαμε τα μούτρα μας και δε σταματά- γαμε. Μήπως εξαντλήθηκαν τα όρια της συνοικίας μας από τις συμπεριφορές μας ή από τις μιζέριες και τις μικρότητές μας; Ίσως! Γιατί τώρα φαίνεται ότι η πόλη δοκιμάζει τα δικά μας όρια και μας εκδικείται, φιλοσοφούσε ο Αχιλλέας.
– Καλά… καλά. Έτσι, ρε, ήσουν από μικρός. Ονειροπόλος.
Σε θυμάμαι πιτσιρίκι στη γειτονιά. Δεν άλλαξες, διέκοπτε τον στοχασμό του ο φίλος του ο Τάκης που μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά.
Ίσως είχε δίκιο. Αρκετές φορές οι περιγραφές του στη μικρή μας γειτονιά, στους χωμάτινους δρόμους, στην ανηφοριά της Ομηρείου ήταν αληθινές.
Η συζήτηση στο καφενείο τον δυσκόλεψε πολύ. Πήγε στο σπίτι, φόρεσε τη βαμβακερή φόρμα και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και βγήκε έξω για το καθημερινό του τρέξιμο, πά- νω-κάτω πέντε χιλιόμετρα. Το τρέξιμο δεν ήταν απλά ένα είδος άθλησης ή μια μορφή άσκησης. Λειτουργούσε σαν η φυσική εκδήλωση μιας βαθύτατης εσωτερικής παρόρμησης, που αναζητεί και διεκδικεί την πραγματική της θέση στον χώρο και στον χρόνο της ύπαρξής του. Ίσως μια πετυχημένη ψυχοθεραπεία. Ήταν η προβολή της ταυτότητάς του μέσα από την πιο ειλικρινή εκδήλωση της ψυχοσωματικής μας δράσης. Ήταν φυγή μόνου προς μόνο. Το τρέξιμο είναι πανεπιστήμιο ζωής, ταξίδι της ψυχής μέσα στον απέραντο κόσμο της, τοπίο της ελπίδας μας, τιμωρία και λύτρωση, μια μεγάλη πραγματική ιστορία που γράφεται και μια προσωπική μάχη που κερδίζεται σε κάθε μας βήμα.
Εξάλλου, ο αθλητισμός ήταν στη φύση του, στο DNA του. Να βλέπει ή να συμμετέχει. Μεγαλώνοντας, εγκατέλειπε σταδιακά τα αγαπημένα του σπορ, όπως το μπάσκετ, λόγω επικινδυνότητας. Όχι τελείως, όμως. Ήταν βαρύτατα εξαρτημένος. Εξάλλου, το μπάσκετ είναι ναρκωτικό. Αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία. Στην αρχή, παρατηρούσε τον καιρό τις Δευτέρες. Τότε που έπαιζε η Νήαρ Ηστ στο ανοιχτό γήπεδο. Τότε, ανησυχούσε γιατί ο κακός καιρός θα μπορούσε να είναι η αιτία για την αναβολή του παιχνιδιού. Και δεν ήθελε να χάσει το ματς της αγαπημένης του ομάδας. Ήταν από τις πιο ευχάριστες ώρες του. Αργότερα, ως αθλητής ανησυχούσε περισσότερο. Πάντοτε ο καιρός, η συννεφιά και η βροχή δεν ήταν σύμμαχοί του -το ανοιχτό είχε αυτό το μειονέκτημα, ήθελε καλές καιρικές συνθήκες, αν και τώρα, που το ξανασκέφτεται, περισσότερο ήταν πρόβλημα της μητέρας του που τον λοξοκοιτούσε την ώρα που έδενε τα κορδόνια και πολύ λιγότερο δικό του.
– Πού θα πας με αυτόν τον καιρό; Θα αρρωστήσεις. Θα χάσεις τα μαθήματα σου… του έλεγε και απειλούσε ότι θα το πει στον πατέρα του, που, ευτυχώς για εκείνον, έλειπε.
– Δεν πρόκειται να βρέξει. Έτσι κι αλλιώς, αν βρέξει, διακόπτεται ο αγώνας… παρηγορούσε εκείνος τη μάνα του και τον εαυτό του.
Στα εφηβικά χρόνια, έτσι κι αλλιώς, “ο καθείς είναι αιθεροβάμων”. 0 Αχιλλέας πίστευε ή ήθελε να πιστεύει πως έχει τη δύναμη να αλλάξει ακόμα και το προς τα πού θα φυσήξει ο Αίολος ή τι ώρα θα βρέξει.
“Θα αρχίσει η βροχή μετά από το ματς”, έλεγε στον εαυτό του. Μετά από τόσα και τόσα παιχνίδια ο άνεμος είχε γίνει φίλος σου. Ίσως και η βροχή. Πώς φαίνονται, ρε, οι μπασκετικοί των ανοιχτών γηπέδων, του είχε πει αργότερα ένας φίλος του. Και έτσι ήταν. Διά γυμνού οφθαλμού, που λέμε, διακρίνονται οι μπασκετικοί των ανοιχτών γηπέδων. Και με αέρα και με ψιλόβροχο εκεί, στην τρέλα τους, στην εξάρτηση, στην πορτοκαλί μπάλα.
Ό,τι τον πείραζε, ό,τι δεν τον έκανε χαρούμενο, το άφηνε πίσω. Ήταν ευτυχισμένος, όταν προσπαθούσε να κάνει το διπλό σπάσιμο στον αέρα, έστω και αν δεν τα κατάφερνε. Το σουτ που αναστάτωνε το διχτάκι και ξεσήκωνε τους θεατές τον απογείωνε σε πρωτόγνωρους κόσμους. Σε στιγμές που ξέφευγαν από τη μίζερη πραγματικότητα. Η νίκη, η άνοδος, η κορυφή τον έκανε να νιώθει σαν τον ήρωα της μέρας. Έστω και της στιγμής. Μια στιγμή, μια αιωνιότητα. Η εφήμερη “δόξα” ήταν αυτό που είχε σημασία, ήταν ευτυχισμένος με τα λίγα. Του αρκούσαν αυτά, στη φαντασία του μπορούσε να κάνει θαύματα, του έφταναν τα δικά του θέλω.
Και μετά, ο κόσμος άλλαξε. Και μετά, απλά μεγάλωσε, τον πλάκωσαν οι υποχρεώσεις, τα όνειρα υποχώρησαν μπροστά στην πεζή πραγματικότητα. Ξέχασε, συμβιβάστηκε, μπήκε στο λούκι της καθημερινότητας. Και όμως, όταν αναλογίζεται το παρελθόν, όταν τον τσιγκλάει κάτι, όταν μπροστά του εμφανίζεται μια πορτοκαλί, όμορφη μπάλα, υποτροπιάζει, επανέρχεται στις εξαρτήσεις του, μεταμορφώνεται στην προηγούμενη νιότη του. Νομίζει ότι είναι ο ίδιος ο σουτέρ και τα βάζει με πιτσιρικάδες. Δεν τα καταφέρνει, βέβαια. Μερικές φορές η μπάλα δε φτάνει ούτε στο στεφάνι, airboll το λένε τώρα, μερικές φορές μπορεί να χάσει την ισορροπία του, να γκρεμιστεί.
Και σε όλ’ αυτά αντιστέκεται και πολλές φορές κραυγάζει για να το πιστέψει και ο ίδιος: Ακόμα το έχω, ρε φίλε, ακόμα μπορώ να παίξω και να ονειρευτώ. Συνέχισε πάντως τον αθλητισμό με πιο ελεγχόμενους τρόπους. Έτσι, έγινε σχεδόν καθημερινή του συνήθεια το τρέξιμο και ενίοτε το κολύμπι στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι. Την αγαπούσε τη θάλασσα.
Έτσι έκανε συχνά και ιδιαίτερα όταν τον έπνιγαν δυσάρεστες σκέψεις. Γύριζε πίσω κουρασμένος, αλλά είχε την αίσθηση πως οι σωματικές και ψυχικές του αντοχές είχαν αυξηθεί. Ένιωθε πάντα μια ευεξία. Κάποιος γιατρός του είχε πει ότι το τρέξιμο είναι και αυτό μια εξάρτηση, μια θετική εξάρτηση. Και πραγματικά, κάπως ένιωθε και αυτός εκτόνωση από την καθημερινή πίεση, ψυχοθεραπεία που δεν την συναγωνίζονται τα ψυχοφάρμακα και ένα ψυχανέμισμα που του προσέφερε η φύση. Πρωί, απόγευμα, βράδυ, όποτε μπορούσε, όποτε ήθελε να σκεφτεί, να τακτοποιήσει τις σκέψεις του, να πάρει αποφάσεις για τη ζωή του, να ανασάνει καθαρό αέρα, έτρεχε στα γνώριμα μέρη της Καισαριανής, αλλά και κάποιες φορές στον αγαπημένο του Άγιο Κοσμά. Εκεί συνδύαζε το τρέξιμο με το θαλάσσιο μπάνιο, χειμώνα-καλοκαίρι, με όποιες θερμοκρασίες και καιρικές συνθήκες.
Πέρασαν πολλά χρόνια από την πρώτη φορά που βρέθηκε στον χώρο των αθλητικών εγκαταστάσεων του Εθνικού Αθλητικού Κέντρου Νεότητας στον Άγιο Κοσμά. Εξάλλου, και η ηλικία του παρακολουθεί την ηλικία των αθλητικών αυτών εγκαταστάσεων. Μαγεύτηκε τότε, μικρό παιδί, που κρατούσε το χέρι του πατέρα του. Μαγεύτηκε και αργότερα, που κρατούσε το χέρι του γιου του και της κόρης του και πηγαίνανε στον χώρο αυτόν. Πικράθηκε και αγανάκτησε που η εικόνα αυτή δε θα έχει συνέχεια για τα εγγόνια του. Θα σταματήσει βίαια και ετσιθελικά από ανθρώπους που συχνάζουν αλλού, έχουν άλλες συνήθειες και έχουν τα μέσα να τις ικανοποιούν. Το δημόσιο αγαθό, δηλαδή, μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Οι παραλίες, το δημόσιο κτήμα, οι αθλητικές εγκαταστάσεις παραδόθηκαν και συνεχίζουν να παραδίδονται στους επιχειρηματίες, που τα μετατρέπουν σε μαγαζί τους ή σε προέκταση του μαγαζιού τους. Το συμπέρασμα απλό και πάντα πρόσφορο, αλλά και βαρετό: Δεν υπάρχει άλλη λύση. Το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να συντηρεί τους δημόσιους χώρους. Επομένως, το κράτος υπάρχει για να εισπράττει τους φόρους και να εξυπηρετεί τους πλούσιους στην παιδεία, στην υγεία, στην κοινωνική ασφάλιση και φυσικά στους δημόσιους χώρους.
Προσωρινά μόνο χαλούσε η διάθεσή του. Δεν το έβαζε κάτω. Ήταν αγωνιστής. Πάντοτε ήλπιζε για το καλύτερο. Κατά πώς το λέει και ο Κοέλιο: “Το μόνο πράγμα πού με κρατά ζωντανό είναι η ελπίδα. Έρχεται κοντά μου κάθε πρωί. Τραυματίζεται βαριά κατά τη διάρκεια της μέρας και πεθαίνει αργά το βράδυ. Ξαναγεννιέται, όμως, κάθε ξημέρωμα” Και τώρα, είναι το ξημέρωμα. Για τον Αχιλλέα σχεδόν πάντα ήταν ξημέρωμα.
Τότε περίπου ξεκινούσε να τρέχει. Τις περισσότερες φορές μόνος του. Καθώς τρέχει, σκέφτεται διάφορα πράγματα, όχι, όμως, οργανωμένα. Δεν μπορεί να οργανώσει τις σκέψεις του και να τις τακτοποιήσει. Δεν μπορεί να επιβάλει στον εαυτό του να σκεφτεί κάτι. Τρέχει σε ένα κενό. Οι σκέψεις έρχονται από μόνες τους, έτσι άναρχα, ρέουν μέσα από την κίνηση, ενώ το σώμα επιτελεί την επαναλαμβανόμενη διαδικασία. Έρχονται και φεύγουν. Σκέψεις από το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Το τελευταίο, όσο μεγαλώνει ο ίδιος, τόσο δείχνει να λιγοστεύει. Το τρέξιμο για τον Αχιλλέα δεν είναι απλώς μια σωματική δραστηριότητα, αλλά μια πνευματική άσκηση, μια συνεχής αναμέτρηση με τον εαυτό του. Σε έναν κόσμο γεμάτο από θορυβώδη εξωτερικά ερεθίσματα και απαιτήσεις, το τρέξιμο γίνεται ένας τρόπος να βρει τη σιωπή, τη συγκέντρωση και τη διαύγεια. Το τρέξιμο, όπως λέει ο Αχιλλέας, δεν είναι μόνο μια φυσική πρόκληση, αλλά και ένα πνευματικό ταξίδι, το οποίο ενσωματώνει τον προσωπικό του αγώνα να κατανοήσει τον εαυτό του και τη ζωή του.
Και μετά, η απόλυτη χαλάρωση. Το άδειασμα. Ιδιαίτερα, όταν μετά από το τρέξιμο χαλάρωνε με ένα ντους και έπινε το καφεδάκι του. Συχνά, έλεγε ότι εκείνος που μπορεί να τρέξει έναν μαραθώνιο, μπορεί να διαχειριστεί όσα συμβαίνουν στη ζωή του και κυρίως μπορεί να βλέπει το ποτήρι πάντα μισογεμάτο.
Ξεχνιέσαι με το τρέξιμο… συνήθιζε να λέει.
O Αχιλλέας δεν ήταν άνθρωπος της επίδειξης και της χλιδής. Είχε μάθει από μικρός να επιθυμεί περιορισμένα πράγματα, που έδιναν χαρά στην καθημερινότητά του. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος ήταν. Κάποιος που απολαμβάνει την παρέα και το κρασί στα ταβερνάκια με τους φίλους του, τον καφέ και το τσιπουράκι στα καφενεία με τους συντοπίτες του, το κουβεντολόι, τις όμορφες γυναίκες, κάποιος που βλέπει ποδόσφαιρο τις Κυριακές και παθιάζεται για την ομάδα του, κάποιος που του αρέσει ο αθλητισμός, κάποιος που δε νιώθει τον κόσμο σα φυλακή και κάποιος που και από τον στρατό, όταν απολύθηκε, στεναχωρήθηκε γιατί στερήθηκε τους φίλους του… Ναι, από τον στρατό, που μέτραγε τις μέρες -τόσες και σήμερα- για να απολυθεί. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σαν τόσους άλλους.
Και όμως και αυτό κάποιες φορές φαινόταν δύσκολο. Δύσκολο να είσαι συνηθισμένος άνθρωπος και να ζεις φανερά και όχι κρυφά. Δύσκολο. Έπρεπε να κρύβει τα συναισθήματά του. Και αυτός δεν μπορούσε. Ήταν παρορμητικός και ευαίσθητος. Εκδηλωνόταν, θύμωνε, εμπιστευόταν, απομακρυνόταν, γινόταν υπερβολικός και είχε όλ’ αυτά τα ελαττώματα που μπορεί να εκθέσουν κάποιον. Πόσες και πόσες φορές είχε πει στον εαυτό του ότι οι σωστές αντιδράσεις γίνονται εν ψυχρώ και οι λαθεμένες εν θερμώ. Πολλές φορές, αλλά σπάνια το τηρούσε και συνήθως στην τύχη.
O Αχιλλέας ήταν γενναίος στον πόνο και εγκρατής στη χαρά. Ζύγιζε τα πράγματα και τα αξιολογούσε χωρίς μεγάλους, ανερμάτιστους ενθουσιασμούς, ούτε απογοητεύσεις. Εξάλλου, τόσες και τόσες διαψεύσεις είχε περάσει. Δεν ήταν ηττοπαθής, αλλά δεν αποδεχόταν τον έντονο ενθουσιασμό για εντελώς προσωπικά ζητήματα. Θεωρούσε ότι ο μεγάλος ενθουσιασμός ή η μεγάλη απογοήτευση φαίνονται ασήμαντα, όταν συγκρίνονται με τον πόνο ολάκερης της ανθρωπότητας, τους πολέμους, τη φτώχεια, τον θάνατο παιδιών από αρρώστιες και πείνα, τη μετανάστευση, την αγραμματοσύνη και τόσα και τόσα. Έτσι αντιμετώπιζε τη ζωή.
Στο μεταξύ, η Καισαριανή άλλαζε. Η γειτονιά που μεγάλωσε ο Αχιλλέας γινόταν αγνώριστη. Οι καφενόβιοι δεν είχαν άδικο. Αρκετές φορές ο Αχιλλέας, μεταξύ σοβαρού και αστείου, έλεγε ότι, αν έλειπε κάποια χρόνια, δε θα έβρισκε τη γειτονιά του και το σπίτι που μεγάλωσε. Θα χανόταν στη γενέτειρά του. Μαζί με τη χαμένη γειτονιά, είχαν χαθεί και οι άνθρωποί της. Πολλούς από αυτούς τους νοσταλγούσε ο Αχιλλέας, κάποιους τους είχε ανάγκη, ιδιαίτερα τα δύσκολα αυτά χρόνια που η μια κρίση διαδεχόταν την άλλη. Πρώτα η οικονομική κρίση και τα μνημόνια και στη συνέχεια η υγειονομική κρίση και ο covid. Και ο χρόνος περνούσε και τα πράγματα δυσκόλευαν.
Κι όμως…
Ο Αχιλλέας από τα γεννοφάσκια του νιώθει να είναι στον ίδιο τόπο… κοντά και μακριά. Παραμένει δηλαδή αυτό που λέμε ένας άνθρωπος του συνοικισμού. Επιμένει να βλέπει τις ίδιες εικόνες εδώ και χρόνια, να κάνει τα ίδια νοερά ταξίδια, να συναντά την ίδια εκκλησία της γειτονιάς, να βλέπει τους γείτονες να μεγαλώνουν, να φεύγουν, νέα παιδιά να έρχονται και όλα να μοιάζουν τα ίδια και όλα τριγύρω να αλλάζουν, μαζί και μέσα, όμως, από ένα αλλιώτικο βλέμμα.
__ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΠΕΣΕΙΣ…
__ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΝΑ ΣΗΚΩΘΕΙΣ!
O ΑΧΙΛΛΕΑΣ μεγάλωσε. Μέσα από τα συντρίμμια προσπαθεί λιθαράκι-λιθαράκι να ανασυνθέσει και να ζωντανέψει τη δική του αλήθεια ανάμεσα στις ματαιώσεις, στις ψευδαισθήσεις και στα χαμένα όνειρα.
Εδώ και καιρό ένιωθε να αποτραβιέται αργά, αλλά σταθερά από τις κοινωνικές του σχέσεις. Εδώ και καιρό δεν είχε αποκτήσει ούτε μια καινούργια σχέση που θα ήταν κάτι παραπάνω από μια κοινωνική γνωριμία, μια κοινωνική συναναστροφή που θα γέμιζε στην καλύτερη περίπτωση ευχάριστα κάποιες ώρες του. Οι φίλοι άλλων εποχών είχαν φύγει ή είχαν απομακρυνθεί -εκείνοι ή ο ίδιος από αυτούς- με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Κάποιοι μεγαλύτεροι φίλοι ή γνωστοί είχαν αποχωρήσει από τον μάταιο τούτον κόσμο. Λίγοι είχαν φύγει χτυπημένοι από ανίατες αρρώστιες ή είχαν χάσει το νήμα της ζωής τους βίαια, απρόσμενα, κάτω από αδόκητες συνθήκες. Άλλοι χάθηκαν, αφήνοντας τα ίχνη τους σε βιβλία, γραπτές πηγές, επιστολές και κάθε λογής φωτογραφίες. Οι περισσότεροι τράβηξαν καθένας τον δικό του δρόμο. Χωρίς ωστόσο να μπορεί η μνήμη του Αχιλλέα να ανακαλέσει είτε το συμβάν είτε την ανεπαίσθητη αργόσυρτη μετάλλαξη της σχέσης.
Είχε την αίσθηση ότι, μεγαλώνοντας, καταλάβαινε πού έσπρωχνε τα πράγματα με απόφαση δική του ή με παραίτηση από την αλλαγή κατεύθυνσης. Αυτό δεν αφορούσε μόνο τους μεγάλους στόχους, που έτσι κι αλλιώς μειώνονταν καθημερινά, αλλά και τα μικρά και τα απλά, όσα δηλαδή ανταποκρίνονταν στα προσωπικά αισθητικά του γούστα. Όταν ένιωθε εγκλωβισμένος, σα σε ενυδρείο, τότε δραπέτευε σε άλλες κατευθύνσεις, ανεπιτυχώς τις περισσότερες φορές, καθώς οι εξαρτήσεις, οι συναισθηματικές και κοινωνικές, τον επανέφεραν στο ενυδρείο. Και όμως, στο ταξίδι της ζωής του δε συναντούσε μόνο κόσμους φανταστικούς, αλλά και πραγματικούς, που ξέφευγαν από μια μίζερη αντίληψη της καθημερινότητας, τη ρουτίνα που φθείρει και απαξιώνει.
Το ταξίδι, όμως, συνεχίζεται. Το λέει και ο ποιητής: “Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε να ανασάνουμε, βλέπουμε να φωτίζονται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν… σώματα που δεν ξέρουν πια πώς να αγαπήσουν”.
Πέρασε η ώρα και ο Αχιλλέας ήταν κουρασμένος.
Και το όνειρο κινδύνευε να υποστεί εκπτώσεις.
“Άντε, πάμε για ύπνο τώρα. Νύσταξα. Έτσι κι αλλιώς, το μόνο πράγμα που με κρατά ζωντανό είναι η ελπίδα, σε αντίθεση με αυτό που έλεγε ο Καζαντζάκης. Η ελπίδα έρχεται κοντά μου κάθε πρωί να με συντροφεύσει από τους εφιάλτες της νύχτας. Δέχεται πολλά χτυπήματα στη διάρκεια της μέρας, πεθαίνει αργά το βράδυ και, σαν τον φοίνικα, ξαναγεννιέται κάθε ξημέρωμα… Καληνύχτα, λοιπόν… καλό ξημέρωμα. ”
Όνειρα γλυκά, έλεγε η κυρα-Λένη. Έτσι ήταν και το όνειρο του Αχιλλέα. Η κυρα-Λένη στο προσκέφαλό του μιλούσε αργά, σταθερά και γλυκά. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα, σηκωνόταν στο μισοσκόταδο του καντηλιού για να μας σκεπάσει… και αργότερα μας περίμενε για να κοιμηθεί. Και αργότερα, μας περίμενε καρτερικά και τις μέρες.
– Όνειρα γλυκά, κυρα-Λένη, μουρμούριζε ο Αχιλλέας.Όταν “έφυγε” η κυρα-Λένη, ήταν σα να έφευγε η ελπίδα. Μάλλον όχι. Η ελπίδα ήταν εκεί, η μάνα της πέθανε.
O αετός, αγόρι μου, πέρα από τη μεγάλη δύναμη που διαθέτει, είναι και ένα περήφανο πουλί. Κανένα άλλο πτηνό δεν μπορεί να τον απειλήσει, δεν μπορεί να τον νικήσει. Και όμως, το μόνο πουλί που επιχειρεί να τον ενοχλήσει είναι το κοράκι, το οποίο τολμά να ανέβει στη ράχη του για να του κάνει κακό. Συγκεκριμένα, κάθεται στην πλάτη του και του τσιμπάει τον λαιμό. 0 περήφανος αετός ούτε ανταποδίδει, ούτε αντεπιτίθεται, ούτε σπαταλά τις δυνάμεις του για το ενοχλητικό κοράκι. Απλώνει τις φτερούγες του και ξεκινάει την άνοδο προς τον ουρανό. Ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά. Το οξυγόνο για το κοράκι όλο και λιγοστεύει. Κάποια στιγμή, δεν μπορεί να αναπνεύσει από την έλλειψη οξυγόνου. 0 άρχοντας συνεχίζει την άνοδό του και αναγκάζει το κοράκι να πέσει μισολιπόθυμο από τα φτερά του. 0 αετός συνεχίζει την πορεία του νικητής και απαλλαγμένος από τις ενοχλητικές παρουσίες, χωρίς να σπαταλήσει δυνάμεις, χωρίς καν να ασχοληθεί. Και συνέχιζε με το μήνυμα: Όταν τα γήινα κοράκια μας ενοχλούν, μας επιβουλεύονται, μη σπαταλήσουμε ψυχή, μη σπαταλήσουμε δυνάμεις, αλλά απλά να ανέβουμε λίγο ψηλότερα, να φερθούμε ανώτερα και τότε αυτά θα ηττηθούν, θα εξαφανιστούν.
“Σωστά τα λες, κυρα-Λένη, αλλά… αλλά μεγαλώσαμε και ίσως, νιώθω ντροπή που το λέω, κουραστήκαμε. Και ξέρεις κάτι; Αρκετές φορές θυμάμαι τον πατέρα που σε κάποιες δύσκολες στιγμές μου έλεγε την περίφημη φράση: Πέσε κάτω και κάνε πως κοιμάσαι. Τώρα πια τον καταλαβαίνω. Είναι και αυτή μια διέξοδος. Γιατί, κυρα-Λένη, “άλλο να είσαι αετός/ κι άλλο να τόνε κάνεις, άλλο το να θωρείς κορφές/ καί άλλο να ης φτάνεις”.
Κάθε μέρα, όμως, θυμάμαι το παραμύθι που μου έλεγες και κάθε μέρα λαχταρώ να του μοιάσω. Το θυμάσαι, κυρα-Λένη; Έλεγε ότι, όταν το δάσος παίρνει φωτιά, σχεδόν όλα τα ζώα τρέχουν για να σωθούν. Όλα, εκτός από ένα κολιμπρί, το οποίο κουβαλά μια σταγόνα νερό με το ράμφος του και πετάει προς τη φωτιά…
– Μα, τι κάνεις; Είσαι τρελό; Δε θα σβήσεις τη φωτιά με μια στάλα νερό… του φωνάζουν τα ζώα.
– Το ξέρω, απαντά το μικρόσωμο πουλί που συνεχίζει… Κάνω, όμως, αυτό που μου αναλογεί”.
(τίτλοι τέλους)
![]()
__ Σπύρος Τζόκας
ΦΙΛΟΣ, συναγωνιστής και συνοδοιπόρος με το ΚΚΕ, γνωριζόμαστε στην Καισαριανή κοντά 50 χρόνια από τότε που αυτό ήταν “βρέφος”.
Στο δήμο και στη ζωή και στους δρόμους της πόλης…
Όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιογραφικό του γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καισαριανή και στην ίδια πόλη ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στη συνέχεια εισήχθη στο Ιστορικό – Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Αθηνών, όπου, ως Πρόεδρος του φοιτητικού συλλόγου της Σχολής, λαμβάνει μέρος στους φοιτητικούς, κοινωνικούς και εκπαιδευτικούς αγώνες. Μετά την απόκτηση του πτυχίου εργάζεται ως καθηγητής στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ταυτόχρονα ξεκινά με υποτροφία του ΙΚΥ τις μεταπτυχιακές του σπουδές. Αποκτά το Master και στη συνέχεια το διδακτορικό στην Ευρωπαϊκή και Ελληνική Ιστορία και στις διεθνείς σχέσεις
Τον Ιούλιο του 1992 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο : “Προϋποθέσεις, διαδικασίες και επιπτώσεις των εξωτερικών δανείων κατά την περίοδο 1879 – 1893. Η εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους από το ελληνικό κράτος.” Από το 1994 ως και σήμερα έχει διδάξει στο Ιστορικό – Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας – Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία και στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς Κυριότερα έργα του : “Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αι. Υπανάπτυξη ή εξαρτημένη ανάπτυξη;” Θεμέλιο, 1988.. “Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Οδοιπορικό στον 19ο αι., Θεμέλιο 1999.” Το βιβλίο αυτό πήρε το Α’ βραβείο από τη Βουλή των Ελλήνων. “Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το εγχείρημα του Αστικού εκσυγχρονισμού 1928-1932. Η οικοδόμηση του αστικού κράτους,” Θεμέλιο, 2000. Το βιβλίο αυτό απέσπασε το Α’ βραβείο από τη βουλή των Ελλήνων. Έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες σε επιστημονικά περιοδικά.Μεταξύ των έργων αυτών περιλαμβάνεται και το ιστορικό λεύκωμα «Καισαριανή, η φυσιογνωμία μιας πόλης», ως φόρο τιμής στη γειτονιά που μεγάλωσε.
Γαλουχήθηκε στην Αριστερά, παρέμεινε αταλάντευτα και σταθερά στις γραμμές της και πίστεψε στις αξίες, στο ήθος, και στους αγώνες των ανθρώπων της. Τις ιδέες και τις οικουμενικές αξίες αυτής προσπάθησε και προσπαθεί να υπηρετήσει με τις δυνάμεις που έχει. Στην πολιτική αυτή κατεύθυνση μετείχε στους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες της γενιάς του από διαφορετικές θέσεις.
Στην πολιτική σκηνή της Καισαριανής διετέλεσε Αντιδήμαρχος Καισαριανής κατά την περίοδο 1990-1998 με ευθύνη στους τομείς Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Κοινωνικής Πολιτικής. Από το 2002 Αντιδήμαρχος Καισαριανής με ευθύνη στους τομείς Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και από το 2004 και Περιβάλλοντος. Το 2006 εκλέχθηκε Δήμαρχος Καισαριανής.
Είναι παντρεμένος με την Αναστασία Χατζηχαραλάμπους και πατέρας δύο παιδιών.












