Του Αλέκου Χατζηκώστα //
Διάβασα πρόσφατα το συλλογικό έργο «Μεταξύ αφοσίωσης και καχυποψίας. Οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες και οι κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας στις λαϊκές δημοκρατίες (1945-1989)» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2024) και θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες γενικότερες σκέψεις. Από την αρχή να ξεκαθαρίσω ότι παίρνοντας υπόψη το προηγούμενο ιστορικό-συγγραφικό έργο όσων συμμετείχαν στον παραπάνω τόμο ήξερα πάνω – κάτω τι θα συναντούσα, μιας και ο τρόπος σκέψης τους μου ήταν γνωστός. Και μόνο ο τίτλος άλλωστε, προδιαθέτει τον αναγνώστη για το τι πρόκειται να διαβάσει. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν έχει ως στόχο την αλήθεια μέσα από την μελέτη αρχειακού υλικού αλλά ως μία ακόμη προσπάθεια να εφαρμόσει στη πράξη το αρχαίο ρητό «Δρυός πεσούσης, πας ανηρ ξυλεύεται». Υποτίθεται ότι αξιοποιεί το υλικό των μυστικών υπηρεσιών των πρώην σοσιαλιστικών χωρών (γνωστό το πώς αυτό «διαμορφώθηκε»- «αξιοποιήθηκε» και μετά τη διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και μέσω ενός ουσιαστικά αχταρμά ασύνδετων στοιχείων και «πρακτορολογίας» να οδηγήσει σε συμπεράσματα κάθε άλλο σχετικά με την ολοκληρωμένη ιστορική πραγματικότητα. Άλλωστε η δράση των υπηρεσιών ασφαλείας των πρώην σοσιαλιστικών χωρών δεν μπορεί να μελετηθεί ξεκομμένα από τη τιτάνια μάχη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον λεγόμενο «Ψυχρό Πόλεμο» και κυρίως τις προσπάθειες του ιμπεριαλισμού για τη ανατροπή αυτής της πορείας αξιοποιώντας και τις αντεπαναστατικές δυνάμεις στο εσωτερικό αυτών των χωρών, που είχαν πρώτιστα ταξική βάση (π.χ αστοί που έχασαν την περιουσία του, μεγαλοτσιφλικάδες που έχασαν τα τσιφλίκια τους κλπ). Τα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης δημιούργησαν τα δικά τους όργανα κρατικής ασφάλειας και αστυνομίας με κύριες λειτουργίες: πληροφορίες αντικατασκοπείας, προστασία των κρατικών συνόρων, καταπολέμηση του εθνικισμού, του εγκλήματος και των αντικοινωνικών δραστηριοτήτων, υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας. Τα όργανα αυτά προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στις σοσιαλιστικές χώρες και το κομμουνιστικό κίνημα, αποκαλύπτοντας και αντιμετωπίζοντας σχέδια και κατασκοπευτικά δίκτυα των καπιταλιστικών κρατών. Οι υπηρεσίες αυτές βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο του λαού και των εργατών και όχι το αντίθετο!
Και μόνο αν διαβάσει κανείς το οπισθόφυλλο μπορεί να βγάλει κανείς άνετα συμπεράσματα για τις στοχεύσεις του: «…Με τη συγκρότηση άρτια οργανωμένων μηχανισμών παρακολούθησης «αντιφρονούντων» και (έγκαιρης) καταστολής «ανατρεπτικών ενεργειών», δημιούργησαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο αστυνόμευσης και ελέγχου, σπέρνοντας την καχυποψία και τον φόβο στους πολίτες των Λαϊκών Δημοκρατιών. Χιλιάδες άνθρωποι, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, επαγγέλματος και κοινωνικής θέσης, στελέχωσαν –για διάφορους λόγους– τους μηχανισμούς αυτούς και συνέβαλαν στην καταπολέμηση του «ταξικού εχθρού». Από την προσοχή των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας δεν διέφυγαν ούτε οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Τα άρθρα του ανά χείρας τόμου δίνουν μια συνολική εικόνα για τις ζωές των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην ανατολική Ευρώπη υπό το πρίσμα των κατασταλτικών αυτών μηχανισμών και κάτω από το άγρυπνο μάτι του ΚΚΕ στην υπερορία. Δηλαδή βασικός στόχος του βιβλίου είναι αφενός η συκοφάντηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, εμφανίζοντας αυτές τις χώρες ως ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές, που παρακολουθούσαν τους «πάντες και τα πάντα», ως κοινωνίες της «καχυποψίας και του φόβου». Για όσους λόγω ηλικίας γνωρίζαμε από τα προπαγανδιστικά στερεότυπα της δεκαετίες του ’50 πολλά από όσα διαβάζαμε με γυρίζουν σε εποχές ραδιοφωνικών σήριαλ τύπου «Στα δίκτυα της αράχνης»…
Αφετέρου στόχος είναι να συκοφαντήσουν και το ΚΚΕ και τους αγωνιστές του που κατέφυγαν μετά την στρατιωτική ήττα του ΔΣΕ στις φιλόξενες λαϊκές Δημοκρατίες , τον τρόπο λειτουργίας του, τις προσπάθειες προσαρμογής του σε μία νέα και εξαιρετικά πολύπλοκη πραγματικότητα.
Ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
–«Αν κάτι ξεχώριζε τα καθεστώτα μπολσεβίκικου τύπου από άλλα κράτη αυτό ήταν οι αχαλίνωτες δικαιοδοσίες που έδωσαν στις υπηρεσίες ασφαλείας τους. Δεν χωρά αμφιβολία πως το παρελθόν των κομμουνιστών στην παρανομία και τις διώξεις που υπέστησαν συνέβαλαν καταλυτικά στη διαμόρφωση μιας ψυχοσύνθεσης «μυστικομανίας», μια ψυχολογία δηλαδή «πολιορκημένου κάστρου» με εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Αυτές οι καταβολές σε συνδυασμό με το μέγεθος της κοινωνικής αλλαγής που είχαν μπροστά τους να εκπληρώσουν και το κλίμα Ψυχρού Πολέμου, συνέβαλαν σε ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των υπηρεσιών ασφαλείας του: τη χρήση του φόβου… Καθώς οι Λαϊκές Δημοκρατίες περιόριζαν σταδιακά τον πολυκομματισμό και τις ελεύθερες εκλογές, όπως επίσης και την ελευθερία του τύπου, η προσπάθεια να γνωρίζουν «τι λένε οι πολίτες» ήταν κρίσιμης σημασίας για τα νέα καθεστώτα…». Εδώ να τονίσουμε τη συκοφάντηση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης μέσω της έλλειψης «πολυκομματισμού» (τι και αν αρκετές από αυτές είχαμε μέτωπα κομμάτων στις κυβερνήσεις), τη συλλογή δημογραφικών πληροφοριών τυπικών στοιχείων που έχουν όλα τα κράτη του κόσμου για τους κατοίκους τους, αλλά και την προσπάθεια «ψυχολογική; Ερμηνεία;» των αναγκαίων μέτρων προστασίας τους. Να θυμίσουμε ακόμη ότι στην «δημοκρατική Ελλάδα» (και δεν μιλάμε για την περίοδο της χούντας) τα περίφημα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων που εκδίδονταν από την Αστυνομία ή την Χωροφυλακή για διορισμό στο Δημόσιο, εγγραφή στα πανεπιστήμια, για έκδοση άδειας οδήγησης ή άδεια νεκροθάφτη. Επιπλέον, το συνδικαλιστικό και το σπουδαστικό της Ασφάλειας διέθετε ένα πλήθος από χαφιέδες, προβοκάτορες, απεργοσπάστες που συνεργάζονταν σε μόνιμη βάση με την αστυνομία, με το αζημίωτο βέβαια, ξέχωρα τις φυλακές και τις εξορίες που λειτουργούσαν!
-«…Η εξάρτηση του ΚΚΕ από τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κόμματα ήταν πολυεπίπεδη και πολύπλοκη. Υφίστατο έλεγχο, λογοδοτούσε ως έναν βαθμό στα θεσμοποιημένα όργανα τους, ενημέρωνε για τη δράσης του…Ο μπολσεβικισμός κομμουνισμός ως ιδεολογία κατασκεύασε θεσμούς και σύμβολα και δημιούργησε συγκεκριμένη κουλτούρα που οδηγούσε τους κομμουνιστές να ευθυγραμμίζονται πολύ εύκολα με τις επιλογές της Μόσχας…Το κόμμα συστηματικά με λόγια και έργα έπλεκε και διατηρούσε μύθους οι οποίοι βοηθούσαν στη δόμηση συγκεκριμένων ταυτοτήτων και οδηγούσαν στην αποδοχή της «πραγματικότητας» που το ίδιο είχε στήσει… Η πρακτική της ανακαταγραφής ως μέσο επιβολής της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας..». Και φυσικά εδώ «ξεχνούν» να αναφέρουν τη λειτουργία και τις υποχρεώσεις των Κ.Κ όταν υπήρχε Κομμουνιστική Διεθνής, ενώ ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο αναπαράγουν τις κατηγορίες ότι το ΚΚΕ ήταν «εξαρτημένο και ξενοκίνητο», λειτουργούσε αντιδημοκρατικά, αμφισβητώντας ακόμη και τον ηρωϊσμό-θυσίες των μελών του μιας και κάνει λόγο για «κατασκευή συμβόλων»…
–«Μετά τον ελληνικό εμφύλιο πάνω και μέσα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου που είχε αναδυθεί, το ζήτημα της διαχείρισης της εγκατάστασης των προσφύγων στις Λ.Δ γεννούσε έντονη ανασφάλεια και αβεβαιότητα στις κρατικές οντότητες του «Σιδηρού παραπετάσματος» καθώς παρά το συστηματικό έλεγχο που ασκούσε το ΚΚΕ στον πληθυσμό των προσφύγων και τις πληροφορίες που αυτό φρόντιζε να συγκεντρώνει και ν α μεταφέρει στα κράτη υποδοχής, τα τελευταία δεν είχαν καμιά εκ των προτέρων εικόνα για αυτόν τον πληθυσμό που κατέφτασε μαζικά και απότομα από διάφορους δρόμους μεταξύ 1958-1950». Εδώ να σημειώσουμε ότι τα σύνορα των Λαϊκών Δημοκρατιών ήταν ανοικτά για τους αγωνιστές του ΔΣΕ κατά τον ηρωικό του αγώνα, παρέχοντάς («παιδοσώσιμο»), ενώ μετά τη λήξη του οι Λαϊκές Δημοκρατίες της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και η ΕΣΣΔ οργάνωσαν τη συυνεύοντας ακόμη και την κρατική τους υπόσταση. Παρότι οι χώρες υποδοχής δεν πρόλαβαν να επουλώσουν τις δικές τους πληγές, είχαν τον τραχύ δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, η υποδοχή των προσφύγων ήταν θερμή και καλά οργανωμένη. Προσέφεραν ουσιαστικά από το «υστέρημά τους» ό,τι παρείχαν στους κατοίκους τους (εργασία, τροφή, ένδυση, στέγη, παροχές υγείας, σπουδές). Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χτίστηκαν για τους πρόσφυγες ολόκληρα χωριά, πολιτείες, σπίτια. Οργανώθηκαν λέσχες, έκδοση Τύπου και βιβλίων στα Ελληνικά, λειτούργησαν ραδιοφωνικοί σταθμοί και εντάχθηκε η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα σχολικά προγράμματα. Ταυτόχρονα έγιναν αποδέκτες των αγαθών της προηγμένης τεχνολογίας, επιστήμης, του πολιτισμού, του αθλητισμού. Έτσι ο σοσιαλισμός αφού έλυσε τα άμεσα προβλήματα των προσφύγων του πρώτου καιρού και με προβλήματα φυσικά λόγω αντικειμενικών συνθηκών, στη συνέχεια τους έδωσε όλα τα εφόδια να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους, να δημιουργήσουν παντού, να διαπρέψουν. Με την πάροδο των χρόνων οι Έλληνες πρόσφυγες ταυτίστηκαν με την Ιστορία και τους ανθρώπους αυτών των χωρών, συμμετείχαν στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις χώρες εκπατρισμού τους. Φυσικά κάποιοι από τους συγγραφείς αναγκάζονται να παραδεχτούν ορισμένα πράγματα: «..Για τους Έλληνες νεοφερμένους η Πολωνία ήταν πρωτίστως μια μακρινή, άγνωστη χώρα στην οποία μπόρεσαν να βρουν φιλία, φροντίδα και καταφύγιο. Ακόμη και μετά από πολλά χρόνια, οι πρόσφυγες τόνιζαν την ατμόσφαιρα ζεστασιάς και αλληλεγγύης με την οποία τους υποδέχθηκαν στη νέα τους κατοικία. Για τους Πολωνούς εκείνοι θυμούνται ακόμα τους Έλληνες φίλους τους από τα σχολεία και τις γειτονιές. Από την άλλη, αν και η ζωή του πρόσφυγα είχε τα πλεονεκτήματα της, δεν ήταν καθόλου απλή…» (Μ. Σέμτσυσυν, Κωδική ονομασία; Επιχείρηση Νεοεισερχόμενοι»). Να σημειώσουμε ακόμη ότι η απλόχερη βοήθεια του σοσιαλισμού στους Έλληνες Πολιτικούς Πρόσφυγες δόθηκε χάρη στις δυνατότητες που έδινε ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής, με τον κεντρικό σχεδιασμό, την κοινωνικοποιημένη ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής και τον εργατικό έλεγχο.
Και κάτι ακόμη που οι συγγραφείς προσπαθούν να προσπεράσουν συκοφαντικά. Γράφουν «… Η στάση του κάθε πρόσφυγα σε αυτά τα θέματα (σ.σ 12η ολομέλεια, Αύγουστος 1968) αποτελούσε καθοριστικό κριτήριο για το ένα τα παιδιά σου θα γίνονταν δεκτά στο Πανεπιστήμιο, για την απόκτηση του απαραίτητου πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων, ακόμα και για το εάν οι οικογένεια θα πήγαινε στα λουτρά ή θα έπαιρνε άδεια για επίσκεψη συγγενών σε άλλη λαϊκοδημοκρατική χώρα…». Οι χιλιάδες Πολιτικοί Πρόσφυγες πρωτοστάτησαν στις χώρες αυτές στην προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αναδείχτηκαν εκεί σε πρωτοπόρους και καινοτόμους εργάτες και εργάτριες της σοσιαλιστικής παραγωγής. Υπερασπίστηκαν ακόμη τη σοσιαλιστική οικοδόμηση σε κρίσιμες φάσεις, ενάντια στους αντεπαναστάτες (π.χ Ουγγαρία 1956, Τσεχοσλοβακία 1968).
Στο βιβλίο γίνονται αναφορές και για τα ζητήματα επαναπατρισμού τους, που με τη μέθοδο της «περιπτωσιολογίας» διαστρεβλώνουν ξανά την πραγματικότητα. Το ελληνικό αστικό κράτος τους είχαν αφαιρέσει ακόμη και την ελληνική ιθαγένεια, ενώ έβαζαν πλήθος εμπόδια για το επαναπατρισμό τους, την επανένωση με το οικογενειακό τους περιβάλλον στην πατρίδα τους. Η πλειοψηφία τους πάλεψε για χρόνια με διάφορους τρόπους (και με αγώνες φορέων στην Ελλάδα) για έντιμο επαναπατρισμό, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς δηλώσεις μετανοίας, χωρίς πολιτική υποχώρηση, για να συνεχίσουνε την αγωνιστική προσφορά στον τόπο που γεννήθηκαν . Με τον επαναπατρισμό τους αντιμετώπισαν ατελείωτα εμπόδια (αργός ρυθμός απονομής ιθαγένειας, μη απόδοση περιουσίας, μη αναγνώριση πτυχίων, κωλυσιεργία στην απόδοση συντάξεών τους από τις σοσιαλιστικές χώρες, ιατρική περίθαλψη μόνο με βεβαίωση από τη Γενική Ασφάλεια ή τη Διεύθυνση της Χωροφυλακής). Η στέρηση της ιθαγένειας σήμαινε πρακτικά εμπόδια. Στη θέση της ταυτότητας τους χορηγήθηκε έγγραφο με ένδειξη «άνευ δικαιώματος για εργασία».Μόλις το 1982, όταν ψηφίστηκε τελικά ο νόμος για τον επαναπατρισμό, άνοιξε η χαραμάδα για τις αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις (ιθαγένειας, περίθαλψης, εργασίας, συντάξεων), που όμως σε πολλές περιπτώσεις έφθασε πρακτικά και τη δεκαετία. Ωστόσο, χάρη στα μορφωτικά και επαγγελματικά εφόδια που απέκτησαν στον σοσιαλισμό, οι πρόσφυγες υπερκέρασαν τα εμπόδια και επανεντάχθηκαν γρηγορότερα από κάθε άλλη ομάδα εκπατρισμένων.
Όσο και αν θέλουν οι συγγραφείς του συγκεκριμένου βιβλίου να κρύψουν ή να διαστρεβλώσουν την ιστορική πραγματικότητα, υπάρχουν χιλιάδες παιδιά και εγγόνια πολιτικών προσφύγων , αν ενδιαφέρονται πραγματικά, να τους την πουν!
*(Με στοιχεία και από το χρήσιμο άρθρο της Φιλιώς Τόλια: Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού Εμφυλίου στις σοσιαλιστικές χώρες και η παραχάραξη της ζωής τους σε αυτές/ Ριζοσπάστης 3/8/2024)








