902
Κινηματογραφική εβδομάδα αδιάφορη ως προς τις νέες ταινίες και ενδιαφέρουσα ως προς τις επανεκδόσεις της. Τον Αύγουστο αναμένονται κάποιες ενδιαφέρουσες ταινίες, μετρημένες στα δάχτυλα, αν δεν αλλάξει η ημερομηνία προβολής τους, όπως συμβαίνει συχνά τον Αύγουστο… Σε κάθε περίπτωση, από τις 20 Αυγούστου και μετά θα ξεκινήσει η κινηματογραφική σεζόν, μετά την αγρανάπαυση του θέρους! Η συμβουλή μας είναι να μείνετε στην ασφάλεια των επανεκδόσεων, αφού είναι ταινίες που έχουν κριθεί και αντέξει στον χρόνο. Ποτέ δεν χάνεις παρακολουθώντας μια επανέκδοση. Μόνο και μόνο να παρακολουθήσεις τις αντιλήψεις μιας περασμένης εποχής και το πλαίσιο στο οποίο γυρίστηκε μια ταινία είναι μεγάλο κέρδος.
Αυτήν τη βδομάδα βγαίνουν οι ακόλουθες επανεκδόσεις: Η πρώτη ταινία του σκηνοθέτη της «Οδύσσειας», Κρίστοφερ Νόλαν, «Following» (1998), τα θρυλικά «Ψηλά Τακούνια» (Tacones Lejanos, 1991) του Πέδρο Αλμοδόβαρ, «O Ταξιτζής» (Taxi Driver, 1976) του Μάρτιν Σκορσέζε, που δεν χρειάζεται συστάσεις, η προτελευταία ταινία του «κόκκινου κόμη» Λουκίνο Βισκόντι, «Η Γοητεία της Αμαρτίας» (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974), και ο «Φάουστ» (Faust, 1926) του Φρίντριχ Β. Μουρνάου.
Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν πολύ ωραία αφιερώματα σε μεμονωμένους κινηματογράφους και κινηματογραφικές λέσχες και οι επανεκδόσεις από τις προηγούμενες εβδομάδες για όσους δεν πρόλαβαν να τις δουν! Πέραν όλων τούτων, όμως, αυτές τις μέρες χτυπιέται βάναυσα όλος ο πολιτισμός και ο οπτικοακουστικός τομέας έχει την «τιμητική» του. Για το δε κομμάτι του κινηματογράφου, που μας ενδιαφέρει περισσότερο στη στήλη, περνούν απαράδεκτα νομοθετήματα! Υποβαθμίζεται η σημασία του ελληνικού ανεξάρτητου κινηματογράφου και των ανθρώπων που τον απαρτίζουν – δημιουργών, σκηνοθετών και τεχνικών. Πέραν της fast track διαδικασίας μέσα στο κατακαλόκαιρο, η πολιτεία δεν άκουσε τους δημιουργούς, τους τεχνικούς και τα σωματεία τους, ενώ όχι μόνο αντιμετωπίζει την Τέχνη ως επένδυση και ως προϊόν αλλά επιχειρεί να τη φιμώσει με τη βούλα του νόμου! Δεν φτάνει που δεν χρηματοδοτείται η ανεξάρτητη καλλιτεχνική κινηματογραφική παραγωγή, πλέον μπορεί να ανακληθεί ήδη εγκεκριμένη χρηματοδότηση «για λόγους δημόσιου συμφέροντος»! Ποιο είναι αυτό το δημόσιο συμφέρον και ποιες ταινίες κρίνει επικίνδυνες άραγε; Μήπως το δημόσιο συμφέρον της αστικής εξουσίας είναι το ίδιο με το συμφέρον του λαού; Ρητορικό το ερώτημα. Ευτυχώς που στον καπιταλισμό δεν υπάρχουν αδιέξοδα και οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να μη χρηματοδοτούνται, να μη λειαίνουν τα σενάριά τους για να αρέσουν στους επενδυτές, και τελικά να μην κάνουν την ταινία που θέλουν!
Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολλαπλά: Ποιος αποφασίζει για τις ταινίες που χρηματοδοτούνται, ποιος ωφελείται, ποιος ελέγχει το περιεχόμενό τους. Σημασία δεν έχει μόνο να έχουμε κινηματογράφο γενικά και αόριστα, σημασία έχει να έχουμε προοδευτικό κινηματογράφο, που απευθύνεται σε μας και που προάγει την καλλιέργεια και την αφύπνισή μας! Σημασία έχει οι δημιουργοί να έχουν τη δυνατότητα να εξελίξουν την Τέχνη τους. Και πώς μπορεί να γίνει αυτό όταν η πλειονότητα των χρημάτων απευθύνεται στα τηλεοπτικά κανάλια, στα «ψηφιακά παιχνίδια, τεχνολογίες εμβύθισης (XR, VR, AR) και κάθε άλλη καινοτόμο μορφή» και όχι στην ελληνική ανεξάρτητη κινηματογραφία και διανομή; Σημασία έχει να έχουμε Συλλογικές Συμβάσεις και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας στους τεχνικούς, και όχι να αποτελούν φτηνό εργατικό δυναμικό υπηρεσιών για τους κάθε λογής επενδυτές!
- Καταρχήν η επανέκδοση της ταινίας “Ψηλά τακούνια”, του Αλμοδόβαρ __με μια καλλιτέχνιδα να επιστρέφει στη Μαδρίτη μετά από 15 χρόνια στο εξωτερικό και να βρίσκει την 27χρονη κόρη της παντρεμένη με έναν από τους πρώην εραστές της (από τα αγαπημένα θέματα του Πέδρο. Το κορίτσι έχει μεγαλώσει με τον πατέρα του, αλλά παραμένει προσκολλημένο στο πρόσωπο της απούσας και άσπλαχνης μητέρας, η οποία βγάζει τώρα όλη της την οργή και την πικρία πάνω σε μία εύθραυστη κόρη. Όταν τελικά ξανασυναντιούνται το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό… (συνέχεια επί της οθόνης) και
- Και κατά δεύτερο λόγο το πολλά υποσχόμενα σίκουελ του Spider-Man _Καινούργια Μέρα σε σκηνοθεσία Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον __Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τα γεγονότα της ταινίας «No Way Home» και ο Peter είναι πλέον ένας ενήλικας που ζει εντελώς μόνος, έχοντας εθελοντικά εξαφανιστεί από τη ζωή και τις αναμνήσεις των ανθρώπων που αγαπά. Καταπολεμώντας το έγκλημα σε μια Νέα Υόρκη που δεν γνωρίζει πλέον το όνομά του, έχει αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην προστασία της πόλης του — ως Spider-Man πλήρους απασχόλησης — αλλά καθώς οι απαιτήσεις προς αυτόν μεγαλώνουν, η πίεση πυροδοτεί μια εκπληκτική φυσική εξέλιξη που απειλεί την ύπαρξή του, την ίδια στιγμή που ένα παράξενο νέο μοτίβο εγκλημάτων δημιουργεί μία από τις πιο ισχυρές απειλές που έχει αντιμετωπίσει ποτέ.
902
Είναι μια καινούργια μέρα για τον Peter Parker, που έχει πλέον αφοσιωθεί στην καταπολέμηση του εγκλήματος ως Spider-Man. Κυκλοφορεί όμως σε έναν κόσμο που δεν τον θυμάται πια, με τους παλιούς του φίλους να συνεχίζουν τη ζωή τους χωρίς εκείνον. Η νέα κατάσταση του επιφυλάσσει μια ανεξέλεγκτη αλλαγή και αυτή η μεταμόρφωση μπορεί να είναι η μοναδική ελπίδα για να αποκρούσει μια νέα απειλή που στρέφεται εναντίον της πόλης και των ανθρώπων που αγαπά: Εναν πανίσχυρο αντίπαλο που κανείς δεν μπορεί να δει.
Μας έχει κουράσει η «Marvel» με τα 80 σύμπαντα και τους 800 ήρωές της που πεθαίνουν, ξαναγεννιούνται, θυμούνται, ξεχνάνε, μάχονται μεταξύ τους, και όλα αυτά για να μη μας πουν τίποτα στο τέλος! Στην εξίσωση μπλέκονται και ο Punisher με τον Thor για να βγει το σενάριο, και το ζεύγος Tom Holland και Zendaya, που έχει την τιμητική του φέτος, κάνει άλλη μια εμφάνιση! Αραγε θα το φιλήσει το κορίτσι στο τέλος ο άνθρωπος – αράχνη ή όχι; Μήπως ο κακός της υπόθεσης δεν είναι πραγματικά και τόσο κακός και γίνεται μια ταινία για να «ξεπλύνει» την αγαστή συνεργασία του Spider-Man με τις αρχές; Το καταλάβαμε ότι δεν πουλάει το μαγαζί και η «Marvel» αναγκάζεται να εστιάσει στην ανθρώπινη πλευρά των ηρώων της! Το ζήτημά μας εδώ είναι ότι όλα τούτα είναι στην πραγματικότητα κάπως μετέωρα. Το να δούμε την ανθρώπινη πλευρά των υπερηρώων, αλλά συνάμα να μη θυσιάσουμε και το θέαμα, είναι σαν να κρατάς δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη, γιατί τίποτα από τα δύο δεν είναι ολοκληρωμένο. Σίγουρα πάντως, όση ανθρωπιά κι αν «μυρίσει», η ταινία δεν παύει να είναι μια ανάθεση στον εκάστοτε εκλεκτό να απαλλάξει την κοινωνία από τους κακούς. Θα πείτε, όλα αυτά τώρα τα είδαμε, με το Spider-Man νούμερο τάδε; Οχι βέβαια, αλλά έχουμε πραγματικά κουραστεί να κρίνουμε μπούρδες λες και πρόκειται για αληθινό κινηματογράφο!

_ Ισπανία, 1991
Ψηλά Τακούνια __Tacones lejanos / Πέδρο Αλμοδόβαρ: Αστυνομικό noir; Τραγωδία; Μελόδραμα; Μπουρλέσκ Φάρσα; Μαύρη -ή μάλλον, κατακόκκινη- κωμωδία; 35 χρόνια πριν, με αυτή την ταινία, ο Πέδρο φόρεσε δωδεκάποντα και έκανε lip-syncing των κινηματογραφικών genres για να γεννήσει το ατόφιο δικό του: το «αλμοδοβαρικό». Από μικρό κορίτσι η Ρεμπέκα λάτρευε την μητέρα της. Η Μπέκι Ντελ Παράμο άλλωστε ήταν είδωλο: μία διάσημη στα 70ς pop τραγουδίστρια-ηθοποιός, μία γνήσια ανασφαλής, εγωπαθής νάρκισσος, που αγαπούσε-με αυτή τη σειρά- το είδωλό της στον καθρέφτη και κακοποιητικούς άντρες. Και την κόρη της φυσικά, μην το ξεχνάμε. Φτάνει που την ξεχνούσε εκείνη. Όμως η Ρεμπέκα δεν την ξέχασε ποτέ. Ακόμα κι όταν, μετά τον (πολύ βολικό) θάνατο του δεύτερου συζύγου της, την παράτησε, πάνω στην τραυματική της προεφηβεία, για να κυνηγήσει την καριέρα της στη Λατινική Αμερική. Τι κι αν της είχε υποσχεθεί ότι θα την έπαιρνε μαζί της; Λόγια του αέρα, σαν ρεφρέν από τα διάσημα τραγούδια της. Η Μπέκι ήταν μεθυσμένη από φιλοδοξία κι έναν νέο έρωτα – τον Μανουέλ, έναν macho δημοσιογράφο που την ακολούθησε στο Μεξικό για να της κάνει το αποκλειστικό πορτρέτο.
Δεκαπέντε χρόνια μετά και η Μπέκι Ντελ Παράμο κάνει την μεγάλη της επιστροφή στη Μαδρίτη. Στο αεροδρόμιο δεν την περιμένει κανείς – παρά μόνο η ταραγμένη, συγκινημένη 28χρονη Ρεμπέκα. Ανυπομονεί να της συστήσει τον σύζυγό της, τον Μανουέλ, ο οποίος είχε γίνει καναλάρχης, αλλά παρέμενε άξεστος κυνηγός. Ανυπομονεί να της δείξει και την «Λατάλ», την drug queen που σε ένα underground club της Τσουέκα ντύνεται με τις παγιέτες, τα ψηλά γάντια και τα ακόμα ψηλότερα τακούνια της Μπέκι και κάνει lip-syncing τα τραγούδια της. «Οταν μου έλειπες πολύ, ερχόμουν στην Λατάλ» της λέει βουρκωμένη. Μόνο που η Λατάλ κρύβει ένα μυστικό κι ένα κρυφό πόθο για την Ρεμπέκα. Οπως κι ο Μανουέλ δεν μπορεί να κρύψει τον ανδρικό, χυδαίο δικαιωματισμό του: γιατί να μην την ξαναπέσει και στην μάνα; Κάπου εκεί το reunion μητέρας και κόρης μπλέκεται σ’ ένα πολύχρωμο κουβάρι από διπλές ταυτότητες, μυστικά, πόνο, ενοχές, λατρεία, μίσος και τον Μανουέλ νεκρό στο κρεβάτι του. Ποια τον σκότωσε; Εχει σημασία; Το 1991, ο Πέδρο Αλμοδοβάρ παρουσιάζει την ταινία-επιτομή του ανυπότακτο σε είδη σινεμά του. Τι είναι αυτό που βλέπουμε; Αστυνομικό noir; Τραγωδία; Μελόδραμα; Μπουρλέσκ Φάρσα; Μαύρη -ή μάλλον, κατακόκκινη- κωμωδία; Κι αν πλέον δεν αναρωτιόμαστε (αντιθέτως με κάθε νέα του ταινία το περιμένουμε, το απαιτούμε) 35 χρόνια πριν μάς ανατίναζε το μυαλό. Σήμερα το χαρακτηρίζουμε απλώς «αλμοδοβαρικό», το αγαπάμε, το αναγνωρίζουμε ως μέρος της mainstream ποπ κουλτούρας μας, βλέπουμε την επίδραση του στους μεταγενέστερους σκηνοθέτες και σε ταινίες σε όλο τον κόσμο.
Προσπαθώντας για χρόνια να αποδράσει από όλα όσα μπορεί να φυλακίσουν έναν γκέι άνδρα, έναν νεαρό δημιουργό που ανήκε στο πιο σημαντικό underground κίνημα που γεννήθηκε ποτέ στη Μαδρίτη (Movida), ένα παιδί που γεννήθηκε σε μια φτωχή καθολική οικογένεια στην επαρχία και έναν σκηνοθέτη που για χρόνια όλοι αντιμετώπιζαν ως ένα «αστείο», ο Αλμοδοβάρ έκανε τις αδυναμίες του δύναμη, τα απωθημένα του διαλόγους και τις εμμονές του εικόνες. The Almodovar Mixtape – χορεύεται με ψηλά τακούνια! Κάτι παραπάνω από cult classic, τα “Ψηλά Τακούνια” στέκονται ως έμβλημα της πιο ώριμης περιόδου του enfant terrible. Ως δείγμα ενός σινεμά, vintage και pop, μελό και καρικατούρας, υπέροχης επιδερμίδας αλλά και πολιτικού σχολίου. Ενα σινεμά που ανήγαγε το κιτς, το τεχνικολόρ της τελενουβέλας σε τέχνη. Ενα σινεμά που δυναμώνει την ένταση και τον ήχο, φωνάζει, γελάει, σπαράζει, καυλώνει και το κάνει αναπολογητικά.» __Και τα «Ψηλά Τακούνια» στάθηκε ως η ταινία που θα θόλωνε εντελώς, θα έσπαγε τα όρια. Τόσο θεματικά (εναλλαγές έμφυλης ταυτότητας, μυστικές ζωές, μητέρα και κόρη σε ανοριοθέτητη οιδιπόδεια σχέση, το lip-syncing ως εύρημα του πώς το «ψεύτικο» μπορεί να είναι πιο συγκινητικό από το «αληθινό», γυναίκες που μιμούνται τις grandes dames του σινεμά για να ακολουθήσουν drug queens που μιμούνται αυτές τις γυναίκες) όσο και υφολογικά, κινηματογραφικά – καταλύοντας όλα τα genres.
Φορώντας τα πιο τολμηρά του δωδεκάποντα, ο Αλμοδοβάρ περπάτησε στο τεντωμένο σχοινί ενός ολοδικού του κινηματογραφικού πειραματισμού: υποκλίθηκε στις πιο αγαπημένες του αναφορές -από τον Μπέργκμαν («Φθινοπωρινή Σονάτα»), μέχρι τα μελοδράματα του Ντάγκλας Σερκ («Αυτή Είναι η Ζωή μου»)- τις μπόλιασε με ανίερη φαρσική κωμωδία, τους έδωσε έναν τόνο πολύχρωμης σαπουνοπερικής εξτραβαγκάνζας, τα έντυσε με κατακόκκινα μοτίβα (ο DP Αλμπέρτο Μάγιο φωτίζει το color blocking ενδυματολογίας και σκηνογραφίας με τρόπο που το κόκκινο γίνεται σύμβολο ζωής και θανάτου) φανταχτερά μουσικά νούμερα, και κατέληξε με μία ταινία που ισορροπεί μεταξύ γελοιότητας και βαθιάς συγκίνησης. Το τελευταίο το οφείλει κατά πολύ στις συγκλονιστικές πρωταγωνίστριες του. Η Μαρίσα Παρέδες γλιστράει με γενναιότητα κάτω από την επιδερμίδα της μητέρας-ντίβας, την κουβαλάει με φιλάρεσκο θεατρινισμό, αλλά παράλληλα με έναν μαγικό τρόπο την εξανθρωπίζει. Οπως τα δάκρυα της καταστρέφουν το μακιγιάζ της, κυλούν ασταμάτητα στο σκαμμένο της πρόσωπο και σκάνε στο κατακόκκινο φιλί που άφησαν τα χείλη της σανίδι – έτσι κι εμείς, δεν ξέρουμε ακριβώς τι να νιώσουμε. Λύπη, αγωνία, σπαραγμό, οργή, ή το λαμπερό εκτόπισμα της μάς έχει θολώσει την κρίση; Την απάντηση τη δίνει το μουτράκι της Βικτόρια Αμπρίλ. Ένα πρόσωπο-καμβάς χιλιάδων δονήσεων, ένα ελαφίσιο βλέμμα πόνου που λειτουργεί ως βαρίδι στον αλμοδοβαρικό περιπαικτικό παροξυσμό. Ο,τι ακραίο, ασυγκράτητο, absurd κι αν συμβαίνει στην πλοκή, το βούρκωμα της Αμπρίλ γειώνει τα πάντα – απογειώνοντας το συναίσθημα.
Κάτι παραπάνω από cult classic, τα «Ψηλά Τακούνια» στέκονται ως έμβλημα της πιο ώριμης περιόδου του enfant terrible. Ως δείγμα ενός σινεμά, vintage και pop, μελό και καρικατούρας, υπέροχης επιδερμίδας αλλά και πολιτικού σχολίου. Ενα σινεμά που ανήγαγε το κιτς, το τεχνικολόρ της τελενουβέλας σε τέχνη. Ενα σινεμά που δυναμώνει την ένταση και τον ήχο, φωνάζει, γελάει, σπαράζει, καυλώνει και το κάνει αναπολογητικά.

Following του Κρίστοφερ Νόλαν: Ένας άνεργος συγγραφέας, που ακολουθεί στα κρυφά άγνωστους ανθρώπους για να αντλήσει υλικό για τα βιβλία του, γνωρίζει τον Κομπ, έναν γοητευτικό διαρρήκτη, που τον μυεί στον τρόπο δράσης του.
Αχνή Θέα των Λόφων του Κέι Ισικάβα: 1982, Ηνωμένο Βασίλειο. Μια επίδοξη Ιαπωνοβρετανίδα συγγραφέας παίρνει συνέντευξη από τη μητέρα της, σχεδιάζοντας να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο στις μεταπολεμικές εμπειρίες της στο Ναγκασάκι. Στην πορεία, ανακαλύπτει πως κάτι σε αυτές τις διηγήσεις δεν ταιριάζει.
902
Δεν είναι το πρώτο μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα Καζούο Ισιγκούρο που μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Η αριστουργηματική ταινία «Τα Απομεινάρια μιας Μέρας», του Τζέιμς Αϊβορι, επίσης στηρίζεται σε μυθιστόρημά του. Εδώ ο Ισικάβα επιχειρεί – δυστυχώς χωρίς επιτυχία – να μεταφέρει στον κινηματογράφο το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, που μας μιλάει για τη μνήμη και τους μηχανισμούς άμυνας που χτίζουν οι άνθρωποι για να αντέξουν τα τραυματικά γεγονότα. Χωρίς να έχουμε διαβάσει το βιβλίο, αντιλαμβανόμαστε από την ελλιπή συνοχή στην αφήγηση και το αληθινό μπέρδεμα που έχει ο θεατής ότι υπάρχουν αρκετές αποχρώσεις του που δεν γίνονται εμφανείς από τη μεταφορά του στο πανί. Ο συγγραφέας σκόπιμα δημιουργεί χαρακτήρες που προσομοιάζουν στην αληθινή ιστορία της μητέρας, προσπαθώντας να μας δείξει ότι πολλές φορές δεν αντέχουμε να αφηγηθούμε την αλήθεια όταν είναι επώδυνη. Είναι αυτοί οι χαρακτήρες αληθινοί ή είναι αποκυήματα της φαντασίας της μητέρας που τα έπλασε για το παρελθόν της, γιατί έτσι μπορεί να το διηγηθεί χωρίς να «σπάσει»; Κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά. Εδώ είναι λοιπόν που διαφέρουν οι λέξεις από τις εικόνες, σε αυτές τις σημαντικές λεπτομέρειες που σε ένα βιβλίο προσδίδουν βάθος, ειρωνεία, παραπλάνηση και πολλές διαφορετικές «εκφάνσεις» στην αφήγηση, ενώ στη μεταφορά τους στον κινηματογράφο χάνονται στα συμφραζόμενα! Σε κάθε περίπτωση, όπως φαίνεται στην ταινία λείπει εκείνο το βαθύτερο πολιτικό περιεχόμενο που θα την έκανε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα αφήγηση για τη μεταπολεμική εποχή στο Ναγκασάκι. Η πυρηνική βόμβα είναι σχεδόν απούσα από την αφήγηση, λες και δεν έχει στοιχειώσει τη μαρτυρική πόλη και τους ανθρώπους της! Εστιάζουμε στο τραύμα και αφήνουμε εκτός κάδρου τις αιτίες του τραύματος. Αυτό συμβαίνει όλο και συχνότερα στις ταινίες τα τελευταία χρόνια, και δεν μπορεί παρά να συμβαίνει σκόπιμα!
Έγκλημα στον Τρίτο Όροφο __Σκηνοθεσία/Σενάριο Ρεμί Μπεζανσόν: Η σύντροφός του, Κολέτ, καθηγήτρια στη Σορβόννη και παγκοσμίου φήμης ειδικός στον Άλφρεντ Χίτσκοκ, έχει κουραστεί να παρακολουθεί τον Φρανσουά να κάθεται στο διαμέρισμά τους με τις πιτζάμες του και λαχταρά τον ενθουσιασμό των κλασικών ταινιών που παρακολουθεί με τους μαθητές της. Όταν η Κολέτ αρχίζει να υποψιάζεται τον εκκεντρικό γείτονά τους, ηθοποιό, ότι δολοφόνησε τη γυναίκα του, η καθημερινή ζωή του ζευγαριού ανατρέπεται – και η σχέση τους ξαναζωντανεύει.

“Μια θέση στον ήλιο”
Το αριστούργημα του Τζορτζ Στίβενς “Μια θέση στον ήλιο” με Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ελίζαμπεθ Τέιλορ και Σέλεϊ Γουίντερς επαναπροβάλλεται στα θερινά σινεμά: ακόμη κι αν το έχτε δει μην το χάσετε! Η ιδέα του American Dream _”Αμερικανικό Όνειρο” ότι δλδ ο καθένας στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να πετύχει μια καλύτερη ζωή, την ευημερία και την πρόοδο, αρκεί να δουλέψει σκληρά, ανεξάρτητα από την ταξική του προέλευση και ένταξη _ “δύο παιδιά”, σε προαστιακό σπίτι με οικονομική ασφάλεια και …γκαράζ 2 αυτοκινήτων.
Γραμμένο στην πρώτη 25ετία του 20ού αιώνα, το μυθιστόρημα “An American Tragedy” του Θίοντορ Ντράιζερ, ήταν εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία που είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη το 1906, περιγράφοντας την ιστορία του Κλάιντ Γκρίφιθς, φτωχού αλλά φιλόδοξου ανιψιού πλούσιου βιομηχάνου, ο οποίος συναναστρεφόμενος δύο γυναίκες υποχρεούται να παντρευτεί τη μία (λόγω εγκυμοσύνης) παρότι η καρδιά του είναι δοσμένη στην άλλη. Η γυναίκα που πρέπει να παντρευτεί είναι φτωχή, η άλλη πλούσια, και οι διακοπές των νεονύμφων στο θέρετρο μιας λίμνης θα κλιμακώσουν την τραγικότητα αυτού του μοιραίου ερωτικού τριγώνου. Εκτενές μυθιστόρημα – περισσότερες από 800 σελίδες – το “An American Tragedy” εκδόθηκε σε δύο τόμους και, παρά τον όγκο και την αρκετά τσουχτερή τιμή του, κατάφερε να πουλήσει ~50.000 αντίτυπα μέσα στον μόλις πρώτο χρόνο κυκλοφορίας του.
Το πέρασμα στον κινηματογράφο
Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο σινεμά το 1931 από τον Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ, στην ταινία “An American tragedy“. Μάλιστα, το στούντιο της Paramount, προτού καταλήξει στον Φον Στέρνμπεργκ, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον Σεργκέι Αϊζενστάιν για σκηνοθέτη – κάτι που, αν γινόταν, θα σηματοδοτούσε την πρώτη ταινία του σοβιετικού δημιουργού στην αγγλική γλώσσα. Παρότι ο Αϊζενστάιν είχε αρχίσει να γράφει το σενάριο της ταινίας, αυτό το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Φυσικά η ταινία του Φον Στέρνμπεργκ δεν ευτύχησε στα ταμεία. Υπήρξε μεγάλη εμπορική αποτυχία, ίσως επειδή το κοινό της εποχής του δεν ήταν προετοιμασμένο για το σοκ που δέχτηκε από την ταινία, η οποία μάλιστα αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα λογοκρισίας, πέρα από το ότι η διανομή της απαγορεύτηκε ολοκληρωτικά σε διάφορες χώρες (Μεγάλη Βρετανία και η Ιταλία).
Θα έπρεπε να περάσουν είκοσι ολόκληρα χρόνια ώστε η Paramount, που είχε διατηρήσει τα δικαιώματα του βιβλίου, να βάλει πλώρη για μία δεύτερη κινηματογραφική διασκευή το 1951. Το σχέδιο ανέλαβε ένας μεγάλος σκηνοθέτης, ο Τζορτζ Στίβενς, και η ταινία ονομάστηκε “A Place in the Sun” __“Μια θέση στον ήλιο”: Ίσως η μεγαλύτερη αξία σε αυτό το ρομάντζο με τα έντονα νουάρ στοιχεία και την κορύφωση δικαστικού θρίλερ να είναι η έντονη κριτική που ασκεί πάνω στους ταξικούς κώδικες της περιόδου της ιστορίας του. Επίσης, τεράστια σημασία για την επιτυχία της παίζει το επιτυχημένο καστ, το δραματικό ερωτικό τρίγωνο Μοντγκόμερι Κλιφτ στον ρόλο του κεντρικού ήρωα Τζορτζ Ιστμαν, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, που υποδύεται την Αντζελα Βίκερς, τη γυναίκα στην οποία η καρδιά του Τζορτζ είναι δοσμένη, και Σέλεϊ Γουίντερς ως Αλις Τριπ, που είναι το πραγματικά τραγικό πρόσωπο της όλης αυτής κατάστασης. Στην εποχή της ταινίας ο Μοντγκόμερι Κλιφτ ήδη ανήκε στους σημαντικότερους νέους ηθοποιούς του κινηματογράφου και μετρούσε μία υποψηφιότητα για Οσκαρ για την πρώτη του ταινία «The Search» (1948). Έντονος και νευρωτικός, ο Κλιφτ ήταν ιδανικός για τον ρόλο του Τζορτζ, παρότι ο ίδιος, ανασφαλής καθώς ήταν, βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη δασκάλα υποκριτικής του, τη Μίρα Ροστόβα, για τη διαμόρφωση των ερμηνειών του – κάτι που δεν βρήκε καθόλου σύμφωνο τον Στίβενς. Ηθοποιός του κινηματογράφου από παιδί (Λάσι), η Ελίζαμπεθ Τέιλορ δεν είχε εργαστεί ποτέ με αυτόν τον τρόπο στο παρελθόν και η ερμηνεία της στην ταινία “Μια θέση στον ήλιο” απέκτησε μεγαλύτερο βάθος. Μάλιστα, η Τέιλορ είχε αναπτύξει έναν εφηβικό έρωτα για τον Κλιφτ και πίστευε πως ήταν ερωτευμένη μαζί του (θυμίζουμε πως ο Κλιφτ ήταν ομοφυλόφιλος). Έγιναν στενοί φίλοι και ο Στίβενς, λαμβάνοντας υπόψη του την ένταση της σχέσης τους, συχνά διαμόρφωνε τους διαλόγους ώστε να αποτυπώνεται η αυξανόμενη μητρική τρυφερότητα της Τέιλορ απέναντι στον νευρωτικό Κλιφτ. Από την πλευρά της, τέλος, η __μεγάλη και παραγνωρισμένηΣέλεϊ Γουίντερς ήθελε με τον ρόλο της Αλις Τριπ να ξεφύγει από την εικόνα του ξανθού pin up girl που την κυνηγούσε επί χρόνια. Ο Τζορτζ Στίβενς δεν την ήθελε αρχικά, αλλά μια οντισιόν της αμακιγιάριστη τον έπεισε και της έδωσε τον ρόλο. Και πράγματι, η Γουίντερς εδώ είναι καταπληκτική.
Να σημειωθεί ότι ο Τσάρλι Τσάπλιν είχε χαρακτηρίσει την ταινία ως την καλύτερη ταινία που είχε γυριστεί ποτέ με θέμα την Αμερική και ότι το American Film Institute την έχει τοποθετήσει στο νούμερο 53 της λίστας των 100 πιο σπουδαίων ερωτικών ιστοριών του σινεμά στα χρονικά του Χόλιγουντ. Το 1991 το φιλμ επιλέχθηκε για διατήρηση στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου των Ηνωμένων Πολιτειών (National Film Registry) από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, καθώς θεωρήθηκε σημαντικό “πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά”.








