Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Θα ενοχλήσει αυτό που θα πω, αλλά αυτός είναι και ο σκοπός της συγκεκριμένης παρέμβασης. Η υπεράσπιση των γυναικών απέναντι στον σεξισμό, τη βία και την εκμετάλλευση δεν είναι ζήτημα συμπάθειας ούτε προσωπικής επιλογής αλλά πολιτικό καθήκον και μάλιστα, από τα πιο σοβαρά. Οι γυναίκες όλων των κοινωνικών θέσεων, σεξουαλικών ταυτοτήτων και επαγγελμάτων – από τις ετεροκανονικές και τις τρανς γυναίκες μέχρι τις εργαζόμενες, συμπεριλαμβανομένων και των σεξεργατριών – δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ούτε ως σκεύη ηδονής ούτε ως εργαλεία εκτόνωσης ούτε ως κατώτερα όντα που οφείλουν, δήθεν εκ φύσεως, να υπηρετούν συγκεκριμένες αντιλήψεις περί φύλου, οικογένειας και κοινωνίας. Από αυτή την άποψη, ο αγώνας ενάντια σε κάθε μορφή σεξιστικής καταπίεσης, από τις γυναικοκτονίες και τους βιασμούς μέχρι την παρενόχληση στους χώρους εργασίας και στα σπίτια, αποτελεί στοιχειώδη όρο τόσο της κοινωνικής προόδου όσο και της ταξικής χειραφέτησης.
Ωστόσο, η πολιτική ανάλυση δεν μπορεί να σταματά στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων. Οφείλει να εξετάζει και τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός μετατρέπει το ανθρώπινο σώμα, τη σεξουαλικότητα και την καθημερινότητα σε εμπορεύματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια παρουσία της Ιωάννας Τούνη δεν συνιστά, κατά τη γνώμη μου, έκφραση χειραφέτησης, αλλά το παράδειγμα ενσωμάτωσης σε μια οικονομία θεάματος όπου η εικόνα, το σώμα και η ιδιωτική ζωή μετατρέπονται σε κεφάλαιο. Με λίγα λόγια, τέτοιες δράσεις δεν είναι αποκλειστικά μια προσωπική επιλογή, η οποία ασφαλώς έχει τη σημασία και το ρόλο της, αλλά η έκφραση ενός κοινωνικού μοντέλου που ανταμείβει την εμπορευματοποίηση της ορατότητας και του ανθρώπινου σώματος. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, το όνομα «Τούνη» λειτουργεί ως εμπορικό σήμα όπου η καθημερινότητα, η εμφάνιση και η σεξουαλικοποιημένη αυτοπαρουσίαση δεν είναι απλώς μορφές έκφρασης, αλλά τα εργαλεία για την παραγωγή αξίας μέσα σε μια ψηφιακή αγορά όπου το σώμα γίνεται μέσο συσσώρευσης και κέρδους. Αυτό, βεβαίως, δεν αναιρεί ούτε στο ελάχιστο το δικαίωμα κάθε γυναίκας στην προστασία της ιδιωτικότητάς της. Η προσφυγή (για την Τούνη και όχι μόνο) στη Δικαιοσύνη για την υπόθεση της εκδικητικής πορνογραφίας ήταν απολύτως δικαιολογημένη και η δικαστική της δικαίωση ορθή. Η παραβίαση της συναίνεσης αποτελεί μορφή βίας, ανεξάρτητα από το επάγγελμα, τον τρόπο ζωής ή τη δημόσια εικόνα του θύματος.
Όμως, είναι άλλο πράγμα η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και άλλο η πολιτική/κοινωνική αξιολόγηση ενός κοινωνικού προτύπου. Οφείλουμε να το πούμε καθαρά: η μετατροπή της ιδιωτικής ζωής σε εμπόρευμα δεν είναι πράξη χειραφέτησης αλλά μια βαθιά ενσωματωμένη και συχνά σεξιστική μορφή προσαρμογής στις απαιτήσεις μιας αγοράς που αξιοποιεί τη σεξουαλικότητα ως μηχανισμό κέρδους. Και όταν αυτή η πρακτική παρουσιάζεται ως πρότυπο επιτυχίας, τότε δεν ενισχύει τη συλλογική απελευθέρωση των γυναικών, αλλά εδραιώνει μια νέα μορφή κανονικότητας όπου η αξία μετριέται σε προβολές, χορηγίες και εμπορικές συνεργασίες. Αποτελεί κοινό μυστικό: η ιδεολογία του «ατομικού success story» λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός αποπολιτικοποίησης και μετατρέπει την κοινωνική ανισότητα σε προσωπική ευθύνη και την εκμετάλλευση σε ευκαιρία. Στον κόσμο των influencer, η αυτοέκθεση εμφανίζεται ως ελευθερία, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί μια ακόμα μορφή εργασίας χωρίς συλλογική προστασία αλλά και χωρίς τον αναγκαίο κοινωνικό έλεγχο. Από αυτή την άποψη, θεωρώ λανθασμένη τη μειοψηφική τάση, από πρόσωπα και όχι από συλλογικότητες, να παρουσιάζονται τέτοιες περιπτώσεις ως νίκες του φεμινισμού. Η δικαστική δικαίωση μιας γυναίκας απέναντι σε μια εγκληματική πράξη είναι πράξη δικαιοσύνης, όχι απαραίτητα αυτονόητη μέσα σε ένα σύστημα που προάγει με κάθε τρόπο τις διακρίσεις φύλου, αλλά σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να της αναγνωρίζονται ιδιότητες που δεν έχει.
Με λίγα λόγια, ο αγώνας ενάντια στον σεξισμό δεν μπορεί να περιορίζεται στην υπεράσπιση των θυμάτων ούτε να εξαντλείται σε μεμονωμένες δικαστικές νίκες. Οφείλει να στρέφεται και ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις που μετατρέπουν το σώμα σε εμπόρευμα και την ορατότητα σε κεφάλαιο, αναπαράγοντας συγκεκριμένα πρότυπα που παρουσιάζονται ως ελευθερία ενώ συχνά λειτουργούν ως μορφές προσαρμογής στις επιταγές της αγοράς. Συνεπώς, το καθήκον μας είναι ο αγώνας ενάντια στον σεξισμό από όπου κι αν προέρχεται – τόσο από τις κοινωνικές και οικονομικές δομές που τον αναπαράγουν όσο και από τις καθημερινές πρακτικές μέσα στην ίδια την κοινωνία. Και βεβαίως, η αναπαραγωγή σεξιστικών αντιλήψεων δεν αποτελεί προνόμιο ενός φύλου καθώς μπορεί να εκδηλωθεί από οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως θέσης ή ταυτότητας. Με αυτή την έννοια, η κριτική στα κοινωνικά πρότυπα δεν αποτελεί προσωπική επίθεση ούτε ηθική, έστω χριστιανικού τύπου, καταδίκη αλλά μέρος της πολιτικής στάσης που οφείλουμε όλοι/ες και όλα να υιοθετήσουμε. Και η συγκεκριμένη πολιτική στάση οφείλει να είναι, όσο μπορεί και όσο αντέχει, συνεπής: να υπερασπίζεται τα δικαιώματα όλων των γυναικών, χωρίς εξαιρέσεις, αλλά ταυτόχρονα να αμφισβητεί τα μοντέλα που μετατρέπουν – εξευτελίζοντάς την παράλληλα – την ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε εμπορική αξία.








