Ο Νεοζηλανδός καλλιτέχνης (σερ) Νάιτζελ Τζον Ντέρμοτ Νιλ, γνωστός απλά ως Σαμ Νιλ (Sam Neill __γεννημένος στη Βόρειας Ιρλανδίας 14 Σεπ-1947) “έφυγε από πνευμονάια στις – 13 Ιουλίου 2026) μετά από μια 53χρονη καριέρα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους δείτε Instagram _ IMDb _Rotten Tomatoes _ Discogs ___ Φιλμογραφία
Γράφει ο // Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
Abstract __Rotten Tomatoes
Λίγοι αστέρες θα μπορούσαν να καυχηθούν για ένα ιστορικό στιβαρών ερμηνειών που κυμαίνονταν από διακριτική ένταση έως εντελώς unhinged με τέτοια συνέπεια όπως ο ηθοποιός Σαμ Νιλ. Ξεκινώντας με την εργασία του ως μέλος της Εθνικής Μονάδας Κινηματογράφου της Νέας Ζηλανδίας, ο Νιλ άρχισε να κάνει όνομα στην πατρίδα του με μικρές ταινίες όπως το “Sleeping Dogs” (1977). Αφού μετακόμισε στην Αυστραλία για διάφορες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές δουλειές, έλαβε διεθνή αναγνώριση με την τρίτη συμμετοχή του στη δημοφιλή σειρά τρόμου “Omen” ως Ντέμιαν Θορν στο “The Final Conflict” (1981). Από εκεί και πέρα, ακολούθησε μια σχεδόν αδιάκοπη σειρά εντυπωσιακών ερμηνειών δίπλα σε μερικούς από τους μεγαλύτερους αστέρες του κινηματογράφου σε έργα όπως η υποτιμημένη “Dead Calm” (1989), με συμπρωταγωνίστρια τη Νικόλ Κίντμαν, και το βραβευμένο με Όσκαρ “The Piano” (1993), με πρωταγωνιστές Χάρβεϊ Καϊτέλ και Χόλι Χάντερ. Ο Νιλ στη συνέχεια πρωταγωνίστησε σε μια από τις μεγαλύτερες ταινίες blockbuster όλων των εποχών ως ο ψύχραιμος Δρ. Άλαν Γκραντ στο “Jurassic Park” (1993) του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Σχεδόν αβίαστα, θα συνέχιζε να κινείται από είδη που κυμαίνονταν από τρόμο (“In the Mouth of Madness” του 1995), κωμωδία (“The Dish” του 2000), ιστορικό δράμα (η σεζόν του 2007 του Showtime “The Tudors”) και ξανά πίσω με φαινομενική ευκολία. Με τα χρόνια, ο κάποτε υποτιθέμενος ντροπαλός απέναντι στην κάμερα Νιλ είχε γίνει σταθερά μια από τις πιο ευπρόσδεκτες διεθνείς παρουσίες στην οθόνη – είτε στον κινηματογράφο είτε στην τηλεόραση – της γενιάς του.
Εκτός κινηματογράφου, ο Νιλ είχε εμφανιστεί σε πολλές τηλεοπτικές σειρές, όπως Ράιλι: Ο άσος των κατασκόπων (1983), The Simpsons (1994), Ο μάγος Μέρλιν (1998), The Tudors (2007), Ροβινσώνας Κρούσος (2008–2010), Happy Town (2010), Αλκατράζ (2012), Peaky Blinders (2013–2014) και Rick and Morty (2019). Έχει παρουσιάσει και αφηγηθεί αρκετά ντοκιμαντέρ, ενώ είχε κερδίσει βραβείο AACTA καλύτερου ηθοποιού σε πρωταγωνιστικό ρόλο, Longford Lyell, κινηματογράφου Νέας Ζηλανδίας και Logie καλύτερου ηθοποιού, είχε επίσης τρεις υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες και δύο Βραβεία Έμμυ Ζώνης Υψηλής Τηλεθέασης.
Πρώτα χρόνια__Βόρεια Ιρλανδία
Ο πατέρας του, αξιωματικός του στρατού, ήταν Νεοζηλανδός δεύτερης γενιάς, ενώ η μητέρα του ήταν Αγγλίδα. Ο προπάππους του Πέρσιφαλ Νιλ έφγυε από το Μπέλφαστ της Ιρλανδίας και μετακόμισε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, για να δουλέψει σε μια εταιρεία. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1863, μετακόμισε στη Νέα Ζηλανδία. Ήταν γιος ενός εμπόρου κρασιού που εισήγε κρασί από τη Γαλλία.Την εποχή της γέννησης του Νιλ, ο πατέρας του βρισκόταν στη Βόρεια Ιρλανδία, υπηρετώντας στον στρατό. Η οικογένεια του πατέρα του είχε την εταιρία Neill and Co. Ο Νιλ θεωρεί τον εαυτό του Νεοζηλανδό.
Νέα Ζηλανδία
Το 1954, μετακόμισε με την οικογένειά του στη Νέα Ζηλανδία, όπου σπούδασε αγγλική φιλολογία και είχε την πρώτη του επαφή με την υποκριτική. Το 2004, σε συνέντευξη στο αυστραλιανό τοκ σόου Enough Rope, ο Νιλ θυμήθηκε πόσο βαθιά τον είχε επηρεάσει στη ζωή του ο τραυλισμός που είχε. Διάλεξε το όνομα “Σαμ” στο σχολείο, επειδή υπήρχαν αρκετοί άλλοι μαθητές με το όνομα Νάιτζελ.
Υποκριτική
Η πρώτη ταινία του Νιλ ήταν μια νεοζηλανδέζικη τηλεταινία με τίτλο The City of No (1971). Ακολούθησε η μικρού μήκους The Water Cycle (1972) και η τηλεταινία Hunt’s Duffer (1973). Ο Νιλ έγραψε και σκηνοθέτησε μια ταινία για την Εθνική Υπηρεσία Κινηματογράφου της Νέας Ζηλανδίας, το Τηλεφωνική Εθιμοτυπία (1974). Εμφανίστηκε επίσης στο Landfall (1975).Σημαντική ερμηνεία του στη Νέα Ζηλανδία ήταν στην ταινία που προαναφέραμε Ομάδες ασφαλείας (1977), την πρώτη νεοζηλανδέζικη ταινία που προβλήθηκε ευρέως στο εξωτερικό.
Αυστραλία
Ο Νιλ πήγε στην Αυστραλία όπου ερμήνευσε έναν ρόλο ως γκεστ στην τηλεοπτική εκπομπή Οι Σάλιβανς. Ήταν ο πρωταγωνιστής στο My Brilliant Career (1979), δίπλα στην Τζούντι Ντέιβις, που γνώρισε μεγάλη διεθνή επιτυχία. Γύρισε μερικές αυστραλιανές ταινίες που προβλήθηκαν λιγότερο ευρέως.
Διεθνής καριέρα
Το 1981, κέρδισε τον πρώτο του μεγάλο διεθνή ρόλο, ως Ντάμιεν Θορν, γιος του διαβόλου, στο “η τελική αναμέτρηση”. Την ίδια χρονιά, έπαιξε έναν εξαιρετικό κύριο ρόλο στην καλτ ταινία του Άντζεϊ Ζουουάφσκι “μια γυναίκα δαιμονισμένη” με την Ιζαμπέλ Ατζανί. Η ταινία του Ιβανόης του 1982 έκανε τον Νιλ διάσημο στη Σουηδία, όπου προβάλλεται από το SVT κάθε Πρωτοχρονιά έκτοτε. Ο Νιλ ήταν ένας από τους κορυφαίους υποψήφιους για να διαδεχθεί τον Ρότζερ Μουρ στον ρόλο του Τζέιμς Μποντ, αλλά έχασε από τον Τίμοθι Ντάλτον. Μεταξύ των πολλών αυστραλιανών ρόλων του είναι και αυτός του Μάικλ Τσάμπερλεν στο Κραυγή στο σκοτάδι (1988), με συμπρωταγωνίστρια τη Μέριλ Στριπ. Ο Νιλ είχε υποδυθεί ήρωες και κακούς σε μια σειρά από κινηματογραφικά και τηλεοπτικά δράματα και κωμωδίες. Στην Αγγλία, έγινε γρήγορα γνωστός και ήταν υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα μετά την ερμηνεία του κατασκόπου Σίντνεϊ Ράιλι στη μίνι σειρά Ράιλι “Ο άσος των κατασκόπων” (1983). Ένας από τους πρώτους πρωταγωνιστικούς ρόλους στις ΗΠΑ ήταν στο αντικομμουνιστικό “Amerika” του 1987, όπου υποδύθηκε έναν ανώτερο αξιωματικό της KGB. Οι πρωταγωνιστικοί και συμπρωταγωνιστικοί του ρόλοι σε ταινίες περιλαμβάνουν το θρίλερ “Κρουαζιέρα στην άκρη του τρόμου” (1989), το ιστορικό έπος “La Révolution française” (1989) __ως Ζιλμπέρ ντι Μοτιέ ντε Λα Φαγιέτ, “Το κυνήγι του Κόκκινου Οκτώβρη” (1990), το “Death στο Brunswick” (1990), το “Jurassic Park” (1993), τις “Σειρήνες” (1994), το “Μόγλης : Θρύλοι από το βιβλίο της ζούγκλας” (1994), το “στο στόμα της τρέλας” του Τζον Κάρπεντερ (1995), “το σκάφος του τρόμου” (1997), “τον Άνθρωπο των δύο αιώνων” (1999), την κωμωδία “το φεγγάρι στο πιάτο” (2000), και το “Jurassic Park 3” (2001).Είχε παίξει περιστασιακά σε ταινίες από τη Νέα Ζηλανδία, όπως “Μαθήματα πιάνου” (1993), “Perfect Strangers” (2003), “Το μυστικό κάτω από το βουνό” (2009) και “Κυνήγι ανθρώπων” (2016). Επέστρεψε στη σκηνοθεσία το 1995 με το ντοκιμαντέρ “Cinema of Unease: A Personal Journey” του Sam Neill (1995), το οποίο έγραψε και σκηνοθέτησε με την Τζούντι Ράιμερ. Το 1993, συμπρωταγωνίστησε με την Αν Άρτσερ στο “Question of Faith”, ένα ανεξάρτητο δράμα που βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία για τον αγώνα μιας γυναίκας να νικήσει τον καρκίνο και να αποκτήσει παιδί. Υποδύθηκε τον ομώνυμο μάγο στο “ο μάγος Μέρλιν” (1998), μια μίνι σειρά βασισμένη στον θρύλο του Βασιλιά Αρθούρου . Επανέλαβε τον ρόλο του στο σίκουελ “η επιστροφή του Μέρλιν» (2006). Πρωταγωνίστησε στο ιστορικό δράμα “The Tudors”, υποδυόμενος τον καρδινάλιο Τόμας Γούλσεϊ. “Πρέπει να πω ότι μου άρεσε πολύ να κάνω τους Tudors” είπε.
Έπαιξε στη σύντομη τηλεοπτική σειρά του Fox “Αλκατράζ” (2012) ως Έμερσον Χάουζερ. Ερμήνευσε έναν ρόλο στη σειρά του BBC “Peaky Blinders”, που διαδραματίζεται στο Μπέρμιγχαμ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έπαιξε τον ρόλο του αρχιεπιθεωρητή Τσέστερ Κάμπελ, ενός διεφθαρμένου σαδιστή αστυνομικού, που έρχεται να καθαρίσει την πόλη κατόπιν εντολής του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Στη μίνι σειρά του BBC TV του 2015 “και μετά δεν έμεινε κανένας”, βασισμένη σε μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι, έπαιξε το ρόλο του στρατηγού Μακάρθουρ. Το 2016, πρωταγωνίστησε στη νεοζηλανδέζικη ταινία, “Κυνήγι ανθρώπων”, σε σκηνοθεσία Τάικα Γουαϊτίτι, καθώς και στη μίνι σειρά του ITV “Τουταγχαμών”. Το 2017, ο Νιλ εμφανίστηκε σε μια σκηνή στο σίκουελ φαντασίας του Γουαϊτίτι Thor “Ragnarok” στον ρόλο ενός ηθοποιού που υποδύεται τον Όντιν (όπως ενσαρκώνεται από τον Άντονι Χόπκινς), με τους Λουκ Χέμσγουορθ και Ματ Ντέιμον στους ρόλους των ηθοποιών που υποδύονται τον Θωρ και τον Λόκι αντίστοιχα. Υποδύθηκε τον ίδιο ηθοποιό στο “Thor: Love and Thunder” το 2022. Στα τέλη του 2019, ανακοινώθηκε ότι θα επαναλάβει τον χαρακτήρα του δρα Άλαν Γκραντ στο Jurassic World: Κυριαρχία, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2022.
Προσωπική ζωή και θάνατος
Το 1980, ο Νιλ γνώρισε την Λίζα Χάροου στα γυρίσματα του Η τελική αναμέτρηση (1981) και απέκτησαν έναν γιο. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τη μακιγιέζ Νόρικο Γουατάναμπι το 1989 και απέκτησαν μαζί μια κόρη. Υιοθέτησε επίσης την κόρη της Γουατάναμπι από τον πρώτο της γάμο.Ο Νιλ χώρισε από τη Γουατάναμπι το 2017,] και από τις αρχές του 2018 φέρεται να είχε δεσμό με την Αυστραλή πολιτική δημοσιογράφο Λόρα Τινγκλ. Στα είκοσί του χρόνια, ο Νιλ απέκτησε έναν γιο που δόθηκε για υιοθεσία. Οι δυο τους επανενώθηκαν το 1994. Ο Νιλ ζούσε στην Αλεξάνδρα της Νέας Ζηλανδίας και ήταν ιδιοκτήτης του οινοποιείου Two Paddocks που αποτελείται από έναν αμπελώνα στο Γκίμπστον και άλλους δύο κοντά στην Αλεξάνδρα. Έδινε στα ζώα του αγροκτήματός του ονόματα συναδέλφων του από τον κινηματογράφο.Το 2023, αποκάλυψε ότι υποβαλλόταν σε χημειοθεραπεία από το 2022 αφότου διαγνώστηκε με αγγειοανοσοβλαστικό λέμφωμα Τ-κυττάρων, έναν τύπο καρκίνου του αίματος. Δήλωσε ότι ο καρκίνος βρίσκεται σε ύφεση, αλλά θα χρειάζεται μηνιαία χημειοθεραπεία για το υπόλοιπο της ζωής του. Εγραψε τα απομνημονεύματα του με τίτλο Did I Ever Tell You This? που δημοσιεύθηκαν το 2023






















