Η (μίνι) σειρά _2025) είναι ελληνική δραματική 6 επεισοδίων της Cosmote TV, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Τσαφούλια και σενάριο Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρας Σακαλή. Εμπνέεται από την πραγματική, διαβόητη ληστεία στην Τράπεζα Εργασίας (οδός Καλλιρρόης) το 1992, εστιάζοντας στους δράστες ως “καθημερινούς ανθρώπους” (losers) και όχι ως επαγγελματίες εγκληματίες, με φόντο την Αθήνα των 90s. Πρεμιέρα: 15 Δεκ 2025
Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
Η ιστορία ακολουθεί την προετοιμασία και την εκτέλεση της ληστείας, κατά την οποία οι δράστες έσκαψαν τούνελ 25 μέτρων για να εισβάλουν στο θησαυροφυλάκιο.
Δεν πρόκειται ούτε για το θρυλικό “Casa de Papel“_ Money Heist με την εκστασιακή Úrsula Corberó _Tokio και Álvaro Morte _El Profesor, Itziar Ituño _ Raquel Murillo, Pedro Alonso _Berlín, Miguel Herrán _ Río κά αλλά _κατά τους συντελεστές, για μια “ανθρωποκεντρική σειρά που αναδεικνύει την κοινωνική αορατότητα και την ανάγκη για αναγνώριση/εκδίκηση των ηρώων”, με την παραγωγή να κατασκευάζει ειδικά σκηνικά (τούνελ, δρόμους) για την πιστή αποτύπωση της εποχής και ομάδα ηθοποιών που ενσαρκώνει τους δράστες της διπλανής πόρτας. Η σειρά εστιάζει στην τραγικότητα των ηρώων και στις κοινωνικές προεκτάσεις της ληστείας. Μια ληστεία – καθρέφτης μιας κοινωνίας που “ράγιζε από μέσα”.
Η ολοκλήρωση του άφησε πίσω μάλλον ικανοποιημένους θεατές, οι συγκρίσεις με το ισπανικό La Casa de Papel ήταν αναπόφευκτες λόγω της θεματικής, ο Σωτήρης Τσαφούλιας πέτυχε κάτι πολύ πιο δύσκολο δημιουργώντας μια σειρά βαθιά ελληνική, αναλογική και πάνω απ’ όλα σπαρακτικά ανθρώπινη, μη μένοντας στην επιφάνεια του “μεγάλου κόλπου” της λεωφόρου Καλλιρρόης αλλά, εισχώρησε στις χαραμάδες της κοινωνικής αδικίας μιας Ελλάδας που έλαμπε εξωτερικά, ενώ εσωτερικά σάπιζε. Μια σφιχτοδεμένη πλοκή, ενώ παράλληλα φωτίζει τις ζωές και τα τραύματα των επτά βασικών ηρώων. Ωστόσο, όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος ο δημιουργός: “Η σειρά είναι εμπνευσμένη από τα γεγονότα, δεν τα καταγράφει ως ντοκιμαντέρ”. Η επιτυχία του οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι οι ήρωες δεν είναι καρικατούρες ληστών, αλλά άνθρωποι συνθλιμμένοι από το σύστημα _άρα “κακοί” συμπαθείς .
La casa de papel
Αριθμός κύκλων 3 (5 μέρη) _επεισόδια 41 | 2017–2021
Τοποθεσία γυρισμάτων Ισπανία \ Ιταλία \ Ταϊλάνδη \ Παναμάς \ Δανία \ Πορτογαλία
Antena 3 (1 & 2 σεζόν) και μετά Netflix έτσι το κοινό της αυξήθηκε κατακόρυφα και έγινε η πιο δημοφιλής μη αγγλόφωνη σειρά στην ιστορία του ενώ εμφανίζεται 199η ανάμεσα στις πιο δημοφιλείς στο IMDb. Το Netflix, μετά τη μεγάλη επιτυχία της σειράς, αποφάσισε να δημιουργήσει και δεύτερο κύκλο χωρισμένο σε δύο μέρη. Έτσι, το 2019 έκανε πρεμιέρα ο 2ος κύκλος με το 3ο μέρος της σειράς και το 2020 το 4ο μέρος. Αργότερα, ανακοινώθηκε η ανανέωση της σειράς για 5ο μέρος (3ος κύκλος), χωρισμένο στα 2, ολοκληρώνοντας τη σειρά ενώ ο κόσμος φώναζε “κι άλλο!! κι άλλο …”
Η Τέλεια Ληστεία (La casa de papel _ Το χάρτινο σπίτι) · Σελίδα στο antena3.com · Σελίδα Facebook · Instagram
Εκτός από το τραγούδι των τίτλων My life is going on, που τραγουδάει η Cecilia Krull, συχνά ακούγεται κατά τη διάρκεια πολλών σκηνών το τραγούδι-ύμνος της ιταλικής Αντίστασης στον Β’ Παγκόσμιο, Bella ciao _απαράδεκτο και προκλητικό θέλοντας συνειρμικά να κάνει αρεστούς τους κακοποιούς-δολοφόνους
Η σειρά επικεντρώνεται σε δύο μεγάλες ληστείες μίας ομάδας ληστών, ενώ παράλληλα δημιουργούνται διάφορα προβλήματα, έρωτες, θάνατοι και πολλά άλλα… μύλος. Στη Μαδρίτη, ένας μυστηριώδης άνδρας γνωστός ως “Ο Καθηγητής” στρατολογεί μια ομάδα οκτώ ατόμων, που επιλέγουν πόλεις για κωδικούς ονομάτων, για να πραγματοποιήσουν ένα φιλόδοξο σχέδιο που περιλαμβάνει την είσοδο στο Βασιλικό Νομισματοκοπείο της Ισπανίας και τη διαφυγή με 984 εκατομ€. Αφού εγκλειστούν 67 όμηροι μέσα, η ομάδα σχεδιάζει να παραμείνει για 11 ημέρες για να εκτυπώσει τα χρήματα, ενώ έρχεται αντιμέτωπη με τις αστυνομικές δυνάμεις, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται και η επιθεωρήτρια Ρακέλ Μουρίγιο, η οποία όμως “έρως ανίκατε μάχαν” … Στα γεγονότα που διαδέχθηκαν την αρχική ληστεία, η ομάδα, αναγκάζεται να κρυφτεί και ετοιμάζεται για μια δεύτερη, αυτή τη φορά στην Τράπεζα της Ισπανίας. Με ίδια πρόσωπα αλλά και με νέες προσθήκες, έρχεται αντιμέτωπη ξανά με ομήρους και αστυνομικές δυνάμεις.
Rififi Du rififi chez les hommes
Jules Dassin με Jean Servais _Carl Möhner _Robert Manuel
Πρόκειται για ασπρόμαυρη αστυνομική ταινία του 1955 σε σκηνοθεσία του Ζυλ Ντασέν, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ωγκύστ λε Μπρετόν. Πρωταγωνιστούν οι Ζαν Σερβέ, Καρλ Μένερ, Ρομπέρτ Μανουέλ και ο ίδιος ο Ντασέν. Η υπόθεση της ταινίας αναφέρεται σε τέσσερις κακοποιούς και φίλους, οι οποίοι αποφασίζουν να διαρρήξουν ένα κοσμηματοπωλείο στο κέντρο του Παρισιού. Κλασική είναι η σκηνή της διάρρηξης, τριάντα περίπου λεπτών, στη διάρκεια της οποίας οι τέσσερις άνδρες δεν μιλούν καθόλου και η οποία έχει γυριστεί χωρίς καθόλου μουσική. Έχοντας μπει από το 1950 στην Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ και έτσι μη μπορώντας να βρει δουλειά ο Ντασέν κατέφυγε στη Γαλλία όπου το γύρισε και κέρδισε, Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών.
Πλοκή
Ο Τονί Στεφανουά (Ζαν Σερβέ) βγαίνει από τη φυλακή αφού έχει εκτίσει ποινή πέντε χρόνων. Ο Τζο (Καρλ Μένερ) (του οποίου τον γιο έχει βαφτίσει ο Στεφανουά) του προτείνει να διαρρήξουν, με τη βοήθεια και ενός Ιταλού φίλου του, του Μάριο, ένα κοσμηματοπωλείο στο κέντρο του Παρισιού. Ο Τονί αρχικά αρνείται να συμμετάσχει στη διάρρηξη. Το ίδιο βράδυ συναντά στο κλαμπ του Πιερ Γκρούτερ την παλιά ερωμένη του, τη Μαντό, η οποία μετά τη σύλληψη και τη φυλάκιση του Τονί τα έφτιαξε με το Γκρούτερ. Φεύγουν μαζί από το κλαμπ και πάνε στο σπίτι του Τονί όπου εκείνος τη χτυπά βάναυσα για να την εκδικηθεί που τον εγκατέλειψε. Την επομένη συναντά τον Τζο και τον Μάριο και τους λέει πως άλλαξε γνώμη και θα συμμετάσχει στη διάρρηξη μόνο όμως εφόσον γίνει σύμφωνα με το δικό του σχέδιο. Στόχος τους είναι πλέον το χρηματοκιβώτιο και όχι τα κοσμήματα στη βιτρίνα. Ο Μάριο τους φέρνει σε επαφή με έναν συμπατριώτη του, τον Σέζαρ (Ζυλ Ντασέν) που είναι ειδικός στα χρηματοκιβώτια. Οι τέσσερις τους, αφού βρίσκουν τον τρόπο να αχρηστεύσουν το σύστημα συναγερμού, μπαίνουν στο κοσμηματοπωλείο ανοίγοντας μια τρύπα στην οροφή. Η διάρρηξη ξεκινά το βράδυ της Κυριακής και ολοκληρώνεται επιτυχώς τα ξημερώματα της Δευτέρας.
Μετά τη διάρρηξη ο Σέζαρ, εν αγνοία τόσο του Τονί όσο και του Τζο και παρά τις προειδοποιήσεις τους, χάρισε ένα πανάκριβο δαχτυλίδι, από τα κλοπιμαία, στην Βίβιαν η οποία τραγουδούσε στο κλαμπ του Γκρούτερ. Ο τελευταίος βλέπει τα σημάδια στην πλάτη της Μαντό, από το ξυλοδαρμό της από το Τονί και η Μαντό του λέει πως αποφάσισε να διαλύσει τη σχέση τους. Τότε ο Γκρούτερ, αφού δίνει ναρκωτικά στον αδερφό του, του δίνει εντολή να σκοτώσει τον Τονί. Όταν όμως βλέπει το δαχτυλίδι της Βίβιαν και μαθαίνει ποιος της το έδωσε καταλαβαίνει ότι ο Στεφανουά ήταν αναμεμειγμένος στη διάρρηξη και λέει στον αδερφό του να μην το σκοτώσει, καθώς πλέον τον χρειάζεται ζωντανό για να του πάρει τα κλοπιμαία. Προκειμένου να μάθει περισσότερα πιάνει τον Σέζαρ ο οποίος φοβούμενος την αντίδραση του Γκρούτερ, καρφώνει τον Μάριο, στο σπίτι του οποίου βρίσκονται τα κλοπιμαία. Ο Γκρούτερ, με τα αδέρφια του, πηγαίνει στο σπίτι του Μάριο, τον σκοτώνει, όπως και τη φίλη του, όταν προσπαθούν να αποτρέψουν τον Τονί να πάει εκεί αλλά δεν βρίσκουν τα κλοπιμαία. Μετά το θάνατο του Μάριο, ο Τονί πάει στο κλαμπ, ψάχνοντας τον Γκρούτερ και βρίσκει δεμένο τον Σέζαρ, ο οποίος ομολογεί ότι αυτός έδωσε τον συμπατριώτη του στον Γκρούτερ και ο Τονί τον σκοτώνει.
Τελικά ο Γκρούτερ και τα αδέρφια του απάγουν τον πεντάχρονο γιο του Τζο για να τον εκβιάσουν προκειμένου να τους δώσει τα κλοπιμαία. Στο μεταξύ ο Τζο και ο Τονί έχουν δώσει τα κλεμμένα χρυσαφικά σε έναν γνωστό τους στο Λονδίνο και περιμένουν να τους φέρει τα χρήματα. Ο Τζο αποφασίζει, όταν θα πάρει τα λεφτά, να τα δώσει στους απαγωγείς όμως ο Στεφανουά προσπαθεί να τον αποτρέψει, λέγοντάς του ότι αν πάρουν τα χρήματα ο Γκρούτερ και τα αδέρφια του δε θα διστάσουν να σκοτώσουν τον μικρό. Στη συνέχεια, με τη βοήθεια της Μαντό, μαθαίνει ότι το πιθανότερο είναι το παιδί να βρίσκεται σε μια εξοχική κατοικία που έχτιζε ο Γκρούτερ. Πηγαίνει εκεί, σκοτώνει τα αδέρφια του Γκρούτερ και απελευθερώνει το παιδί. Γυρίζοντας στο Παρίσι, σταματά σε ένα μπαρ για να τηλεφωνήσει στον Τζο και να του πει πως το παιδί είναι καλά αλλά μαθαίνει ότι εκείνος, που στο μεταξύ είχε πάρει τα χρήματα, κατευθύνεται, ύστερα από τηλεφώνημα του Γκρούτερ, στο εξοχικό. Επιστρέφει εκεί αλλά ο Γκρούτερ έχει σκοτώσει ήδη το Τζο. Ο Στεφανουά καταφέρνει να σκοτώσει τον Γκρούτερ, μολονότι ο τελευταίος είχε προλάβει να τον τραυματίσει, παίρνει τα λεφτά και φεύγει προκειμένου να επιστρέψει το παιδί στην μητέρα του. Φτάνοντας στο σπίτι πεθαίνει πάνω στο τιμόνι ενώ η γυναίκα του Τζο τρέχει και παίρνει το παιδί. Ένας αστυνομικός καθώς και κόσμος από τη γειτονιά πλησιάζουν στο αυτοκίνητο και ανακαλύπτουν τη βαλίτσα με τα χρήματα.
Το Ριφιφί αρχικά επρόκειτο να σκηνοθετηθεί από τον Ζαν-Πιέρ Μελβίλ, έναν μετέπειτα διακεκριμένο δημιουργό του είδους των ταινιών ληστειών. Ο Μελβίλ έδωσε την ευκαιρία στον Αμερικανό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασέν όταν ο τελευταίος ζήτησε την άδειά του να αναλάβει την σκηνοθεσία_ ήταν η πρώτη ταινία του Ντασέν μετά από πέντε χρόνια καθώς είχε μπει στη μαύρη λίστα στο Χόλιγουντ όταν ο συνάδελφός του σκηνοθέτης Έντουαρντ Ντμίτρικ τον κατονόμασε ως κομμουνιστή στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων της Βουλής τον Απρίλιο του 1951. Στη συνέχεια, προσπάθησε να ξαναχτίσει την καριέρα του στην Ευρώπη. Αρκετά τέτοια κινηματογραφικά έργα σταμάτησαν μέσω μακρινών προσπαθειών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο Ντασέν επιχείρησε να σκηνοθετήσει μια ταινία η οποία σταμάτησε αφού οι αστέρες Φερναντέλ και Ζα Ζα Γκαμπόρ αποσύρθηκαν υπό την πίεση των Αμερικανών. Μια προσπάθεια να κινηματογραφηθεί η προσαρμογή του Μαστρο-Ντον Τζεζουάλντο του Τζιοβάνι Βέργκα στη Ρώμη σταμάτησε κατόπιν πιέσεων από την Πρεσβεία των ΗΠΑ. Ο Ντασέν έλαβε μια προσφορά από έναν πράκτορα στο Παρίσι όπου συνάντησε τον παραγωγό Ανρί Μπεράρ που είχε αποκτήσει τα δικαιώματα για το δημοφιλές αστυνομικό μυθιστόρημα Du Rififi chez les hommes του Ογκίστ Λε Μπρετόν. Ο Μπεράρ επέλεξε το Ντασέν λόγω της μεγάλης επιτυχίας στη Γαλλία της προηγούμενης ταινίας του Ντασέν Γυμνή πόλη.
Χρησιμοποιώντας την μητρική του αγγλική γλώσσα, ο Ντασέν έγραψε το σενάριο του Ριφιφί σε έξι ημέρες με τη βοήθεια του σεναριογράφου Ρενέ Γουίλερ, ο οποίος στη συνέχεια πήρε το υλικό και το μετέφρασε στα γαλλικά. Ο Ντασέν μισούσε το μυθιστόρημα καθώς τον απωθούσε το ρατσιστικό θέμα της ιστορίας στο οποίο οι αντίπαλοι γκάνγκστερ ήταν σκοτεινοί Άραβες και Βορειοαφρικανοί που αντιπαρατάχθηκαν με ανοιχτόχρωμους Ευρωπαίους. Επίσης, το βιβλίο απεικόνιζε ανησυχητικά γεγονότα όπως η νεκροφιλία —σκηνές που ο Ντασέν δεν ήξερε πώς να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη. Ο Μπεράρ πρότεινε να γίνει η αντίπαλη συμμορία αμερικανική, υποθέτοντας ότι ο Ντασέν θα ενέκρινε, αλλά ήταν εναντίον αυτής της ιδέας καθώς δεν ήθελε να κατηγορηθεί ότι πήρε εκδίκηση στην οθόνη … υποβάθμισε την εθνικότητα των αντίπαλων γκάνγκστερ στο σενάριό του, επιλέγοντας απλώς το γερμανικό “Γκρούτερ” ως επώνυμο. Η μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με το βιβλίο ήταν η σκηνή της ληστείας, η οποία κάλυπτε μόνο δέκα σελίδες του μυθιστορήματος των 250 σελίδων. Ο Ντασέν εστίασε το σενάριό του σε αυτό για να ξεπεράσει άλλα γεγονότα με τα οποία δεν ήξερε τι να κάνει. Όπως έχει παραχθεί, η σκηνή του Ριφιφί παίρνει το ένα τέταρτο του χρόνου προβολής και γυρίζεται μόνο με φυσικό ήχο, χωρίς διάλογο ή μουσική.
Επιλογή ηθοποιών: Δουλεύοντας με προϋπολογισμό 200.000$, ο Ντασέν δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά κορυφαίους ηθοποιούς και επέλεξε τον Ζαν Σερβέ, έναν ηθοποιό του οποίου η καριέρα είχε κατρακυλήσει λόγω του αλκοολισμού. Για τον Ιταλό γκάνγκστερ έδωσε το ρόλο στον Ρομπέρ Μανουέλ όταν τον είδε να παίζει έναν κωμικό ρόλο ως μέλος της Κομεντί Φρανσέζ. Μετά από πρόταση της συζύγου του παραγωγού της ταινίας, έδωσε στον Καρλ Μόνερ τον ρόλο του Τζο του Σουηδού (θα χρησιμοποιούσε ξανά τον Μόνερ στην επόμενη ταινία του Αυτός που πρέπει να πεθάνει) _τέλος ο ίδιος έπαιξε τον ρόλο του Ιταλού Σεζάρ του Μιλανέζου. Ο Ντασέν εξήγησε σε συνέντευξή του ότι είχε απορρίψει έναν πολύ καλό ηθοποιό από την Ιταλία, του οποίου το όνομα μου διαφεύγει, αλλά δεν πήρε ποτέ το συμβόλαιο!…Έτσι έπρεπε να βάλω το μουστάκι και να κάνω τον ρόλο μόνος μου.





















