Η τεχνολογία στα χέρια της εργοδοσίας και του κράτους δεν αυξάνει μόνο την παραγωγικότητα και την εκμετάλλευση, αλλά είναι και «όπλο» για την καταστολή της συνδικαλιστικής οργάνωσης και δράσης. Μια αποκαλυπτική έρευνα που παρουσιάστηκε από Αμερικανούς ανέλυσε τη χρήση της τεχνολογίας από την εργοδοσία για να εμποδίσει, να παρακάμψει ή να καταστείλει κάθε προσπάθεια οργάνωσης και δράσης των εργαζομένων στις εταιρείες «Amazon» και «Starbucks», όπως και στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης. Ο εργοδοτικός ψηφιακός μηχανισμός διαθέτει μεγάλη γκάμα παρακολούθησης, απομόνωσης των εργαζομένων, προσωπικών πιέσεων και οργάνωσης της απεργοσπασίας. Η «Amazon», για παράδειγμα, χρησιμοποιεί εργαλεία πρόβλεψης της δυσαρέσκειας των υπαλλήλων της στις αποθήκες _”heat-maps”, τα οποία συνδυάζουν δεδομένα μέσα και έξω από τον χώρο δουλειάς. Το σύστημα «βαθμολογεί» κάθε αποθήκη ή κατάστημα και προβλέπει αν υπάρχει «κίνδυνος» για συνδικαλισμό, ώστε η εργοδοσία να επέμβει πριν καν οργανωθούν οι πρώτες συζητήσεις.
Οι εργοδότες παρακολουθούν συστηματικά τους εργαζόμενους στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Για παράδειγμα, στελέχη της «Amazon» εντοπίστηκαν να παρακολουθούν κλειστές ομάδες εργαζομένων στην επιχείρηση, εντόπιζαν τους οργανωτές και στη συνέχεια τους απομόνωναν ή τους απέλυαν, με πρόσχημα την παραβίαση της «πολιτικής χρήσης» των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.
Σε άλλες περιπτώσεις, κάμερες και συστήματα διαχείρισης της εργασίας χρησιμοποιούνται για να «σκορπίζουν» τους «ύποπτους για συνδικαλισμό» εργαζόμενους σε διαφορετικά πόστα ή βάρδιες, ώστε να μην μπορούν να συνομιλούν με τους συναδέλφους τους, όπως στις αποθήκες της «Amazon». Στα «Starbucks» η εταιρεία χρησιμοποιεί ψηφιακά συστήματα προγραμματισμού ωραρίου, για να μετακινεί συνδικαλιστές από κατάστημα σε κατάστημα. Εργαζόμενοι που οργάνωναν σωματείο σε ένα κατάστημα στο Σιάτλ διασκορπίστηκαν σε τρία διαφορετικά, προκειμένου να «σπάσουν» οι σχέσεις και να εξαφανιστεί ο κοινός χώρος δράσης.
Οι προπαγανδιστικές καμπάνιες ενάντια στον συνδικαλισμό δεν είναι καινούργιο φαινόμενο στις ΗΠΑ. Το καινούργιο είναι η δυνατότητα της εργοδοσίας να μεταδίδει τέτοια μηνύματα απευθείας στον εργαζόμενο 24 ώρες το 24ωρο. Η «Amazon», μέσω της υποχρεωτικής εφαρμογής «A to Z» που έχουν όλοι οι εργαζόμενοι στο κινητό τους για να βλέπουν το ωράριό τους, έστελνε τέτοια μηνύματα στη μέση της νύχτας. Στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης η Πρυτανεία βομβάρδιζε τους εργαζόμενους φοιτητές με emails που έγραφαν ότι η δουλειά τους «δεν είναι εργασία» και ότι «τα σωματεία φέρνουν τρίτους στη σχέση με το πανεπιστήμιο». Μάλιστα, σε όποιον δεν άνοιγε τα emails το σύστημα ξανάστελνε αυτόματα!
Η τεχνολογία έχει αναβαθμίσει ακόμα και την απεργοσπασία. Όταν οι εργαζόμενοι της «Amazon» στο Στάτεν Αϊλαντ αποφάσισαν απεργία τα Χριστούγεννα του 2024, η εταιρεία δεν χρειάστηκε να βρει «κλασικούς» απεργοσπάστες. Μέσα από την εφαρμογή «Amazon Flex» προσέλαβε ντελιβεράδες – εξωτερικούς συνεργάτες (gig workers) για να καλύψουν τις διαδρομές. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν ότι κάνουν απεργοσπασία. Το σύστημα απλά έκανε ανακατεύθυνση των παραγγελιών. Στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης το σύστημα διαχείρισης μαθημάτων (Blackboard) χρησιμοποιήθηκε για να αντικατασταθούν οι απεργοί διδάσκοντες. Η διοίκηση «κλείδωσε» τους απεργούς έξω από τα ψηφιακά τους μαθήματα και έδωσε πρόσβαση σε άλλους (απεργοσπάστες ή διοικητικούς). Η ψηφιακή πλατφόρμα που υποτίθεται ότι αναπτύχθηκε για την εκπαίδευση μετατράπηκε σε εργαλείο καταστολής.
Ένα σημαντικό στοιχείο που επισημαίνει η έρευνα είναι ότι αυτά τα εργαλεία αλληλοτροφοδοτούνται. Η απομόνωση κάνει τον εργαζόμενο πιο ευάλωτο στην προπαγάνδα, γιατί δεν μπορεί κάποιος συνάδελφος να του πει την αλήθεια. Η παρακολούθηση δίνει την πληροφορία για το πού και πότε να εφαρμοστεί η απομόνωση. Και η απεργοσπασία είναι πιο εύκολη όταν η εργοδοσία γνωρίζει μέσω των συστημάτων της ακριβώς τη δουλειά που έκανε ο απεργός.
Η τεχνολογία στον καπιταλισμό αποτελεί ισχυρό πολυεργαλείο στην υπηρεσία του κεφαλαίου για να αυξήσει και να θωρακίσει τα κέρδη του. Η επιθετικότητα των εργοδοτών αυξάνεται όσο μεγαλώνει η εργατική – λαϊκή δυσαρέσκεια και περισσότεροι εργαζόμενοι αναζητούν διέξοδο στη συνδικαλιστική – συλλογική οργάνωση και δράση. Σύμφωνα με στοιχεία της «Gallup» για το 2025, το 68% των Αμερικανών εργαζομένων τάσσονται υπέρ της δράσης των συνδικάτων, το μεγαλύτερο ποσοστό από τη δεκαετία του 1960. Οι αιτήσεις εργαζομένων για συνδικαλιστική εκπροσώπηση κατατίθενται σήμερα με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον της προηγούμενης δεκαετίας, παρά το γεγονός ότι τα επίπεδα οργάνωσης στα συνδικάτα παραμένουν χαμηλά.
Λύση για τους εργαζόμενους δεν είναι η εναπόθεση των ελπίδων τους σε δήθεν «ασφαλιστικές δικλίδες» και «ρυθμιστικά πλαίσια» που είναι κομμένα και ραμμένα στα συμφέροντα και τους ανταγωνισμούς των μεγάλων εταιρειών. Η αξιοποίηση των τεράστιων δυνατοτήτων της επιστήμης και της τεχνολογίας για τη βελτίωση των όρων ζωής και δουλειάς για τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία προϋποθέτει σύγκρουση με τη στρατηγική του κεφαλαίου. Η διέξοδος βρίσκεται στην πάλη για συνολική ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης, όπου το κέρδος είναι κριτήριο για την οργάνωση της παραγωγής που συνθλίβει τις λαϊκές ανάγκες.
Ριζοσπάστης








