Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, τη μορφή και την “πρωτοπορία”, την ταυτότητα και την εμπορευματοποίηση της κριτικής
Ξέρετε, είναι ζήτημα προνομίου –και αυτό– να συζητάμε ποιο ελληνικό βιβλίο έκανε τη μεγαλύτερη διαφορά τα τελευταία χρόνια, όσο χρήσιμη κι αν είναι αυτή η κουβέντα. Ένα προνόμιο που, αν και σε έναν βαθμό αποτελεί δημοκρατικά κατακτημένο δικαίωμα, στην πραγματικότητα πολλοί άνθρωποι γύρω μας δεν έχουν την πολυτέλεια να απολαμβάνουν ούτε καν αυτό. Ακόμη μεγαλύτερο προνόμιο είναι να μετατρέπουμε τη συζήτηση σε διαδικτυακό καυγά για το ποιος είναι πιο διαβασμένος, λες και ψηφίζουμε τον νικητή σε κάποιον διαγωνισμό ομορφιάς. Κι αυτό φυσικά δεν είναι θετικό, αλλά αποτελεί μέρος ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Τα παραδείγματα συγγραφέων και βιβλίων που ενδέχεται να αναφερθούν σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση είναι καθαρά ενδεικτικά. Δεν κρύβουν πίσω τους κάποια μυστική κατάταξη ούτε αποτελούν οριστική, τελεσίδικη αξιολογική κρίση. Προσωπικά, δεν διαθέτω τη συνολική και εξαντλητική εικόνα της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής ώστε να μπορώ να υποστηρίξω έντιμα μια απόλυτη ιεράρχηση έργων, τάσεων και επιρροών. Συνεπώς, μην περιμένετε κάτι τέτοιο από εμένα και συγκεκριμένα από αυτό το κείμενο. Ας κρατήσουμε, ωστόσο, το εξής: το να αναφέρει κανείς έναν συγγραφέα δεν σημαίνει ότι τον τοποθετεί αυτόματα σε μόνιμη θέση μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας, όπως ακριβώς και η απουσία ενός ονόματος δεν σημαίνει ότι το έργο του θεωρείται ασήμαντο. Ούτε ότι οι αναφορές περί «πρωτοπορίας» αποτελούν μια δεδομένη κατάσταση, ούτε ότι μπορούν να διαφημίζονται από τους ίδιους τους συγγραφείς –και γενικότερα από τους καλλιτέχνες– ως τέτοιες. Δεν είναι, άλλωστε, δική τους δουλειά.
Σε αυτό το σημείο, το πρώτο και βασικότερο πρόβλημα είναι ότι χρησιμοποιούμε τον όρο «λογοτεχνική τομή» και «πρωτοπορία» χωρίς ποτέ να εξηγούμε τι ακριβώς εννοούμε. Τι συνιστά, λοιπόν, μια πραγματική ανατροπή; Σημαίνει απλώς μια εκδοτική επιτυχία που αλλάζει τα δεδομένα των πωλήσεων ή μήπως αναφέρεται σε μια βαθύτερη αλλαγή στη θεματολογία, στη γλώσσα και στη φόρμα; Μια αυθεντική τομή οφείλει να επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο χτίζονται οι χαρακτήρες, τη μέθοδο που αξιοποιείται για τη συγγραφή του και, κυρίως, να ανακινεί τη σχέση του ίδιου του βιβλίου με την κοινωνία, λειτουργώντας ως καθρέφτης ή ως κριτική αιχμή. Επιπλέον, ένα έργο-τομή κρίνεται από τη διάρκεια και την αντοχή του στον χρόνο: επηρεάζει τους συγγραφείς που ακολουθούν, ανοίγοντας και… κλείνοντας νέους εκφραστικούς δρόμους, ή μήπως η επίδρασή του σβήνει μόλις κοπάσει ο πρώτος θόρυβος; Αν δεν ξεκαθαρίσουμε αυτά τα κριτήρια, κινδυνεύουμε να βαφτίζουμε ως «πρωτοπορία» οτιδήποτε απλώς έγινε πολύ γνωστό, διαβάστηκε μαζικά και κυριάρχησε για λίγο στις διαδικτυακές συζητήσεις και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Και τέλος, όταν η αληθινή πρωτοπορία έρθει μπροστά μας, εμείς δεν θα την αναγνωρίσουμε ακόμα κι όταν μας σφίξει το χέρι, χαρούμενη για τη γνωριμία.
Κατά καιρούς αναφέρονται βιβλία που συμπυκνώνουν με επιτυχία μια ολόκληρη τάση της εποχής τους. Το πραγματικά κρίσιμο κριτήριο, όμως, είναι αν αυτά τα έργα καταφέρνουν να αλλάξουν ριζικά την οπτική μας, αν ανατρέπουν την επίσημη ιστορική αφήγηση και αν επιτρέπουν να ακουστούν φωνές που μέχρι σήμερα παρέμεναν αποκλεισμένες στο περιθώριο, όπως τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, οι πρόσφυγες, οι φτωχοί ή τα άτομα με αναπηρία. Συνεπώς, πρέπει να διαχωρίσουμε δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες: είναι άλλο πράγμα ένα βιβλίο που απλώς καταγράφει εύστοχα το κλίμα της εποχής του ή, έστω, μια προηγούμενης εποχής, και κάτι εντελώς διαφορετικό εκείνο το έργο που ανοίγει έναν νέο, ανεξερεύνητο δρόμο για τη λογοτεχνία. Φυσικά, υπάρχουν και εκείνες οι σπάνιες, ιδιαίτερες στιγμές όπου τα δύο αυτά φαινόμενα συμπίπτουν. Αυτό συμβαίνει όταν ένα έργο καταφέρνει να ξεκινήσει από την ανάγκη αποτύπωσης της τρέχουσας επικαιρότητας και, μέσα από τη μορφολογική του δύναμη, να μετατραπεί το ίδιο στην αφετηρία μιας νέας λογοτεχνικής περιόδου.

Στροφή
Η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο, στην πρόσφατη ιστορία και στη συλλογική μνήμη δεν αποτελεί, από μόνη της, λογοτεχνική καινοτομία. Σε μια εποχή έντονης αναζήτησης της ταυτότητας —είτε αυτή είναι εθνική και κοινωνική, είτε έμφυλη, σεξουαλική και πολιτισμική— ελλοχεύει ένας σοβαρός κίνδυνος: η ταυτότητα να μετατραπεί στο μοναδικό κριτήριο αξιολόγησης ενός έργου. Όταν συμβαίνει αυτό, η διαφορετικότητα θεωρείται αυτόματα απόδειξη προοδευτικής ή νεωτερικής σκέψης, παραγκωνίζοντας τα καθαρώς καλλιτεχνικά κριτήρια, τις ανάγκες των αναγνωστών για ουσιαστική αισθητική συγκίνηση, αλλά και την ίδια την απαίτηση της κοινωνίας για μια τέχνη που θα πάει βαθιά κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Το γεγονός ότι ένα βιβλίο δίνει λόγο σε μια λιγότερο ορατή ή καταπιεσμένη ομάδα ή κοινότητα είναι αναμφίβολα κοινωνικά αναγκαίο, αλλά δεν το καθιστά αυτόματα πρωτότυπο ή αξιόλογο στη λογοτεχνία. Αν η ανάδειξη μιας ανάλογης ταυτότητας δεν συνοδεύεται από έναν βαθύ μορφολογικό μετασχηματισμό, από έναν νέο ρυθμό ή μια ανατρεπτική δομή, τότε το έργο κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια απλή, επίπεδη καταγραφή, η οποία καταλήγει να κάνει περισσότερο θόρυβο από όσο θέλει, πρέπει και, βέβαια, μπορεί…
Αυτή η τάση επιστροφής στο παρελθόν δεν αφορά μόνο τη λογοτεχνία, αλλά διαποτίζει ολόκληρο το σύγχρονο πολιτιστικό τοπίο στον τόπο μας, προκαλώντας μια απίστευτη δυσφορία στους συνειδητούς πολίτες, οι οποίοι βλέπουν την ανάγκη για πραγματική κοινωνική αλλαγή να πνίγεται μέσα σε μια βολική και ανώδυνη νοσταλγία που ακολουθεί μετά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων των 8. Στην τηλεόραση, για παράδειγμα, βλέπουμε συχνά να αναμειγνύονται οι δεκαετίες από το ’30 έως το ’60, ο Εμφύλιος, ο υπόκοσμος, η εικόνα της παλιάς Αθήνας και οι παραδοσιακές κοινωνικές διαφορές με απόλυτα σύγχρονες ευαισθησίες για τη θέση της γυναίκας, την έμφυλη βία, την κακοποίηση και τις ταξικές ανισότητες. Με αυτή τη συνταγή παράγεται ένα εύπεπτο προϊόν μαζικής κατανάλωσης, το οποίο καταφέρνει να μοιάζει ταυτόχρονα «ρετρό» και εντελώς σύγχρονο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το παρελθόν μετατρέπεται σε ένα φτηνό, κακοφτιαγμένο σκηνικό, η κοινωνική και πολιτική σύγκρουση υποβιβάζεται σε εύρημα της πλοκής, αν συμπεριλαμβάνεται, και οι σύγχρονες κοινωνικές ευαισθησίες λειτουργούν ως ένα αρκετά βολικό ηθικό περιτύλιγμα. Με κατάληξη να μένουν ικανοποιημένοι όλοι όσοι, σε διαφορετική περίπτωση, θα ένιωθαν άβολα με την αλήθεια των γεγονότων. Η συγκεκριμένη διαπίστωση δεν σημαίνει ότι απορρίπτουμε συλλήβδην την ιστορική μυθοπλασία, ούτε ότι ένα έργο πρέπει να είναι απαραίτητα δυσνόητο ή ερμητικό για να έχει καλλιτεχνική αξία. Όταν όμως η ιστορία χρησιμοποιείται ως ασφαλής και ανώδυνος τρόπος για να μιλήσουμε για το παρόν χωρίς να το αμφισβητήσουμε πραγματικά, τότε το μόνο που καταφέρνει είναι να «εξημερώσει» το παρελθόν. Σβήνει την πραγματική πολιτική δράση και τις αληθινές συγκρούσεις των απλών ανθρώπων, μετατρέποντάς τις σε ακίνδυνο θέαμα.
Εδώ ακριβώς γίνεται ολοφάνερη η στενή σχέση της λογοτεχνίας με την πολιτισμική βιομηχανία. Η λογοτεχνία κινδυνεύει να αντιγράψει αυτούς τους ίδιους μηχανισμούς της εύκολης, βιομηχανικής αναπαραγωγής θεμάτων, μετατρέποντας ακόμα και τις πιο προοδευτικές ή ριζοσπαστικές προθέσεις σε απλά εμπορικά προϊόντα. Είναι ένα φαινόμενο βαθιά πολιτικό, αν αναλογιστεί κανείς ότι, την ίδια ακριβώς στιγμή, οι θεωρητικές και έμφυλες σπουδές, η queer λογοτεχνία και οι μετααποικιακές προσεγγίσεις δέχονται μια συντονισμένη ιδεολογική και πολιτική επίθεση, ακριβώς επειδή επιμένουν να παραμένουν ζωντανοί χώροι κριτικής σκέψης, αμφισβήτησης και αληθινής ανατροπής.
Με λίγα λόγια, το πραγματικό ενδιαφέρον ξεκινά όταν το περιεχόμενο, σε απόλυτη συνάρτηση με τη μορφή, καταφέρνει να ανατρέψει αυτή την ανώδυνη –ή και επώδυνη ανά περίπτωση– εμπορική λειτουργία της τέχνης. Η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο ή στην ιστορία δεν γίνεται πλέον με όρους νοσταλγίας, εξιδανίκευσης ή απλής καταγραφής, αλλά μετατρέπεται σε μια ανατομία της πραγματικότητας, τόσο της εποχής όπου διαδραματίζεται η μία ή η άλλη ιστορία όσο όμως και του σήμερα. Τότε, στόχος του συγγραφέα γίνεται πλέον το να ξεσκεπάσει τις εσωτερικές αντιφάσεις, τη δομική βία, τις σκληρές ταξικές και έμφυλες σχέσεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η συλλογική μνήμη χρησιμοποιείται συχνά ως εργαλείο για να επιβληθεί η λήθη, πολλές φορές μάλιστα στο όνομα της… προόδου. Αλλά, επιμένω, όχι πάντα.

Αποτύπωμα
Το βιβλίο που αφήνει πραγματικά σημάδι δεν είναι υποχρεωτικά εκείνο που παίρνει μια έτοιμη συνταγή και την εκτελεί καλύτερα από τους προηγούμενους, αλλά εκείνο που φέρνει στη λογοτεχνία κάτι που πριν δεν υπήρχε με τον ίδιο τρόπο, αναγκάζοντας τους επόμενους συγγραφείς, ακόμα κι αν διαφωνήσουν ριζικά μαζί του, να αναμετρηθούν με την κληρονομιά του. Μπορεί να μιλάμε για ένα έργο που διαμορφώνει μια νέα πεζογραφική ευαισθησία, μετατρέποντας την πεζή καθημερινότητα, την περιθωριοποίηση και την εργασιακή ανασφάλεια σε καθαρό λογοτεχνικό υλικό και ξεπερνώντας τα όρια της στεγνής κοινωνιολογικής καταγραφής. Φυσικά, οι διαβαθμίσεις διαφέρουν, καθώς ένα βιβλίο μπορεί να είναι σημαντικό ή, έστω, αξιόλογο χωρίς να εισάγει κάτι ριζοσπαστικό, ή εξαιρετικά δημοφιλές χωρίς να αλλάξει τη λογοτεχνική γλώσσα. Αντίστροφα, ένα άλλο έργο μπορεί να περάσει εντελώς απαρατήρητο στην εποχή του και να αποδειχθεί πολύ αργότερα ότι άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο. Η λογοτεχνική πρωτοπορία, άλλωστε, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την εποχή της, καθώς κανένα βιβλίο δεν γεννιέται σε κενό αέρος, αλλά εμφανίζεται και λειτουργεί μέσα σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλέγμα κοινωνικών, εκδοτικών και πολιτισμικών συνθηκών που καθορίζουν την τύχη του, γεγονός που εξηγεί γιατί η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από τέτοιες καθυστερημένες αναγνωρίσεις.
Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία κινείται μέσα σε ένα βαθύ παράδοξο. Από τη μία πλευρά, εκδηλώνει μια έντονη, σχεδόν εμμονική ανάγκη να επιστρέψει στο παρελθόν, στην ασφάλεια ή στα τραύματα της οικογένειας, στον γενέθλιο τόπο, στη συλλογική μνήμη, στον Εμφύλιο και στη δικτατορία. Οφείλουμε να πούμε ότι αυτό είναι περισσότερο μια πολιτική δήλωση και απόφαση που συνδέεται με την εποχή των πρώτων χρόνων της κρίσης και των Μνημονίων, εκφράζοντας παράλληλα τη συντηρητική πλευρά κάποιων συμπολιτών μας. Πρόκειται για μια σαφή προσπάθεια αναζήτησης των ιστορικών αιτιών της σημερινής μας κακοδαιμονίας, μια ανάγκη να βρεθούν στα μεγάλα συλλογικά τραύματα του χθες οι απαντήσεις για τη βίαιη υποτίμηση της ζωής μας στο σήμερα, έστω κι αν αυτή η καταφυγή στην ιστορία κινδυνεύει καμιά φορά να λειτουργήσει ως ιδεολογικό καταφύγιο προκειμένου να αποφευχθεί η άμεση, μετωπική σύγκρουση με το παρόν. Από την άλλη πλευρά, όμως, η λογοτεχνία μας, όπως και η κοινωνία μας, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καθημερινότητα που έχει αλλάξει βίαια και ριζικά. Η οικονομική κρίση, η μόνιμη εργασιακή ανασφάλεια, το προσφυγικό και η μετανάστευση, ο ισοπεδωτικός μαζικός τουρισμός, η κοινωνική διάλυση, η ψηφιακή απομόνωση, η άνοδος της ακροδεξιάς, η κλιματική απειλή και η έκρηξη της έμφυλης βίας συνθέτουν ένα εντελώς νέο σκηνικό, που δεν περιορίζεται στα ελληνικά σύνορα. Κατ’ επέκταση, ως ένα διεθνές ζήτημα, αναζητά –και σε κάποιες περιπτώσεις οργανώνει, έστω και όχι με ευκολία– τη διεθνιστική απάντηση δρώντας τοπικά. Συνεπώς, και οι εικόνες, τα διαβάσματα, οι επιρροές, οι μελέτες, αλλά και ο ίδιος ο τρόπος γραφής των σύγχρονων δημιουργών, παύουν να είναι στενά εντοπισμένα σε μια κλειστή, επαρχιώτικη παράδοση· αντίθετα, σπάνε το εθνικό περίβλημα και προέρχονται από την παγκόσμια λογοτεχνία, αντλώντας εργαλεία από τα ριζοσπαστικά ρεύματα της παγκόσμιας σκέψης προκειμένου να αποδώσουν τις κοινές, οικουμενικές ταξικές και κοινωνικές μας εμπειρίες.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιο βιβλίο κατάφερε να «μιλήσει για την εποχή του» με όρους επικαιρότητας, αλλά ποιο πέτυχε να μετατρέψει αυτή τη νέα, ακατέργαστη κοινωνική, αισθητική και ψυχολογική εμπειρία σε μια νέα ή ριζικά μεταμορφωμένη λογοτεχνική μορφή. Το κοινωνικό βίωμα δεν είναι ένα υλικό που χύνεται παθητικά μέσα σε μια ήδη έτοιμη φόρμα. Όταν είναι αυθεντικό, εισβάλλει στο ίδιο το σώμα του κειμένου: ανατρέπει τη φωνή, σπάει τον ρυθμό, αναδιοργανώνει τη δομή, αλλάζει τη ματιά του αφηγητή και επαναπροσδιορίζει τα σύνορα ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό. Μια νέα μορφή αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν καταφέρνει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εμείς, ως αναγνώστες, αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε την ίδια την πραγματικότητα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κάθε λογοτεχνική τομή οφείλει να εφεύρει μια μορφή που δεν υπήρχε ποτέ ξανά στην ιστορία. Η πραγματική καινοτομία κρύβεται συχνά στον μετασχηματισμό μιας ήδη υπάρχουσας φόρμας, στην απρόσμενη διασταύρωση διαφορετικών παραδόσεων ή στην εντελώς νέα χρήση ενός παλιού, ξεχασμένου εργαλείου. Ούτε φυσικά αυτό σημαίνει ότι η μόνη κατάλληλη μορφή και μεθοδολογία είναι η αξιοποίηση ενός προπαγανδιστικού τρόπου. Για να είμαστε ξεκάθαροι, η διαπίστωση αυτή δεν στρέφεται σε καμία περίπτωση ενάντια στο πολιτικό ή το κοινωνικό έργο, το οποίο θεωρώ αναγκαίο όσο ποτέ, αλλά επιχειρεί μια σαφή διάκριση ανάμεσα στην αυθεντική καλλιτεχνική δημιουργία και την επίπεδη, στεγνή μπροσούρα που θυσιάζει τη λογοτεχνικότητα στον βωμό μιας εύκολης σύνθηματολογίας. Το κεντρικό ζητούμενο παραμένει η οργανική, βαθιά σχέση που γεννιέται ανάμεσα στη μορφή και την εμπειρία. Μια σχέση που δεν εγκλωβίζεται σε έτοιμα καλούπια, αλλά αφήνει πάντα ανοιχτό το πεδίο των δυνατοτήτων, επιτρέποντας στο έργο να αναπνεύσει, να εκπλήξει και να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του μέσα από την ίδια την πράξη της ανάγνωσης.
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει έτοιμη απάντηση σε αυτά τα ζητήματα –και καλύτερα που δεν υπάρχει, γιατί μια έτοιμη απάντηση θα σήμαινε το τέλος του πειραματισμού και τον θάνατο της ίδιας της λογοτεχνικής αναζήτησης– καθώς δεν αρκεί απλώς να εκδοθεί ένα μυθιστόρημα για την οικονομική κρίση, ένα διήγημα για την πανδημία ή ένα βιβλίο για το προσφυγικό, τη σεξιστική βία και τις γυναικοκτονίες για να μιλήσουμε αυτόματα για νέα λογοτεχνία, όπως ακριβώς ούτε η επιστροφή στο παρελθόν προσφέρει από μόνη της τροφή για σκέψη. Το πραγματικά κρίσιμο στοιχείο είναι αν αυτή η αναδρομή στο χθες που κυριαρχεί στην ελληνική λογοτεχνία, από σοβαρά μυθιστορήματα μέχρι τα νέα, πιο «έντεχνα» ροζ τούβλα που περνάνε και στην τηλεόραση, φωτίζει και αμφισβητεί το παρόν ή αν μετατρέπεται σε ένα ασφαλές, ανώδυνο σκηνικό όπου αναγνωρίζουμε όσα ήδη ξέρουμε χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να τα ξανασκεφτούμε. Κατά τη γνώμη μου, ισχύει αδιαπραγμάτευτα το δεύτερο, παρόλο που υπάρχουν και εξαιρέσεις και εννοώ, φυσικά, στην πιο σοβαρή λογοτεχνία.
Άλλωστε, η μορφή δεν είναι ένα ουδέτερο δοχείο, αλλά ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η κρίση, η ανασφάλεια ή η έμφυλη βία μεταμορφώνονται σε ζωντανή γλώσσα, ρυθμό και δομή. Για τον λόγο αυτό, η αποδοχή του κοινού, οι δημόσιες συζητήσεις και οι υψηλές πωλήσεις, αν και είναι προφανώς σημαντικά μεγέθη, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση απόδειξη λογοτεχνικής πρωτοπορίας. Ή, ακόμα χειρότερα, το ίδιο ισχύει αν η επιστροφή σε παλαιότερες μορφές γραφής και έκφρασης γίνεται άκριτα, είτε στην πεζογραφία είτε στην ποίηση. Παρατηρήστε, για παράδειγμα, ότι στη νέα ηθογραφία της εποχής μας, η οποία ήδη δίνει αξιόλογα έργα με ευρύτερη αναγνώριση, συνυπάρχουν και έργα στεγνά, που αναπαράγουν παλιά σχήματα χωρίς ίχνος σύγχρονης πνοής, λειτουργώντας περισσότερο ως μουσειακά εκθέματα παρά ως ζωντανή λογοτεχνία. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση της διαλέκτου κινδυνεύει συχνά να εγκλωβιστεί σε μια συντηρητική απόδοση του κόσμου, σε μια στείρα προσκόλληση στην παράδοση και το φολκλόρ, ακόμη κι αν στην πράξη η ίδια η συγγραφική προσπάθεια είναι πρόθυμη να εργαστεί, να ψάξει και να αναμετρηθεί με το γλωσσικό της υλικό. Το ίδιο φαινόμενο συναντάμε και στην ποίηση, όπως συμβαίνει με τη συζήτηση για τον ρόλο και την αξία του έμμετρου λόγου. Φυσικά, δεν υποτιμούμε σε καμία περίπτωση την τεχνική ή την ιστορική αξία της ομοιοκαταληξίας και του μέτρου, αλλά όταν αυτές οι μορφές χρησιμοποιούνται απλώς ως καταφύγιο νοσταλγίας και όχι για να εκφράσουν τη σημερινή, κατακερματισμένη μας πραγματικότητα, τότε χάνουν τη δύναμή τους. Και ίσως γι’ αυτό θα έπρεπε να είμαστε πολύ πιο επιφυλακτικοί με τις εύκολες διακηρύξεις και τις απόλυτες κρίσεις. Εδώ ακριβώς επιστρέφουμε στην αρχική διαπίστωση: αποτελεί, σε τελική ανάλυση, ζήτημα προνομίου το να συζητάμε θεωρητικά για το ποιο βιβλίο συνιστά «τομή» και «πρωτοπορία», την ίδια ώρα που άλλες, εξίσου σημαντικές φωνές και έργα χάνονται οριστικά. Για να μην συνυπολογίσουμε πόσες φωνές «πρωτοπόρων» δεν συνεχίζουν μετά, είτε γιατί συγγραφικά δεν έχουν να δώσουν κάτι άλλο, είτε γιατί επέλεξαν ένα κάποιο είδος λογοτεχνικού συμβιβασμού, είτε γιατί οι αντικειμενικές συνθήκες της ζωής –η καθημερινή επιβίωση, η εξαντλητική δουλειά για το μεροκάματο και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου– τους αναγκάζουν να αφήσουν στην άκρη τη δημιουργία για να μπορέσουν απλώς να επιβιώσουν. Αυτός ο αποκλεισμός συντελείται μέσα σε ένα σκληρό επιχειρηματικό, εκδοτικό και πολιτισμικό σύστημα, όπου οι κανόνες της αγοράς, οι μηχανισμοί της προβολής και η συγκέντρωση της εκδοτικής δύναμης σε ελάχιστα χέρια περιορίζουν, περιθωριοποιούν ή και εξαφανίζουν ολόκληρες κοινότητες από το δημόσιο πεδίο, υπενθυμίζοντάς μας ότι η εμπορική επιτυχία και η θορυβώδης παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα απέχουν πολύ από την αυθεντική καλλιτεχνική ανατροπή.
Σε ευρύτερο επίπεδο, πρόκειται για την ίδια ακριβώς λογική που μετατρέπει ακόμα και τον πόλεμο ή την πολεμική οικονομία σε ένα κερδοφόρο πεδίο επενδύσεων. Η πολιτική και οικονομική ισχύς των ισχυρών κρατών καθορίζει ποιοι άνθρωποι, ποιοι λαοί και ποιες ιστορίες θα βρουν τελικά χώρο να ακουστούν και ποιοι θα οδηγηθούν βίαια στη σιωπή και στον θάνατο, με την Παλαιστίνη και τη συνεχιζόμενη γενοκτονία στη Γάζα να αποτελούν το πιο ακραίο και τραγικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας. Αυτή η διαπίστωση δεν σημαίνει ότι εξισώνω τη λογοτεχνική αγορά με τον πόλεμο, καθώς η αναλογία αφορά αποκλειστικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι μηχανισμοί ισχύος, οι οποίοι, σε διαφορετική κλίμακα και με εντελώς άλλες συνέπειες, καθορίζουν ποια φωνή θα έχει ορατότητα και ποια θα θαφτεί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αδιαφορούμε για τις ιδέες και τις επιρροές που κυκλοφορούν μέσα στα πολιτιστικά πεδία, ούτε χρειάζεται να υποκύπτουμε στη νεοφιλελεύθερη λογική ότι η αξία μιας παρέμβασης μετριέται με την απήχηση, τις πωλήσεις, την ορατότητα ή την άμεση απόδοσή της στο ταμείο. Έτσι κι αλλιώς, η λογοτεχνία δεν είναι επένδυση, ούτε η πολιτιστική δημιουργία δικαιώνεται επειδή κατάφερε να κερδίσει ένα μερίδιο της αγοράς. Ακριβώς επειδή οι ταξικοί και οικονομικοί μηχανισμοί προαποφασίζουν ποιος ακούγεται και ποιος όχι, η πραγματική αξία ενός έργου είναι αδύνατον να ταυτίζεται με την εμπορική του επιτυχία ή, απλά, με τα μέσα που χρησιμοποιεί. Το ιδανικό, λοιπόν, είναι να διαβάζουμε, να διαφωνούμε, να επιστρέφουμε στα ίδια τα βιβλία και να αφήνουμε τον χρόνο να κάνει τη δική του δουλειά, αναπτύσσοντας παράλληλα μια πιο επιστημονική και κοινωνική ανάλυση της λογοτεχνικής παραγωγής. Αυτό παραμένει το ιδανικό μας μέχρι τη σοσιαλιστική επανάσταση, η οποία θα ανατρέψει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και θα βάλει τέλος στην εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης δημιουργίας, απαλλάσσοντάς μας παράλληλα από εκείνη την παράλογη απαίτηση να αντιμετωπίζεται η κριτική σκέψη σαν ένα γραφειοκρατικό δελτίο παρουσιών.

Κριτική
Η σύγχρονη κριτική πράγματι αδυνατεί συχνά να συμπεριλάβει το σύνολο των δημιουργών – μια κατάσταση που σε πολλές περιπτώσεις δεν οφείλεται σε απλή, αντικειμενική αδυναμία, αλλά αποτελεί συνειδητή επιλογή και κατεύθυνση από συγκεκριμένα εκδοτικά και πολιτισμικά κέντρα ισχύος. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που έχω θίξει και στο παρελθόν στα άρθρα μου σχετικά με τη χαρτογράφηση ή την κανονικοποίηση της σύγχρονης ποίησης, καθώς και για τη σχέση της ποίησης με τους θεσμούς και το ζήτημα της ορατότητας. Αυτή η διαπιστωμένη κατάσταση, όμως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αντιμετωπιστεί με προσωπικές ή σεξιστικές επιθέσεις, με λιβέλους και ψηφιακές στοχοποιήσεις, αφού όταν υπάρχει διαφωνία με μια κριτική θέση, ο μόνος γόνιμος δρόμος είναι η απάντηση, η ανοιχτή αντιπαράθεση και η τεκμηριωμένη κριτική. Κάθε κείμενο έχει το δικό του αντικείμενο μελέτης, τους δικούς του περιορισμούς και τα δικά του αναγκαία παραδείγματα. Η κριτική, από τη φύση της, μπορεί να είναι επιλεκτική, αποσπασματική και ατελής χωρίς αυτό να την καθιστά άκυρη. Προφανώς οφείλει να ελέγχεται, να αμφισβητείται και να διορθώνεται. Η παράλογη απαίτηση όμως να περιλαμβάνει κάθε φορά ολόκληρο το λογοτεχνικό πεδίο για να δικαιούται να αρθρώσει λόγο καταλήγει σε μια παράδοξη αντιστροφή: αντί να συζητάμε την ουσία του επιχειρήματος, καταλήγουμε να εξετάζουμε αν συμπληρώθηκε σωστά ένα γραφειοκρατικό «δελτίο παρουσιών». Αυτή η απαίτηση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μορφή έμμεσης πίεσης και λογοκρισίας πάνω στο ποιος τελικά δικαιούται να μιλά δημόσια και με ποιους όρους.
Η επιλεκτικότητα της κριτικής και ο συστημικός αποκλεισμός είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το πρώτο είναι αναπόφευκτο στοιχείο της κριτικής· το δεύτερο, όμως, αποκαλύπτει ένα πραγματικό πρόβλημα που συνδέεται με την εξουσία και την αγορά. Η κριτική δεν υποχρεούται να γίνει κατάλογος ονομάτων για να είναι έγκυρη. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να αγνοεί ότι ολόκληρες κοινότητες και φωνές μένουν συστηματικά έξω από το δημόσιο πεδίο εξαιτίας των ίδιων μηχανισμών που καθορίζουν την ορατότητα. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να υπερασπιζόμαστε την ελευθερία της κριτικής ματιάς χωρίς να αρνούμαστε την ύπαρξη αποκλεισμών.
Συνοπτικά, όπως έχω αναφέρει και αλλού, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ο τάδε ή ο δείνα συγγραφέας, ούτε η επικράτηση της μίας «πρωτοπορίας» απέναντι στην άλλη. Κάθε πρόσφατη απαξιωτική, προσβλητική και σεξιστική επίθεση στον δημόσιο διάλογο, όμως, εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη νοοτροπία επιβολής και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μείνει αναπάντητη. Το μακρύ χέρι του σεξισμού, που επιχειρεί να φιμώσει και να διαπομπεύσει δημόσια τις κριτικές φωνές, θα βρίσκει πάντοτε απέναντί του τη συλλογική μας αντίδραση – στα κείμενα, στους δρόμους και στις δράσεις μας.
Κλείνοντας τον φλύαρο, υπερφιλόδοξο –ιδού η αδυναμία μας!– αλλά νομίζω απαραίτητο σχολιασμό των παραπάνω φαινομένων, ως αναγνώστης και όχι ως γραφιάς, πρέπει για ακόμα μια φορά να αναγνωρίσουμε ότι κανένας κριτικός αλλά και κανένας συγγραφέας, προβεβλημένος, ξεχασμένος ή άγνωστος δεν είναι αλάνθαστος και κανένας δεν κρατάει την απόλυτη αλήθεια. Το μόνο που ζητάμε είναι μια έντιμη στάση απέναντι στα κείμενα. Η διαφωνία, η αποδόμηση ενός επιχειρήματος και η ανάδειξη των παραλείψεων είναι αυτονόητα δικαιώματα στη λογοτεχνική ζωή, καθώς μέσα από τη γόνιμη σύγκρουση των ιδεών ανασαίνει η ίδια η πνευματική δημιουργία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κριτική αντιπαράθεση δίνει τη θέση της στη σεξιστική υποτίμηση, τη δημόσια διαπόμπευση και τις προσωπικές επιθέσεις. Εκεί αλλάζουν οι όροι. Με λίγα λόγια, ντόμπρα και σταράτα, το θέμα δεν είναι ποια ανάγνωση ενός βιβλίου στέκει καλύτερα, αλλά το ποιος επιτρέπεται να μιλάει, να κρίνει και να αμφισβητεί δημόσια. Όταν φτάνουμε σε αυτό το σημείο, η κουβέντα ξεπερνάει τα στενά όρια της λογοτεχνίας και γίνεται καθαρά ζήτημα δημοκρατίας και συλλογικής αξιοπρέπειας.
20-21 Αυγούστου 2026
Υ.Γ. Και θα μου πείτε, τότε γιατί ρε φίλε, έγραψες τόσες λέξεις –στην εποχή που δεν διαβάζει σχεδόν κανείς– ενώ αρκούσαν οι τελευταίες λέξεις του κειμένου;
(Φωτογραφίες: pixabay.com)








