Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Κάθε προσπάθεια συνολικής αποτύπωσης της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ως αναγκαία. Σε μια εποχή διάχυσης, αποσπασματικότητας και υπερπληθώρας εκδόσεων, η ιδέα ενός ενιαίου αρχείου ή μιας ψηφιακής πλατφόρμας που συγκεντρώνει ποιητικές φωνές του 21ου αιώνα μοιάζει όχι μόνο χρήσιμη αλλά και επιθυμητή. Αυτό επιχειρεί να πετύχει η ανθολογία-ψηφιακή πλατφόρμα «Ποίηση από τον 21ο Αιώνα», που παρουσίασε το Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών. Όπως αναφέρεται, η πλατφόρμα περιλαμβάνει «220 ποιητές και ποιήτριες που κυκλοφόρησαν το πρώτο τους βιβλίο μετά το 2000 από 98 εκδοτικούς οίκους σε όλη την ελληνική επικράτεια, επιχειρώντας μια χαρτογράφηση της ποιητικής παραγωγής του 21ου αιώνα». Επιπλέον, δημοσιεύονται δοκίμια από καταξιωμένους κριτικούς και ακαδημαϊκούς για τη σύγχρονη ποίηση και τους δημιουργούς της.
Η συγκεκριμένη πλατφόρμα, θεωρητικά, που θα ακολουθήσει και σε έντυπη μορφή, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς, ως εργαλείο έρευνας, ακόμη και ως δίοδος διεθνούς προβολής της νεότερης ελληνικής ποίησης. Στην πράξη, ωστόσο, η αξία μιας τέτοιας καταγραφής εξαρτάται όχι μόνο από την ποσότητα των περιλαμβανόμενων φωνών αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο η πλατφόρμα αναδεικνύει την ποικιλία, την καινοτομία και την ποιητική ιδιαιτερότητα κάθε δημιουργού. Η ανοιχτή πρόσβαση, η δυνατότητα διασταύρωσης πληροφοριών και η σύνδεση με μελέτες, κριτικά κείμενα και διεθνή δίκτυα μπορεί να μετατρέψει μια ανθολογία σε ζωντανό εργαλείο γνώσης, παρακολουθώντας τις μεταμορφώσεις της σύγχρονης ποίησης και ενισχύοντας την ορατότητα των δημιουργών της.

Προβλήματα και αποκλεισμοί
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στη σύλληψη και στις δυνατότητες μιας τέτοιας πρωτοβουλίας αλλά στη λειτουργία της. Διότι τέτοιου τύπου εγχειρήματα, όσο «καταγραφικά» κι αν αυτοπροσδιορίζονται, δεν είναι ποτέ ουδέτερα. Αντίθετα, παράγουν συγκεκριμένες ιεραρχήσεις και συγκροτούν ένα συμβολικό κεφάλαιο και, τελικά, διαμορφώνουν έναν κανόνα. Όχι απαραίτητα μέσα από ρητές αξιολογήσεις, αλλά μέσω της ίδιας της πράξης της συμπερίληψης και του αποκλεισμού. Έτσι, η χαρτογράφηση μετατρέπεται αθόρυβα σε έναν μηχανισμό κανονικοποίησης από εκείνους που υποτίθεται θέλει να διαχωρίσει. Δεν πρόκειται για κάτι καινούργιο. Εδώ και δεκαετίες στα ελληνικά εκδοτικά πράγματα, οι ανθολογίες, οι λίστες «καλύτερων» βιβλίων, οι γενεακές ταξινομήσεις και οι θεματικές ετικέτες λειτουργούν ως εργαλεία ορισμού του τι θεωρείται κεντρικό και τι περιφερειακό στη λογοτεχνία. Το ζήτημα είναι ότι, συχνά, αυτή η διαδικασία βασίζεται λιγότερο σε τεκμηριωμένα κριτήρια και περισσότερο σε άτυπα δίκτυα σχέσεων, σε κύκλους αναγνώρισης και σε μια αυτάρεσκη αναπαραγωγή κύρους, πολλές φορές και με «προοδευτικό» προσωπείο. Το αποτέλεσμα είναι ένας λόγος περί «αντιπροσωπευτικότητας» που συγκαλύπτει την αυθαιρεσία της επιλογής.
Οφείλω να αναγνωρίσω ότι δεν είμαι αντίθετος στις συλλογικές εκδόσεις ούτε στις ανθολογίες. Έχω συμμετάσχει σε τέτοιες διαδικασίες και γνωρίζω τόσο τις δυνατότητες όσο και τους περιορισμούς τους. Όταν όμως μια πρωτοβουλία φέρει θεσμικό βάρος, συνοδεύεται από δημόσια χρηματοδότηση και παρουσιάζεται ως συνολική αποτύπωση μιας εποχής, τότε οι απαιτήσεις αλλάζουν. Τότε, ας είμαστε ειλικρινείς: δεν πρόκειται απλώς για μια εκδοτική πρόταση, αλλά για έναν μηχανισμό που, με επιχορήγηση ύψους 19.000 ευρώ στον φορέα Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών από το Υπουργείο Πολιτισμού, επεμβαίνει στη λογοτεχνική ιστορία εν τη γενέσει της. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η λογική μιας διαδικασίας που ξεκινά με μια προκαθορισμένη λίστα ονομάτων και στη συνέχεια καλεί όσους απουσιάζουν να αυτοπροταθούν, ώστε να περάσουν από το ίδιο φίλτρο που τους απέκλεισε. Τυπικά, η μόνη προϋπόθεση συμμετοχής θα όφειλε να είναι η ύπαρξη ποιητικού βιβλίου με ISBN, άρα η ένταξη στη θεσμικά αναγνωρισμένη βιβλιοπαραγωγή. Στην πράξη, όμως, ακόμα κι αυτή η διαδικασία παράγει συμβολικές ανισότητες και αναπαράγει τη διάκριση μεταξύ «ορατών» και «αόρατων» δημιουργών, καθώς από μια τέτοια προσπάθεια αυτόματα αποκλείονται οι αυτοεκδόσεις και άλλου τύπου εκδόσεις.
Ακόμη κι αν αναγνωρίσει κανείς επιμέρους θετικά στοιχεία – όπως τη συμπερίληψη ποιητών που συστηματικά αγνοούνται από την κριτική – παραμένει το ερώτημα των απουσιών. Όταν δημιουργοί με μακρόχρονη παρουσία και σαφές εκδοτικό αποτύπωμα απουσιάζουν ή όταν δεν συμπεριλαμβάνονται ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια, η επίκληση της «μεθόδου» και της «έρευνας» μοιάζει περισσότερο με ρητορικό σχήμα παρά με πραγματικό επιχείρημα. Με ποια, για παράδειγμα, λογική επιλέχτηκαν κάποιοι εκδοτικοί οίκοι και ποιητές/τριες αντί άλλων; Οικονομικοί λόγοι, πολιτικές σκοπιμότητες ή δίκτυα επαφών; Από την άλλη πλευρά, οι καταγγελίες περί λογοκρισίας ή οι συλλήβδην απαξιώσεις όσων συμμετέχουν δεν οδηγούν σε ουσιαστική συζήτηση.
Αν πράγματι ο στόχος είναι η χαρτογράφηση, τότε η πιο καθαρή και έντιμη επιλογή θα ήταν η καθολική καταγραφή όλων όσων εξέδωσαν ποιητικό βιβλίο μετά το 2000, χωρίς «επιλογές», χωρίς γενεακές ετικέτες και χωρίς αξιώσεις αντιπροσώπευσης. Μια τέτοια βάση δεδομένων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανοιχτό πεδίο μελέτης και όχι ως έμμεσος μηχανισμός κύρους. Ακόμη κι έτσι, βέβαια, η πλήρης εποπτεία παραμένει ανέφικτη: οι αυτοεκδόσεις, οι εναλλακτικές μορφές κυκλοφορίας και οι περιθωριακές πρακτικές θα συνεχίσουν να διαφεύγουν. Η ψηφιακή μορφή θα μπορούσε, θεωρητικά, να αντισταθμίσει αυτούς τους περιορισμούς, επιτρέποντας συνεχή αναθεώρηση, διόρθωση και εμπλουτισμό. Όταν όμως η πλατφόρμα λειτουργεί με όρους θεσμικού κύρους και κλειστού κύκλου, τότε η τεχνολογία δεν αρκεί για να αναιρέσει την πολιτική της λειτουργίας της.
Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι αυτή η συζήτηση είναι δευτερεύουσα, ίσως και πολυτελής, σε μια εποχή πολέμων, γενοκτονιών και γενικευμένης βίας. Κι όμως, ακριβώς τότε, οι πολιτιστικοί θεσμοί καλούνται να δείξουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τι ρόλο επιλέγουν να παίξουν. Να λειτουργήσουν ως ανοιχτά πεδία μνήμης, σύγκρουσης και καταγραφής ή ως μηχανισμοί σιωπηρής κανονικοποίησης. Η ποίηση δεν ανατρέπει καθεστώτα ούτε σταματά τους πολέμους και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Μπορεί όμως να φωτίζει τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους αποφασίζεται ποια φωνή αξίζει να ακουστεί και ποια μένει εκτός πλάνου. Και σε εποχές ιστορικής βίας και έντονων κοινωνικών συγκρούσεων, αυτή η διάκριση δεν είναι ποτέ αθώα.








