Οι συγκλονιστικές φωτό από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο σκοπευτήριο της Καισαριανής στις 1/5/1944 προκαλεί συγκίνηση, θαυμασμό και κυρίως μας δίνει κουράγιο και δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα για να «ανθρωπεύσει ο άνθρωπος»
Ταυτόχρονα προκαλεί τη μήνι των «εχθρών» και «φίλων» που πάνε να μεταφέρουν στα μέτρα τους τον ηρωϊσμό αυτών που με υψωμένες γροθιές κοιτάξανε το θάνατο κατάματα.
Σε μία προσπάθεια να δώσουμε κάποιες ιστορικές πινελιές παραθέτουμε ένα ντοκουμέντο 2 χρόνια μετά τον ηρωϊκό τους θάνατο.
Με τίτλο «1944. Η ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ ΧΑΙΔΑΡΙΟΥ. «Πεθαίνουμε Ακροναυπλιώτικα!» ΕΤΣΙ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΟΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ ΣΤΟΥ ΦΑΣΙΣΤΕΣ» σε ολοσέλιδο αφιέρωμα (2σελ) ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ την Τετάρτη 1/5/1946 έχει μεγάλο αφιέρωμα (έχει και σχετικό σκίτσο) για τους 200 της Καισαριανής. Δεν γνωρίζουμε το όνομα του αρθρογράφου , μιας υπογράφει σ. Ζ. Ακροναυπλιώτη/ Παρουσιάζουμε εκτενή αποσπάσματα (διατηρώντας τη σχετική ορθογραφία):
«…1 του Μάη 1944
Μας ξύπνησε στις 6 και 30’ ο Γερμανός λοχίας. Ζήτησε τον Αντώνη. Έπρεπε να ανοίξει να φύγουν 150 από την Εύβοια. Πού πάνε δεν το ξέρουμε.
Ο ουρανός είναι μαύρος. Ένας ψυχρός αέρας φυσάει και σηκώνει σύννεφο σκόνη. Νεβρικά και πνιχτικά ξημέρωσε η μέρα. Λες και προμηνάει το μεγάλο κακό. Γύρω στις σκοπιές διπλοί και τριπλοί οι σκοποί. Με βαρύ οπλισμό. Μέσα στο στρατόπεδο οπλισμένοι στρατιώτες γυρίζουν ακόμη από τη νύχτα. Οι σύντροφοι μοίρασαν ότι είχαν. Ενθύμιο ακριβό στους άλλους που μένουν. Πρώτη φορά ήρθαν συνταγμένοι κι οι μάγειροι στο προσκλητήριο. Αυτή είναι διαταγή. Γιατί είναι οι πιο πολλοί Ακροναυπλιώτες. Είναι στον κατάλογο. Στην πρώτη σειρά ο Αποστόλης ο νεολαίος. Το ζήτησε μόνος του. «Σήμερα δε θ’ ακούσω κανένα. Ούτε σειρά, ούτε ανάστημα. Θα μπω πρώτος. Είναι ο πιο νέος από όλους σας. Κι οι νέοι πάνε πάντα μπροστά». Κανένας δεν μπορούσε νάχει αντίρρηση…
Ολοι έχουν καρφωμένα τα μάτια πάνω μας. Στους Ακροναυπλιώτες. Είναι η σειρά μας για την αιμάτινη σπονδή. Η ανυπομονησία κορυφώνεται. Η φρουρά αργεί νάρθει. Τελευταίες στιγμές, κυτάς γύρω σου, βουνά, χτίρια, ανθρώπους, φίλους. Να τα’ αγκαλιάσεις, να τα χορτάσεις…
Ο δήμιος έφτασε. Κρατάει στα χέρια του τον κατάλογο. Τον βλέπουμε κι ανατριχιάζουμε. Είναι ο γνωστός κατάλογος. Τον σύνταξεν ο Γλυξμπουργκ με τα οργανά του. Τον παραδώσανε στον Τσολάκογλου. Κι’ αυτός στο Βεκιαρέλι. Ο Βεκιαρέλι στο Στροσπ. Κι ο Στροοπ στο Σιμάνα. Εκανε όλο τον κύκλο. Από το δολοφονικό χέρι του ιταλικού και γερμανικού. Λειτούργησαν όλες αυτές οι υπηρεσίες! Εδειξαν τόση κατανόηση και… ευσυνειδησία! Πιο πολλή οι Ελληνες προδότες. Δεν μπορούσαν να ησυχάσουν όσο μάθαιναν ότι οι Ακροναυπλιώτες έμειναν ζωντανοί. Πόσες φορές δε ζήτησαν ν’ αρχίσει ο χαλασμός απ’ αυτους. Και να που το πέτυχαν. Ο Γερμανός δήμιος στρατοπέδου καλεί τώρα ονόματα Ακροναυπλιωτών για το θάνατο:
Αιβατζίδης Γιώργος
Βαλασόπουλος Βλάσης…
Ακούγεται τραχειά η φωνή του Γερμανού. Βαρειά τσεκουριά που ρίχνει κάτου θεόρατο δέντρο και λιανίζει ένα- ένα τα κλωνιά του.
Αλφαβητική σειρά. Κοντοζυγώνει στο δικό σου όνομα. Το πρώτο γράμμα μοιάζεις. Ετοιμάζεσαι να φωνάξεις «παρών». Μα σε πρόλαβε κάποιος άλλος. Δεν ήταν δικό σου το όνομα! Δεν προφταίνεις να το καλοσκεφτείς. Άλλο όνομα. Ξανατεντώνουν τα νεύρα. Η καρδιά χτυπάει δυνατά. Οι σύντροφοι τρέχουν να μπουν στη σειρά. Θαρείς βιάζονται να πεθάνουν. Φοβούνται μην αργήσουν να φωνάξουν «παρών» και περάσει από το νουν κανενός ότι να τη τελευταία στιγμή δείλιασαν και λύγισαν τα γόνατά τους και άργησαν να φτάσουν εκεί, που οι άλλοι θαρρετά κι αντρίκια, χωρίς δισταγμό κανένα, έτρεξαν πριν απ’ αυτούς.
Η πρώτη εικοσάδα συμπληρώθηκε. Μας αποχαιρέτησε. «Ζήτω η Λευτεριά, ο κατάλογος συνεχίζεται: Μπρος, πίσω, δεξιά, ζερβά ακούς «παρών» κι ένας ένας οι σύντροφοι φεύγουν…Οι σειρές αραιώνουν…ο τόπος που ήταν συγκεντρωμένοι οι Ακροναυπλιώτες ερημώνεται… Ολάκερο το στρατόπεδο αναταράχτηκε όταν άκουσε το όνομα του Ναπολέοντα. Στάθηκε προσοχή και φώναξε «παρών». Γύρισε κι’ αποχαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο στοργή το στρατόπεδο. Πέρασε τόσες δοκιμασίες μαζί του. Κοντοστάθηκε μια στιγμή κι’ έπειτα έτρεξε με τους άλους συντρόφους…
Η φρουρά που θα τους πάρει αργεί ναρθεί. Οι συντροφοί μας είναι αρδιασμένοι σε μια ατελείωτη σειρά μπροστά στα μαγειρεία. Διακόσια λεβεντόκορμα.. Οι Γερμανοί οπλισμένοι τους έχουν ζωσμένους από παντού, σκιασμένοι βρυκόλακες που τρέμουν μπροστά στους άοπλους. Με δυσκολία περνώ από τη ζώνη τους να πάρω ένα σημείωμα, το τελευταίο σημείωμα του Ναπολέοντα για την αρραβωνιστικιά του: «Ν’ αγαπάς τον πατέρα μας και την αδελφούλα μας». Και τη τελευταία του επιθυμία. «Αν ζήσης να πης στο κόμμα μα: Πεθαίνουμε ακροναυπλιώτικα». Φιληθήκαμε. Ο Ναπολέοντας είναι συγκινημένος. Μα εγώ δεν μπορώ να κρατηθώ, Θέλω να φύγω να μη δούνε οι Γερμανοί τα βουρκωμένα μου μάτια…
Οι σύντροφοι δε μ’αφήνουν.
– Να βρεις τη μάνα μου;
– Τη γυναίκα μου, φωνάζει ο Κώστας.
– Την κορούλα μου ο Γιώργος
– Τους νεολαίους της Ακροναυπλίας ο Αποστόλης. Να μη κλάψουν. Να εκδικηθούν!
Τώρα τους παρακολουθούμε από μακριά. Γελούν και τραγουδούν. Εχουνε στήσει εδώ στη μέση του στρατοπέδου των Ες Ες χορό. Χωριστά οι γέροι, Μπροστά ο Μακέδος τιμημένος καπνεργάτης της Καβάλλας. Χωριστά οι νέοι. Μπροστά ο Μανασής. Κι έπειτα ενώνονται πάλι όλοι μαζί για να βγεί από τα’ αντρειωμένα τους στήθεια μ’ όλη τους τη δύναμη, το αθάνατο τραγούδι
Ακροναυπλία, Ακροναυπλία
πίστη, ελπίδα, πειθαρχία
είσαι βράχος, φως γεμάτος
κι εκδικήτρα Λευτεριά
Ακροναυπλία, Ακροναυπλία
δε σε λύγισεν η βία
κρατά η φλόγα, δυναμώνει
και σιμώνει η Λευτεριά
Μεσ’ στην ένδοξη ιστορία
του λαού μας τάστρο
με τα’ ανδρεία σου παιδιά!
Ακροναυπλία, Ακροναυπλία
Μεσ’ του φασισμού τη βία
δε σε ρίξαν οι φορτούνες
δε σε ρήμαξε η φωτιά
Δεν μπορούμε να τους αντικρύσουμε. Η καρδιά ματώνει. Τα μάτια βουρκώνουν. Οι λυγμοί πάνε να πνίξουν τη φωνή όλων εμάς που μείναμε. Μα όχι. Κάμνουμε μια ύστατη προσπάθεια Ούτε ένα δάκρυ να αφήσουμε να κυλίσει. Ξεθυμαίνει έτσι το μίσος και η δίψα για εκδίκηση σβύνει. Ας στεγνώσουν στα μάτια τα δάκρυα. Ας γίνουν φλόγα να μας καίει τα σωθικά και μέρα νύχτα. Να μην ξεχάσουμε την ώρα τούτη, ποτέ όσο ζούμε.
Τα’ αυτοκίνητα που θα τους πάρουν φάνηκαν στη στροφή του δρόμου.
Βαρειά οπλισμένοι στρατιώτες παρατάχτηκαν στην πόρτα. Άρχισαν να μπαίνουν μέσα.
Υστάτη στιγμή: Ο Ανέστης ανεβαίνει σ’ ένα πεζούλι. Με τη δυνατή του φωνή δίνει το παράγγελμα. Προσοχή!
Οι Γερμανοί δεν τολμούν να εμποδίσουν. Βγάζουν όλοι τα καπέλλα τους. Σιγή νεκροταφείου. Καμμιά ιεροτελεστία δεν έγινε με τόση κατάνυξη. Τραγουδούν!
Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού τη τρομερή…
Ποτέ χαιρετισμός στη Λευτεριά δεν αντιλάλησε στις πολιτείες και τα χωριά, τα βουνά και τα φαράγγια της Ελλάδας πιο συγκινητικά, πιο ειλικρινά, πιο ανδρειωμένα…
Τώρα είναι έτοιμοι. Είκοσι, είκοσι προχωρούν. Πρώτος ο Ναπολέοντας. Ο Διοικητής πλησίασε να του μιλήσει. Πέταξε με περιφρόνηση την άτιμη προτασή του.
Πετάν τα καπέλλα τους στον αέρα. Βαδίζουν με σταθερό βήμα. Φωνάζουν: «Ζήτων η Λευτεριά». Και χάνονται μεσ’ το κλειστό αυτοκίνητο…
Εφυγαν! Η πρωτομαγιά διπλά ματωμένη φέτος! Οι φασίστες «έσπειραν το θάνατο μα φύτρωσεν η Αθανασία» των παλληκαριών της 1 του Μάη 1944.
(Από το ημερολόγιο του σ. Ζ. Ακροναυπλιώτη»








