Την παραίτησή της από το ΔΣ του Συλλόγου Θυμάτων Τεμπών 2023 υπέβαλε η Μαρία Καρυστιανού επιτιθέμενη ταυτόχρονα στα μέλη του ΔΣ του Συλλόγου!!!
Σε αυτοαναφορική ανακοίνωση την οποία ανέβασε στο Facebook, η Μαρία Καρυστιανού επικαλείται νομικίστικες ερμηνείες για να καταγγέλλει παρατυπίες στη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου των Τεμπών, κάνοντας λόγο για άκυρη και αντικαταστατική απόφαση πέντε εκ των επτά Μελών του Δ.Σ., που αφορά στην «παραίτησή» της από την προεδρία.
Να υπενθυμίσουμε ότι τα άλλα δύο μέλη του ΔΣ είναι η ίδια και ο γιός της.
Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συγκλήθηκε νόμιμα συνεδρίαση με σχετικό θέμα ημερήσιας διάταξης, ενώ υπογραμμίζει ότι η παραίτηση Μέλους Δ.Σ. δεν μπορεί να αποφασιστεί από τρίτους.
Παράλληλα, αναφέρεται σε συστηματικά εμπόδια στο έργο της, με αιχμή την άρνηση δημοσιοποίησης των οικονομικών του Συλλόγου, καθώς και στην αμφισβήτηση των παρεμβάσεών της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την ανάδειξη παραβιάσεων του Κράτους Δικαίου στην υπόθεση των Τεμπών.
Δηλώνει ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, αποχωρεί από το Διοικητικό Συμβούλιο και ζητά τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης για την εκλογή νέου Δ.Σ., καλώντας τα Μέλη του Συλλόγου να αποφασίσουν κυριαρχικά για τη συνέχεια.
Ήταν η ίδια βέβαια που απ’ όταν προανήγγειλε τη δημιουργία κόμματος έλεγε δημόσια ότι αν της ζητηθεί θα παραιτηθεί. Τώρα που της ζητήθηκε παραιτείται μεν, στρεφόμενη δε κατά της πλειοψηφίας του ΔΣ, ενώ θα μπορούσε με δική της πρωτοβουλία να συγκαλέσει ΔΣ για να συζητηθεί το θέμα, κάτι που δεν έπραξε.
Στην ίδια ανακοίνωση, η Μαρία Καρυστιανού περιγράφει ένα παρατεταμένο κλίμα εσωτερικής έντασης και υπονόμευσης, σημειώνοντας ότι, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της να διατηρηθεί η ενότητα του Συλλόγου και να αποφευχθεί η δημόσια αντιπαράθεση, ο διχασμός τελικώς επικράτησε. Όπως τονίζει, η στάση ορισμένων Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συνοδεύτηκε από πρακτικές που, κατά την ίδια, δεν συνάδουν με τον συλλογικό χαρακτήρα και τον σκοπό του Σωματείου.
Άραγε συνάδει η αξιοποίηση του ρόλου της προέδρου του Συλλόγου για την προώθηση αλλότριων επιδιώξεών της, όπως η δημιούργία κόμματος; Σε αυτό αποφεύγει να απαντήσει η κα Καρυστιανού.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις πρωτοβουλίες που ανέλαβε για τη δικαίωση των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, αντιμετωπίστηκαν με αμφισβήτηση ακόμη και ως προς τη συμβατότητά τους με τον καταστατικό σκοπό του Συλλόγου.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει ότι οι παρεμβάσεις της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στόχευαν στην ανάδειξη των παραβιάσεων του Κράτους Δικαίου και της μη εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.
Ουσιαστικά η Μ. Καρυστιανού αναγορεύει τους δικούς της χειρισμούς ως τους πλέον ενδεδειγμένους αδιαφορώντας για τις ενστάσεις ή τη διαφορετική προσέγγιση άλλων συγγενών των θυμάτων.
Για παράδειγμα, για την κυρία Καρυστιανού η ΕΕ είναι ο εγγυητής του «κράτους δικαίου» και της «κάθαρσης», ενώ στην πραγματικότητα η ΕΕ, οι οδηγίες της, η «νομιμότητά» της είναι παράγοντες που οδήγησαν και στο έγκλημα των Τεμπών.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης -πλην ΚΚΕ- συνυπέγραψαν πρόταση για προκαταρκτική επιτροπή με το περιεχόμενο που διαμόρφωσε η κυρία Καρυστιανού με βάση την παραπάνω λογική με την οποία ακόμη και άλλοι συγγενείς θυμάτων, που αθόρυβα δίνουν το δικό τους αγώνα για τη δικαίωσή τους και ενάντια στη συγκάλυψη, δεν ήταν σύμφωνοι.
Παράλληλα, η Μ. Καρυστιανού κάνει λόγο για επανειλημμένα αιτήματα διαφάνειας, με έμφαση στη δημοσιοποίηση των οικονομικών καταστάσεων του Συλλόγου, τα οποία, όπως αναφέρει, δεν έγιναν αποδεκτά από τα ίδια Μέλη που προχώρησαν στην επίμαχη απόφαση. Υπό αυτές τις συνθήκες, δηλώνει ότι οδηγήθηκε στην απόφαση αποχώρησης από το Διοικητικό Συμβούλιο, υπογραμμίζοντας ότι πλέον δεν πληρούται ο προβλεπόμενος από το Καταστατικό αριθμός Μελών.
Η Μαρία Καρυστιανού καταλήγει, ζητώντας εκ νέου τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης, ως του ανώτατου συλλογικού οργάνου του Συλλόγου, προκειμένου τα Μέλη να αποφασίσουν για τη διαφάνεια, τον απολογισμό και την ανάδειξη νέας διοίκησης, ενώ απευθύνει κάλεσμα συσπείρωσης προς τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζώντες της τραγωδίας.








