Ποιας, άραγε, αστροφεγγιάς τη λάμψη
ζηλέψανε οι πραιτοριανοί και ο χαφιές,
το σθένος και την αντρειοσύνη σου να κάμψει
μ’ άλυσες δέσμιος να τους βλέπεις και να λες:
– Βαράτε, ωρέ δειλοί, βαράτε, εγώ θ’ αντέξω·
βάρα, Κοθρά βασανιστή, μα στοίχημα μη βάνεις,
έχεις γυναίκα και παιδιά, δικά σου εκεί έξω·
κρίμα να μείνουν νηστικά, το στοίχημα όταν χάνεις.
– Της θάλασσας είμαι παιδί. Με λεν Μήτσο Τατάκη.
Έχω συντρόφους διαλεχτούς στον τόπο τούτο δω.
Λουντέμη, Ρίτσο, Βάρναλη, Φωτιάδη και Κατράκη,
κι άλλους συντρόφους ακριβούς από την ΟΕΝΟ.
– Εμέ, η φουρτούνα μ’ έμαθε το Χάρο ν’ αψηφώ,
έτσι, όπως τον αψήφησαν κι αυτοί απ’ το Χαϊδάρι,
που γελαστοί χορέψανε τον τελευταίο χορό,
πριχού στηθούν αγέρωχοι στης μάντρας το ντουβάρι.
– Τρία μπόγια ο Ναπολέοντας, πάνου από το Χάρο,
πίσω του οι μελλοθάνατοι ακολουθάν στητοί
και λάμπουνε αθάνατοι στης λευτεριάς το φάρο,
που των μελλούμενων γενιών φωτάει τη σκεπή.








