«Φρόνιμα και ταχτικά
πάω με κείνον που νικά»
Ο ΕΝΑΣ
Λίγη δροσιά, ουρανέ μου
σου ζήτησα πριν χρόνια·
δε μου ‘δωσες, καλέ μου,
μοιάζ’ η θηλιά αιώνια.
Πάλεψα μ’ ούλους ίσα·
μίσος, φωτιά και λύσσα,
ο αφέντης μου ληστής,
μα βγήκα νικητής.
Και να, ο λαός ξυπνάει
το δίκιο του ζητάει.
Δίπλα του οι Φασουλήδες
μόνοι, στερνοί κιοτήδες.
Ο ΑΛΛΟΣ
Κι αν Φασουλή σε λένε
μη δίνεις σημασία
από το σπίτι βγαίνε
πιστός στην εξουσία
Στ’ αφεντικού το λόγο
να σκύβεις το κεφάλι
κι ούτ’ ένα δράμι ψόγο
δε θα σου ρίχνουν άλλοι
Τον διπλανό αν προδώσεις
σε σκοτεινά κιτάπια
θε να γραφτείς, μιας δόσης,
σε πολιτεία σάπια.
Να μη διστάσεις. Μίλα,
τη σάρκα σου να σώσεις.
Του γείτονα τη σκύλα,
τις νύχτες που γαυγίζει
και τη ζωή σου ορίζει,
να θέλεις να σκοτώσεις.
Ο ΛΑΟΣ
Νέα, σου έχω, Ελλάδα:
Του αφέντη η αρμάδα
έφυγε ντροπιασμένη
σαν σ’ είδε αναστημένη








