Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι εχθρός της τέχνης, αλλά η εμπορευματοποίηση της μνήμης μπορεί να γίνει
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Η πρόσφατη ανακοίνωση για την ταινία όπου ο Βαλ Κίλμερ «επιστρέφει» στη μεγάλη οθόνη μέσω τεχνητής νοημοσύνης, με τίτλο As Deep as the Grave, δεν παρουσιάστηκε απλώς ως μια ακόμη κινηματογραφική παραγωγή, αλλά ως ένα τεχνολογικό γεγονός που σηματοδοτεί μια νέα εποχή για τη βιομηχανία του θεάματος. Η σχετική λειτουργία παρουσιάστηκε ως μια καινοτομία που ανοίγει δρόμους, για ένα επίτευγμα που επιβεβαιώνει τη δύναμη της ψηφιακής δημιουργίας και για μια «επιστροφή» ενός αγαπημένου ηθοποιού στο κοινό, ακόμη κι όταν η φυσική του παρουσία δεν ήταν πλέον εφικτή. Μέσα σε αυτή τη ρητορική ενθουσιασμού, ωστόσο, αναδύεται μια ανάγκη πιο νηφάλιας, ρεαλιστικής και συγκρατημένης αποτίμησης, όχι με φόβο απέναντι στην τεχνολογία και τις δυνατότητες της αλλά με επίγνωση των συνεπειών που μπορεί να έχει η χρήση της όταν αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης δημιουργίας και της πολιτιστικής μνήμης.
Ο αγαπημένος ηθοποιός δεν έπαιξε σε αυτή την ταινία. Η παρουσία του, η φωνή του, το βλέμμα του, οι… ανάσες του είναι εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα της χρήσης της υψηλότερης τεχνολογίας του AI, που παραδίδει στο κοινό –αλλά και στην αγορά του κινηματογράφου– ένα ψηφιακό σώμα κατασκευασμένο από δεδομένα, από παλαιότερες ερμηνείες, από καταγεγραμμένες κινήσεις και φωνές, από τεχνικές δυνατότητες που μέχρι πριν λίγα χρόνια ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο ηθοποιός είχε προσληφθεί για τον ρόλο, όμως η κατάσταση της υγείας του ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να συμμετάσχει στα γυρίσματα, και έτσι, με τη συγκατάθεσή του καθώς και της οικογένειάς του, αποφασίστηκε να απεικονιστεί εξ ολοκλήρου με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργώντας ένα προηγούμενο που παρουσιάστηκε ως τεχνολογικό θαύμα, και όντως είναι, αλλά ταυτόχρονα άνοιξε ένα πεδίο βαθιάς ηθικής και πολιτιστικής αβεβαιότητας. Ορίστε, λοιπόν, η πρώτη ταινία με ηθοποιό που δημιουργήθηκε από AI, όχι ως συμπλήρωμα της ανθρώπινης παρουσίας αλλά ως πλήρης αντικατάστασή της, ως μια ψηφιακή σκιά που στέκεται στη θέση ενός ανθρώπου.
Αν και κατανοώ τόσο την επιθυμία του εκλιπόντος ηθοποιού και της οικογένειας του, όσο ότι η ψηφιακή παρουσία του είναι ένα εξαιρετικό δείγμα των νέων δυνατοτήτων που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη, η θέση μου δεν είναι ούτε κατά διάνοια θετική. Και αυτό το λέω χωρίς δισταγμό αλλά και χωρίς καμία τεχνοφοβική έκφραση. Δηλαδή χωρίς την εύκολη καταφυγή σε έναν ρομαντικό αντιμοντερνισμό ή, αν θέλετε, λουδιτισμό που συχνά συνοδεύει τις συζητήσεις γύρω από την τεχνολογία. Αλήθεια , ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι η τεχνολογία βοήθησε, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις όπου η καινοτομία λειτούργησε ως εργαλείο ενίσχυσης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως όταν ένας ηθοποιός εμφανίζεται νεότερος σε μια σκηνή ή όταν η ψηφιακή τεχνική επιτρέπει την ολοκλήρωση ενός έργου που διαφορετικά θα έμενε ημιτελές; Αλλά σε σχέση με την τεχνητή νοημοσύνη και τις σχετικές εφαρμογές η τεχνολογία δεν βοηθά τον άνθρωπο να δημιουργήσει, αλλά τον αντικαθιστά πλήρως, μετατρέποντάς τον σε αναλώσιμο αρχείο. Παράλληλα, μια τέτοια διαδικασία είναι και προσβολή στη μνήμη του ηθοποιού, όχι με την έννοια της πρόθεσης αλλά με την έννοια της πράξης, διότι η μνήμη δεν είναι απλώς εικόνα, είναι σχέση και το αποτύπωμα μιας ζωής που δεν μπορεί να ανασυντεθεί με αλγοριθμικούς υπολογισμούς, όσο εξελιγμένοι κι αν είναι. Γενικά, ανοίγουν μεγάλα ζητήματα με κάτι τέτοιο, ζητήματα που δεν περιορίζονται στο αισθητικό επίπεδο αλλά αγγίζουν βαθιά πεδία της κοινωνικής ζωής: ηθικά, καλλιτεχνικά, επαγγελματικών δικαιωμάτων, οικολογικά.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το σινεμά, από τη γέννησή του, ήταν πάντοτε μια τέχνη σε άμεση εξάρτηση και επαφή με τις τεχνολογικές εξελίξεις, μια σύνθεση των μηχανών, των κατάλληλων μέσων και της ανθρώπινης φαντασίας. Κάθε ιστορική περίοδος έφερε νέα εργαλεία που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο αφηγούμαστε ιστορίες και βλέπουμε τον κόσμο. Από τον κινηματογραφικό φακό μέχρι το ψηφιακό μοντάζ, από τα ειδικά εφέ μέχρι τις σύγχρονες τεχνικές επεξεργασίας εικόνας, η τεχνολογία υπήρξε σύμμαχος της δημιουργίας και όχι εχθρός της, και γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει με όρους απόλυτης άρνησης. Όμως εδώ η συγκεκριμένη τομή είναι ποιοτική και όχι απλώς ποσοτική, διότι δεν μιλάμε για ένα εργαλείο που διευκολύνει τον καλλιτέχνη αλλά για έναν μηχανισμό που παράγει τον ίδιο τον καλλιτέχνη, που μετατρέπει την ανθρώπινη παρουσία σε υπολογιστική διαδικασία και την καλλιτεχνική εργασία σε ένα –ας το παραδεχτούμε– ελκυστικό και εύκολα χειραγωγίσιμο σύνολο δεδομένων που μπορούν να αποθηκευτούν, να τροποποιηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν χωρίς χρονικούς, βιολογικούς και κυρίως, ηθικούς περιορισμούς.
Σε αυτό το σημείο αναδύεται η κοινωνική διάσταση του ζητήματος, η οποία συχνά και από άποψη παραμένει στο περιθώριο της δημόσιας συζήτησης, καθώς η προσοχή επικεντρώνεται στο τεχνολογικό θαύμα και όχι στις συνέπειες του. Η τεχνητή νοημοσύνη, όπως κάθε τεχνολογία, δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό κενό, αλλά μέσα σε ένα οικονομικό σύστημα που καθορίζει τον τρόπο χρήσης της, τις προτεραιότητες της και τα όρια της εφαρμογής της. Σε ένα σύστημα που βασίζεται στην κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα, όπου κάθε καινοτομία τείνει να μετατραπεί σε εργαλείο μείωσης του κόστους και αύξησης του ελέγχου. Ένας ψηφιακός ηθοποιός δεν αρρωσταίνει, δεν κουράζεται, δεν ζητά αμοιβή, δεν συμμετέχει σε σωματείο, δεν διεκδικεί δικαιώματα, δεν διαπραγματεύεται συλλογικά, και αυτή ακριβώς η «τελειότητα» είναι που τον καθιστά ελκυστικό για τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής, όχι επειδή αγαπούν την τεχνολογία, αλλά επειδή βλέπουν σε αυτήν τη δυνατότητα να μειώσουν το κόστος εργασίας και να ελέγξουν πλήρως το δημιουργικό αποτέλεσμα.
Η κρίσιμη συζήτηση, συνεπώς, δεν αφορά μόνο το σινεμά ή την ψυχαγωγία, αλλά το μέλλον της εργασίας σε μια εποχή όπου η ψηφιακή αναπαραγωγή της ανθρώπινης παρουσίας γίνεται τεχνικά εφικτή και οικονομικά συμφέρουσα. Αν σήμερα δημιουργείται ένας ψηφιακός ηθοποιός, αύριο μπορεί να δημιουργηθεί ένας ψηφιακός παρουσιαστής, ένας ψηφιακός δάσκαλος, ένας ψηφιακός υπάλληλος εξυπηρέτησης (βασικά, έχουν ήδη δημιουργηθεί έστω και πειραματικά), και τότε η τεχνολογία θα έχει μετατραπεί από ένα εργαλείο ενίσχυσης της παραγωγικότητας σε μηχανισμό αντικατάστασης ανθρώπων, με όλες τις κοινωνικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Σε αυτό το σημείο, δεν πρέπει να ξεχάσουμε την ιστορία της βιομηχανικής επανάστασης που μάς έχει ήδη διδάξει ότι η τεχνολογική πρόοδος χωρίς κοινωνικούς κανόνες μπορεί να οδηγήσει σε μαζική απορρύθμιση της εργασίας, σε απώλεια δικαιωμάτων και σε αύξηση των ανισοτήτων, και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι αυτή τη φορά θα συμβεί κάτι διαφορετικό αν η κοινωνία και οι οργανωμένες προοδευτικές δυνάμεις και οι φορείς τους δεν παρέμβουν άμεσα και εγκαίρως.

Το περιβάλλον και η τεχνητή νοημοσύνη
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη διάσταση, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη, η οικολογική διάσταση της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία συχνά παρουσιάζεται ως άυλη και «καθαρή» τεχνολογία, ενώ στην πραγματικότητα βασίζεται σε τεράστιες υλικές υποδομές που καταναλώνουν ενέργεια, νερό και πρώτες ύλες. Τα κέντρα δεδομένων που υποστηρίζουν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης λειτουργούν αδιάκοπα, απαιτώντας ηλεκτρική ισχύ και ψύξη, και η παραγωγή των εξαρτημάτων τους συνδέεται με εξορύξεις μετάλλων και βιομηχανικές διαδικασίες που επιβαρύνουν το περιβάλλον, συχνά σε περιοχές μακριά από τα βλέμματα των καταναλωτών. Κάθε ψηφιακή «ανάσταση», κάθε νέα εφαρμογή που απαιτεί τεράστια υπολογιστική ισχύ, αφήνει ένα οικολογικό αποτύπωμα που δεν μπορεί να αγνοηθεί σε μια εποχή έντονης κλιματικής κρίσης, όπου η ανθρωπότητα καλείται να μειώσει την κατανάλωση πόρων και όχι να την αυξήσει ανεξέλεγκτα. Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στους ειδικούς ή στις εταιρείες τεχνολογίας, αλλά στη σύγχρονη κοινωνία στο σύνολό της, η οποία οφείλει να διαμορφώσει κανόνες που να προστατεύουν τους εργαζόμενους, να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των δημιουργών και να περιορίζουν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών, αντί να αφήνει το… αόρατο χέρι της αγοράς να καθορίζει μόνη του το μέλλον της εργασίας και της τέχνης. Διότι, είναι γνωστό αλλά ας το ξαναπούμε, η πρόοδος δεν μετριέται μόνο με την ταχύτητα των υπολογιστών ή την ακρίβεια των αλγορίθμων, αλλά με την ποιότητα της ζωής που δημιουργεί για τους ανθρώπους και με τη βιωσιμότητα του κόσμου που αφήνει στις επόμενες γενιές.
Η τέχνη, τελικά, δεν είναι απλώς εικόνα ούτε απλώς τεχνική δεξιότητα, αλλά μια μορφή ανθρώπινης παρουσίας που γεννιέται από το σώμα, τη φωνή, την εμπειρία, τον πόνο και τη φθορά του χρόνου. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, ένας ηθοποιός –όπως ο αείμνηστος Βαλ Κίλμερ– δεν είναι μόνο το πρόσωπό του, αλλά ο τρόπος που αναπνέει, που διστάζει, που κάνει λάθος, που κουβαλά πάνω του τα σημάδια μιας ζωής, και αυτή η ζωντανή ατέλεια είναι που συγκινεί το κοινό και δίνει νόημα, το μόνο αληθινό, στην καλλιτεχνική πράξη. Όταν αυτή η παρουσία αντικαθίσταται από έναν αλγόριθμο, όσο εντυπωσιακός κι αν είναι, κάτι ουσιαστικό χάνεται, διότι η τέχνη παύει να είναι συνάντηση ανθρώπων και γίνεται απλώς αναπαραγωγή δεδομένων.
Γι’ αυτό η στάση μιας δεν μπορεί να είναι ούτε η άρνηση, ούτε ένας άκριτος ενθουσιασμός, ούτε η ουδετερότητα αλλά η συνειδητή επιλογή υπέρ μιας τεχνολογίας που θα υπηρετεί τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, όχι το αντίστροφο. Ναι, στην τεχνολογία, λοιπόν. Ναι, στην καινοτομία και στην αξιοποίηση των ψηφιακών εργαλείων που διευρύνουν τις δυνατότητες της δημιουργίας, αλλά όχι στην αντικατάσταση της ανθρώπινης παρουσίας, όχι στην εμπορευματοποίηση της μνήμης. Όχι στη μετατροπή της τέχνης σε λογισμικό που μπορεί να αναπαραχθεί επ’ άπειρον χωρίς ευθύνη, χωρίς όρια και κυρίως, χωρίς έλεγχο. Διότι όταν ο άνθρωπος γίνεται δεδομένο, τότε η τέχνη κινδυνεύει να γίνει απλώς μια εφαρμογή, και η κοινωνία, αν δεν αντιδράσει συλλογικά και δημοκρατικά, κινδυνεύει να μετατραπεί σε θεατή της ίδιας της αντικατάστασής της. Και της πτώσης της.








