Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Θυμάμαι καθαρά το σχόλιο μιας νοσηλεύτριας σε σχετική συζήτηση: μόλις ολοκλήρωνε το απόγευμα τη βάρδιά της, έπρεπε να αφήσει το παιδί της στη μάνα της, γιατί την επόμενη μέρα δούλευαν και οι δύο γονείς από τις 6.30 το πρωί. Μια άλλη, επίσης νοσηλεύτρια, έλεγε ότι δεν κλειδώνει την πόρτα του σπιτιού της, και πού, σε αυτή την εποχή, ώστε να μπορεί η γειτόνισσα να πεταχτεί κάποια στιγμή να ρίξει μια ματιά στο παιδί, που μένει για ώρες μόνο του. Δύο μόνο από τις αντίστοιχες ιστορίες που πολλοί έχουμε ακούσει και περισσότεροι από εσάς έχετε ζήσει και ζείτε, ιστορίες που μπορεί να μοιάζουν με προσωπικές “λύσεις” σε ένα οικογενειακό πρόβλημα, στην πραγματικότητα όμως αποτυπώνουν μια πολύ μεγαλύτερη έλλειψη: την απουσία κοινωνικών υποδομών που θα εξασφαλίζουν τη φύλαξη, την προστασία και την απασχόληση των παιδιών, σε ένα μεγάλο φάσμα, από τη νηπιακή ηλικία μέχρι την εφηβεία, όπου, ευτυχώς, τα παιδιά μαθαίνουν και να λειτουργούν αυτόνομα, κι αυτό όχι χωρίς προβλήματα και παρανοήσεις.
Το ζήτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο κάθε φορά που μια κακοκαιρία οδηγεί στο κλείσιμο των σχολείων, καθώς τότε η φροντίδα των παιδιών επιστρέφει απότομα στην οικογένεια, σαν να υπάρχει πάντοτε ένας διαθέσιμος ενήλικας που μπορεί να αναλάβει. Όταν τέτοιες υποδομές δεν υπάρχουν ή λειτουργούν ανεπαρκώς, με σαφή πολιτική ευθύνη της εκάστοτε κυβέρνησης, και κατά κύριο λόγο της σημερινής κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και των προηγούμενων κυβερνήσεων που διαχειρίστηκαν την ίδια πραγματικότητα, το βάρος πέφτει στην οικογένεια, κάθε τύπου και κάθε συνδυασμού, η οποία καλείται να βρει μόνη της λύσεις, ανάλογα με το εισόδημα, το ωράριο εργασίας, τους ανθρώπους που έχει γύρω της και, τελικά, την τύχη της.
Έτσι, το άγχος και η ανασφάλεια μεγαλώνουν. Πίσω από κάθε ωράριο εργασίας υπάρχει πάντα ένα παιδί που πρέπει κάπου να μείνει, κάποιος να το παραλάβει, κάποιος να το φροντίσει και κάποιος να είναι σε ετοιμότητα αν προκύψει ανάγκη. Και κάπως έτσι, παππούδες, γιαγιάδες, γείτονες, φίλοι και συγγενείς –μαζί με τους ίδιους τους γονείς που αλλάζουν συνεχώς βάρδιες, παίρνουν άδειες, δουλεύουν από το σπίτι, όποτε είναι δυνατό, ή πασχίζουν να στριμώξουν τη φροντίδα ανάμεσα σε δουλειά και υποχρεώσεις– καλούνται τελικά να καλύψουν ένα θεσμικό κενό που δεν αποτελεί δική τους ατομική ευθύνη. Η φροντίδα, όμως, αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια σαν μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση, σαν ένα πρόβλημα που οφείλει να λύσει το κάθε σπίτι μόνο του, με αποτέλεσμα μια βασική κοινωνική ανάγκη να μετατρέπεται σε προσωπικό έξοδο, σε χαμένο μεροκάματο, σε επιπλέον εξάντληση και, τελικά, σε μια ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από την οικογένεια και το όποιο άτυπο δίκτυο αλληλεγγύης μπορεί να διαθέτει ο καθένας. Κάπου εκεί μπορούμε να εντοπίσουμε και τη νέα, πλέον καθιερωμένη μόδα, με ρίζες και πρώτη εμφάνιση στα χρόνια της πανδημίας, να κλείνουν τα σχολεία με το πρώτο φτάρνισμα του καιρού, αντί πρώτον, να λειτουργούν κανονικά, όσο… κανονικά λειτουργούν, τέλος πάντων, και δεύτερον, να υπάρχει ένας σοβαρός σχεδιασμός για τις πραγματικά δύσκολες περιπτώσεις.
Προφανώς, όταν επικρατούν ακραίες καιρικές συνθήκες και υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα μαθητών, εκπαιδευτικών και εργαζομένων, τα σχολεία δεν μπορούν να λειτουργούν σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Το ζήτημα, όμως, είναι τι έχει προηγηθεί και ποιες ελλείψεις κρύβονται στο παρασκήνιο. Υπάρχουν ασφαλή σχολικά κτίρια, είναι διαθέσιμες οι αναγκαίες υποδομές και υφίσταται μια πραγματικά οργανωμένη πολιτική προστασία, με έναν σοβαρό σχεδιασμό που να αποτρέπει μια έκτακτη ανάγκη από το να μετατρέπεται αυτομάτως σε δυσεπίλυτο πρόβλημα για χιλιάδες οικογένειες; Ή, για ακόμη μία φορά, η ευθύνη μετακυλίεται προς τα κάτω: στον διευθυντή του σχολείου, στον εκπαιδευτικό, στον γονιό, στη γιαγιά, στον γείτονα, και τελικά στον ίδιο τον εργαζόμενο που θα πρέπει να βρει τρόπο να απουσιάσει από τη δουλειά του;
Το σχολείο, άλλωστε, δεν εξαντλείται στο αν γίνονται ή δεν γίνονται μαθήματα, καθώς, ελλείψει άλλων υποδομών, αποτελεί έναν από τους ελάχιστους δημόσιους χώρους όπου τα παιδιά μπορούν να βρίσκονται με ασφάλεια για αρκετές ώρες όσο οι γονείς τους δουλεύουν. Όταν λοιπόν αυτό κλείνει, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται μαγικά αλλά μεταφέρεται μέσα στο σπίτι, και μαζί του μετακυλίεται και το ανάλογο κόστος, για να μιλήσουμε και στη γλώσσα που είναι αρεστή στην πολιτική και οικονομική εξουσία. Έτσι, σε μια καθημερινότητα όπου η εργασία γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική, επιδεινώνοντας την οικονομική και κοινωνική θέση της εργατικής τάξης και όχι μόνο, τα ωράρια πιέζονται ασφυκτικά, η ακρίβεια ροκανίζει το οικογενειακό εισόδημα και οι δημόσιες δομές υποβαθμίζονται ή αφήνονται να λειτουργούν με το απολύτως απαραίτητο προσωπικό, είναι παράλογο να θεωρείται αυτονόητο ότι κάθε οικογένεια έχει ανά πάσα στιγμή έναν διαθέσιμο ενήλικα για να καλύψει την κάθε έκτακτη ανάγκη.
Και τελικά κάπου εδώ επιστρέφουμε στις δύο νοσηλεύτριες της αρχής, στη μάνα που θα κρατήσει το παιδί επειδή οι γονείς ξεκινούν δουλειά στις 6.30, στη γειτόνισσα που θα μπορεί ή δεν θα μπορεί να πεταχτεί να το δει, και σε όλες εκείνες τις μικρές καθημερινές πατέντες που έχουμε κανονικοποιήσει τόσο πολύ ώστε σχεδόν να μη μας κάνουν πλέον εντύπωση. Μόνο που πίσω από αυτές υπάρχει μια ολόκληρη εργαζόμενη κοινωνία που δουλεύει, μεγαλώνει παιδιά, πληρώνει όλο και περισσότερα για τα βασικά και ταυτόχρονα καλείται να αναλάβει ιδιωτικά ανάγκες που είναι κατεξοχήν κοινωνικές. Και εδώ βρίσκεται, τελικά, η πολιτική πλευρά του ζητήματος: δεν είναι φυσιολογικό η φροντίδα των παιδιών να εξαρτάται από το αν υπάρχει διαθέσιμη γιαγιά, από το αν μια γειτόνισσα μπορεί να βοηθήσει ή από το αν ένας εργοδότης θα δεχτεί την απουσία ενός εργαζόμενου γονιού. Χρειάζονται δημόσιες και δωρεάν κοινωνικές υποδομές, ασφαλή σχολεία, επαρκές προσωπικό, δομές φύλαξης και δημιουργικής απασχόλησης για όλες τις ηλικίες και ένας σχεδιασμός που να αντιμετωπίζει τη φροντίδα ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως οικογενειακή υποχρέωση. Γιατί όσο η φροντίδα παραμένει υπόθεση του κάθε σπιτιού ξεχωριστά, το κόστος θα συνεχίσει να το πληρώνει η εργαζόμενη πλειοψηφία, με χρόνο, χρήμα, εξάντληση και αγωνία, ενώ οι πραγματικές κοινωνικές ανάγκες θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται σαν ατομικά προβλήματα.
Αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν πρόκειται να εφαρμοστεί εάν η εργατική τάξη δεν αναλάβει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα οργανωμένα και συλλογικά, με επιμονή και διάρκεια, επιβάλλοντας, μέσα από τον εργατικό έλεγχο, όχι απλώς την υπεράσπιση των αναγκών και των δικαιωμάτων της, αλλά και τη διάλυση κάθε μορφής εξατομικισμού, μαζί με την ανατροπή μιας ολόκληρης κοινωνίας που μας θέλει απλώς εργαζόμενους χωρίς σκέψη, κρίση και βούληση.








