Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Η πολιτική και συγκεκριμένα η πολιτική που αγωνίζεται για κοινωνική δικαιοσύνη και για τα δικαιώματα της εργατικής τάξης, ακόμα και όταν από άποψη δεν αναφέρεται σε αυτά, δεν χτίζεται πάνω σε ψέματα. Κι όμως, η πρόσφατη πολιτική διαδρομή της Μαρίας Καρυστιανού ξεκινά ακριβώς από εκεί: από μια σειρά αντιφάσεων που δύσκολα μπορεί να παραβλέψει όποιος παρακολουθεί στοιχειωδώς τον δημόσιο λόγο. Εκεί που με κάθε τρόπο διαβεβαίωνε ότι δεν πρόκειται να ιδρύσει κόμμα, πλέον έχει ανακοινώσει επίσημα τη δημιουργία πολιτικού σχηματισμού και τη συμμετοχή του στις επερχόμενες εκλογές. Αυτή η στροφή δεν αποτελεί ένδειξη κάποιου είδους πολιτικής ωρίμανσης αλλά τη δημόσια διάψευση του ίδιου της του λόγου, σε μια περίοδο όπου ο λόγος στην πολιτική οφείλει να αποτελεί το μοναδικό συμβόλαιο εμπιστοσύνης με την κοινωνία.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι απλώς προσωπικό αλλά βαθύτατα πολιτικό και η αντίφαση που προκύπτει δεν αφορά μόνο την ίδια αλλά και την απόπειρα να εγκλωβίσει τον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων Τεμπών σε μια κομματική τροχιά, παρά τις σαφείς αντιδράσεις της πλειοψηφίας των μελών και των συγγενών. Με λίγα λόγια, αντί για έναν καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα στον συλλογικό αγώνα για δικαιοσύνη και την προσωπική πολιτική φιλοδοξία, επιλέγεται η σύγχυση. Και όταν η σύγχυση δεν προκύπτει από αδυναμία αλλά από συνειδητή επιλογή, παύει να είναι αθώα και γίνεται εργαλείο χειραγώγησης και εξουσίας.
Δυστυχώς, στην υπόθεση των Τεμπών δεν περιορίστηκε στο να συγκρουστεί αλλά έμαθε τους κανόνες των χειρότερων παραδόσεων της κυβερνητικής πολιτικής και άρχισε να τους αναπαράγει. Κι έτσι, αντί να ενισχύει τον αγώνα των συγγενών για δικαιοσύνη, εισάγει σε αυτόν τα πιο προβληματικά στοιχεία του κυρίαρχου πολιτικού λόγου, προσφέροντας –έστω και άθελά της– κακές υπηρεσίες στην κοινή μας υπόθεση. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται καθαρά το φαινόμενο της στρεψοδικίας. Όχι ως ρητορικό τέχνασμα αλλά ως πολιτική πρακτική. Ο ρόλος της στρεψοδικίας είναι να μετατοπίζει τα κρίσιμα ερωτήματα, να αλλοιώνει το πλαίσιο και να αντικαθιστά το ουσιώδες με το δευτερεύον. Στην περίπτωσή μας, μετατρέπει τον αγώνα για δικαιοσύνη για το κρατικό έγκλημα των Τεμπών σε ένα αόριστο κάλεσμα περί «κάθαρσης», «ενότητας» και «γενικού καλού», απογυμνωμένο από πολιτικές αιχμές και συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Η στρεψοδικία της Καρυστιανού δεν είναι κραυγαλέα. Είναι ήπια, τεχνοκρατική, «νηφάλια». Κι ακριβώς γι’ αυτό επικίνδυνη. Γιατί εμφανίζεται ως υπέρβαση των παλιών διχασμών ενώ στην πραγματικότητα αναπαράγει την πιο δοκιμασμένη πολιτική απάτη: να μιλάς χωρίς να αναδεικνύεις ζητήματα ουσίας, να υπόσχεσαι χωρίς να δεσμεύεσαι και να τοποθετείσαι χωρίς να οργανώνεις τη σύγκρουση με τέτοιο τρόπο ώστε οι ευθύνες να διαχέονται σε αόριστες συλλογικότητες, σε μια γενική αναφορά γύρω από τον αγώνα για δικαιοσύνη ενώ η προσωπική πολιτική σου επιλογή καλύπτεται από το συναίσθημα.
Το έγκλημα των Τεμπών είναι ένα κυβερνητικό έγκλημα και η τραγική απόδειξη ότι οι ιδιωτικοποιήσεις σκοτώνουν την εργατική τάξη και τους ανθρώπους της στο βωμό του κέρδους και της εκμετάλλευσης του δημόσιου πλούτου. Δεν χωρά συμψηφισμούς, ούτε σχετικοποιήσεις. Ο πόνος των συγγενών είναι απολύτως σεβαστός αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως συγχωροχάρτι για συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές ή, ακόμα χειρότερα, για ψέματα. Η πολιτική δεν (μπορεί να) είναι πεδίο συναισθηματικής ασυλίας αλλά πεδίο λογοδοσίας προς την κοινωνία. Με λίγα λόγια, όταν κάποιος/α δηλώνει με κάθε τρόπο και αυστηρότητα ότι δεν θα προχωρήσει στη δημιουργία κόμματος και λίγο καιρό αργότερα ανακοινώνει την ίδρυσή του και συμμετοχή στις επόμενες εκλογές, δεν ζητά κατανόηση από το κίνημα αλληλεγγύης και τους υπόλοιπους συγγενείς αλλά απαιτεί την ανοχή τους σε μια προβληματική διαδικασία. Κι αυτό είναι μια πράξη βαθιά αντιδημοκρατική, όσο ευγενές κι αν μοιάζει το περιτύλιγμα.
Μπορεί, θεωρητικά, η Καρυστιανού να ιδρύσει κόμμα; Βεβαίως. Όμως το ζήτημα δεν είναι το τυπικό δικαίωμα. Είναι η πολιτική αξιοπιστία και η κατεύθυνση. Η ίδια δεν προέρχεται από τα κοινωνικά στρώματα που αποκλείονται συστηματικά από την πολιτική εκπροσώπηση, ούτε από την Αριστερά. Το κάλεσμά της, ιδιαίτερα στη ΔΕΘ, με αναφορές στο «γενικό καλό» και χωρίς σαφή σύγκρουση με τις αιτίες των εγκλημάτων, δείχνει μια γραμμή διαχείρισης και αποπολιτικοποίησης της κοινωνικής οργής. Ιστορικά, τέτοιες επιλογές λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης, ακόμη κι αν δεν είναι αυτή η αρχική πρόθεση.
Η πλειοψηφία του ΔΣ του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών τοποθετήθηκε καθαρά: δεν μπορείς να είσαι πρόεδρος ενός συλλογικού οργάνου και ταυτόχρονα να οργανώνεις κόμμα στο όνομα του μαζικού κινήματος που στις αρχές του προηγούμενου έτους συμμετείχε στις μεγαλύτερες εργατικές διαδηλώσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Υπάρχει, ωστόσο, ένα κεκτημένο που δεν μπορεί να παραγνωριστεί: ο Σύλλογος δεν συγκροτήθηκε ως πολιτικό υποκείμενο ούτε ως προθάλαμος κομματικών σχεδίων αλλά ως χώρος συνάντησης ανθρώπων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, ενωμένων γύρω από το αδιαπραγμάτευτο αίτημα για δικαιοσύνη. Όταν αυτός ο κοινός τόπος παραβιάζεται, η στοιχειώδης ηθική δεν αφήνει περιθώρια· επιβάλλει την αποχώρηση.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: θα συνδεθεί το κίνημα των Τεμπών με τις υπόλοιπες κοινωνικές μάχες; Με τις απεργίες, τη δημόσια υγεία και παιδεία, την Παλαιστίνη, τα δικαιώματα, την αγροτική εξέγερση; Ή θα περιοριστεί στο δικαστήριο και στην ανάθεση σε νέους πολιτικούς διαχειριστές; Αν είμαστε ειλικρινείς, χωρίς ρήξη με το καπιταλιστικό πλαίσιο που γεννά εγκλήματα και τις διαδικασίες συγκάλυψής τους, καθώς και με τις ιδιωτικοποιήσεις, οι δυνατότητες παρέμβασης είναι ελάχιστες.
Η στρεψοδικία, τελικά, είναι το τελευταίο καταφύγιο μιας πολιτικής που δεν θέλει –ή δεν μπορεί– να πει την αλήθεια. Και όσο γίνεται ανεκτή, τόσο η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή, ούτε η αναμονή σωτήρων. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση από τα κάτω, στους χώρους δουλειάς, στα σωματεία, στους δρόμους. Ένα μαχητικό, αντικαπιταλιστικό κίνημα δεν πρέπει να ζητά απλώς δικαιοσύνη εκ των υστέρων, ούτε να περιμένει τους επίδοξους σωτήρες αλλά να αμφισβητεί το καπιταλιστικό σύστημα που μετατρέπει την ανθρώπινη ζωή σε εμπόρευμα. Μόνο έτσι η μνήμη των νεκρών των Τεμπών αλλά και του ρατσιστικού εγκλήματος της Πύλου, δεν θα γίνει εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης αλλά δύναμη ανατροπής. Και μόνο έτσι η πολιτική μπορεί ξανά να γίνει υπόθεση των πολλών, αντί για υπόθεση των λίγων και «εκλεκτών».








