Κινηματογραφική εβδομάδα με πληθώρα ταινιών αλλά και μεμονωμένων προβολών και αφιερωμάτων στους κινηματογράφους. Ακόμα κι αν δεν σας «χτυπήσει φλέβα» κάποια από τις ταινίες, υπάρχει πληθώρα επιλογών! Εμείς για αυτή την εβδομάδα προτείνουμε ελληνικό σινεμά!
Λυπηθήκαμε πολύ που δεν καταφέραμε να παρακολουθήσουμε το μουσικό ντοκιμαντέρ του EPiC: Elvis Presley in Concert του Μπαζ Λούρμαν, που είναι στηριγμένο σε ανέκδοτο υλικό από την πολυτάραχη ζωή του καλλιτέχνη, αλλά επιφυλασσόμαστε να εκφράσουμε γνώμη σε επόμενη στήλη! Πάντως, επειδή πρόκειται για σπάνια αποσπάσματα από συναυλίες και συνεντεύξεις, είμαστε σίγουροι ότι θα έχει αρκετό ενδιαφέρον, σίγουρα περισσότερο από την αντίστοιχη μυθοπλασία («Elvis»/ 2022) που δεν ήταν και κάτι αξιόλογο!
Επίσης στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμος» θα υπάρξει μια ακόμη προβολή της ταινίας «Λευκά Ορη» του Αλέξανδρου Παπαθανασίου την Κυριακή 1 Μάρτη στις 12 το μεσημέρι.
Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ |
Γιώργος Γεωργόπουλος/ 2025/ 113λ
Η Δάφνη, μια αθλήτρια του τζούντο από την Ικαρία, είναι έτοιμη να απλώσει τα φτερά της και να ακολουθήσει τον Δάσκαλο Γιούρι στη μεγάλη πόλη και να κυνηγήσει το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Γιούρι, που για λόγους άγνωστους έχει εξαφανιστεί από τον κόσμο του τζούντο τα τελευταία χρόνια, επιστρέφει ψάχνοντας μια καινούργια αρχή, ενώ η Δάφνη μεταβαίνει από την ξεγνοιασιά της εφηβείας στον δύσκολο κόσμο της ενηλικίωσης.
Μια από τις πιο άρτιες ελληνικές ταινίες της χρονιάς. Με ωραίο καστ, καλογυρισμένη, με καλοδουλεμένο σενάριο που ακουμπάει στον μύθο (πλέον) του Karate Kid, με τη διαφορά ότι δεν πρόκειται να δούμε μια συνταγή επιτυχίας αλλά έναν προβληματισμό για την ελληνική πραγματικότητα στον αθλητισμό. Η ταινία, χωρίς να ισοπεδώνει τα πάντα, σου δείχνει ότι υπάρχει σαπίλα, υπάρχει όμως και η άλλη όψη. Θα πείτε, από μια προσωπική ιστορία μπορεί να βγάλει κανείς συμπεράσματα για τον αθλητισμό γενικότερα; Σαφώς και όχι. Μήπως η ταινία βρίσκεται πιο κοντά στην ευνοϊκή (αφελή ίσως) πλευρά των πραγμάτων; Φυσικά! Ομως αξίζει τον κόπο για τις σεναριακές ανατροπές της και γιατί μας δείχνει τις άνισες συνθήκες, την τυχαιότητα της επιλογής, αφού δεν υπάρχει οργανωμένος κοινωνικός αθλητισμός και πόσο σκληρή δουλειά χρειάζεται να φτάσει κανείς σε ένα καλό αθλητικό επίπεδο. Θα θέλαμε να μας δείξει πολλά περισσότερα; Θα θέλαμε. Ομως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν παρακολουθούμε ντοκιμαντέρ, αλλά μια ιστορία ενηλικίωσης, λίγο πιο σκληρής από ό,τι συνήθως. Εχουμε άραγε πολλές ταινίες να μιλούν για αυτά τα θέματα τόσο ανοιχτά; Δυστυχώς όχι.
Μπιτσκόμπερ/ Αριστοτέλης Μαραγκός /2025 / 92λ
Ο Ηλίας ονειρεύεται να πλεύσει στις ανοιχτές θάλασσες, κυνηγώντας τη σκιά της κληρονομιάς του ναυτικού πατέρα του. Όταν, σαν οφθαλμαπάτη, η μοίρα του εμφανίσει μπροστά του ένα καράβι από παλιοσίδερα, θα τον καλέσει να τη φτιάξει από την αρχή και να αποδείξει εάν η σκουριά της ζωής του μπορεί να αντέξει το ταξίδι. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από γράμματα του μεγάλου Ελληνα λογοτέχνη Νίκου Καββαδία και βρίσκεται σε ανοιχτή συνομιλία με το έργο του.
Είναι σαφώς συμβολική η ταινία του Α. Μαραγκού και ενδιαφέρουσα η συνομιλία του με τον Καββαδία. Εμείς θα λέγαμε ότι περισσότερο αποπνέει την αύρα των πρώτων στίχων του ποιήματος «Mal du depart»… «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής / των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων, / και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, / χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων». Η ατμόσφαιρά του καταφέρνει να δείξει το ανεκπλήρωτο και το ουτοπικό, όμως σεναριακά η προσέγγισή του «γέρνει» προς μια πιο αφηρημένη και κάπως υβριδική θα λέγαμε αφήγηση, θολώνοντας κάπως τα όρια της πραγματικότητας. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της αφήγησης είναι εμφανή, όμως μοιάζει να έχει εστιάσει στη «ναυτική» προσέγγιση του ποιητή… Κι αυτή είναι μια μόνο πλευρά του έργου και της ζωής του… Το ερώτημά μας είναι εάν δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχει αυτή η προσέγγιση, θα αντιλαμβανόμασταν τη σχέση της με το έργο του ποιητή; Αυτό πραγματικά είναι ένας γρίφος που απευθύνεται σε πολύ υποψιασμένους θεατές!
Το Μεγαλείο / La Grazia / Πάολο Σορεντίνο/ 2025/ 131λ
Ο Μαριάνο Ντε Σάντις είναι ο Πρόεδρος της Ιταλίας, ένας άνθρωπος που βρίσκεται στις τελευταίες ημέρες της θητείας του και χαίρει γενικού σεβασμού για την ηθική ακεραιότητα και τη συγκρατημένη του στάση στην πολιτική. Καθώς οι μέρες κυλούν αργά, ο Μαριάνο καλείται να αποφασίσει για την υπογραφή ενός νομοσχεδίου για τη νομιμοποίηση της ευθανασίας και δύο αιτήματα προεδρικής χάρης, που αφορούν εγκλήματα τα οποία έγιναν μέσα σε συνθήκες ανθρώπινης απόγνωσης.
«Η χάρις είναι η ομορφιά της αμφιβολίας», όπου η χάρη έρχεται στο γήρας, όταν φεύγει το πάθος! Αυτά μας λέει ο Σορεντίνο με τα πάντα εκπληκτικής ομορφιάς, σαν διαφήμιση, πλάνα του, που δυστυχώς μας αφήνει μόνο με αυτά και πολύ λιγότερο με την ουσία! Η ενδοσκόπηση του χήρου νομοθέτη μοιάζει άκρως εγωκεντρική, όπως φαίνεται να έζησε όλη του τη ζωή, με σταθερά τις υποταγμένες σε αυτόν γυναίκες, να συνδράμουν στο έργο και το τεράστιο «εγώ» του… Ο Πρόεδρος μοιάζει να θέλει με «χάρη» να «δώσει τόπο στα νιάτα» και από «συντηρητικός» να γίνει «προοδευτικός», αλλά ακόμα και στο τέλος κρατάει τη νομοθετική «πισινή» για να περάσει το δικό του! Μια φορά εγωιστής, πάντα εγωιστής! Αποψή μας είναι ότι ποσώς μας ενδιαφέρουν οι υποτιθέμενες απόψεις ενός Πάπα κι ενός Προέδρου μιας αστικής δημοκρατίας για τόσο σοβαρά ζητήματα και μάλιστα διά στόματος της ιταλικής μόδας! Ας αφήναμε καλύτερα αυτά να τα διαχειριστεί η κοινωνία όταν δεν θα έχει ως βάση της το κέρδος και θα έχει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο. Τι τους έχει πιάσει όλους και μιλούν για το «δικαίωμά» μας στον θάνατο αλλά ποτέ για το δικαίωμά μας στη ζωή, όταν γερνούν; Οσο για την κεντρική ερώτηση – παγίδα «Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας», εμείς θα απαντούσαμε στον συλλογικό αγώνα για μια άλλη κοινωνία κόντρα στον ατομικό δρόμο και τις επιδιώξεις του κεφαλαίου! Αλλά μάλλον ο Σορεντίνο θα διαφωνούσε μαζί μας!
Παίζει Ακόμα; / Is This Thing On? /
Μπράντλεϊ Κούπερ / 2026/ 121λ
Με τον γάμο τους υπό διάλυση, ο Alex και η Tess βρίσκονται σε ένα σταυροδρόμι, ως ζευγάρι και ως προσωπικότητες. Αντιμέτωπος με την κρίση μέσης ηλικίας και το επικείμενο διαζύγιο, ο Alex αναζητά έναν νέο σκοπό στη stand-up comedy σκηνή της Νέας Υόρκης, ενώ η Tess αναλογίζεται τις θυσίες που έκανε για την οικογένειά τους.
Η νέα ταινία του Κούπερ είναι αρκετά συμπαθητική. Μιλάει για τα ζευγάρια που είναι μαζί μια ζωή, αλλά έχουν χάσει στην κοινή πορεία την προσωπικότητά τους, με αποτέλεσμα να ασφυκτιούν και να μην καταλαβαίνουν ακριβώς τι τους φταίει. Χωρίς προϋπάρχουσες εντάσεις ξυπνούν μια μέρα και χωρίς να έρθουν σε έκρηξη – ρήξη, παίρνει ο καθένας τον δρόμο του. Μπορεί όμως μια τέτοια σχέση να ανακάμψει εκ νέου; Αυτό πραγματεύεται ο Κούπερ στην ταινία του και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνει. Το μαζί είναι όμορφο όταν δυο προσωπικότητες εξελίσσονται και δεν βαλτώνουν ή, αντίστοιχα, δεν αισθάνονται ότι θυσιάζουν την προσωπικότητά τους για το κοινό καλό! Κοινό καλό είναι δυο άνθρωποι που συζητούν, ανοίγονται και είναι ειλικρινείς με τον εαυτό και τον σύντροφό τους. Αυτό μας λέει! Οχι πως είναι αριστούργημα, αλλά έχει μια χαρά μηνύματα!
Όλες οι Κυριακές / Los Domingos /
Αλάουντα Ρουΐθ ντε Αθούα / 2025/ 116λ
Η Αϊνάρα, μια έφηβη, βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή στη ζωή της: Πρέπει να επιλέξει εάν θα ακολουθήσει σπουδές ή θα αφιερωθεί στον θεό. Πρόκειται για μια γνήσια επιθυμία ή έχει επηρεαστεί από το θρησκευτικό προσωπικό του σχολείου της; `Η μήπως αυτή η σκέψη οφείλεται στην αδιαφορία του πατέρα της και στην απουσία της μητέρας της;
Αρκετές φορές μια ταινία γίνεται αντιδραστική «άθελά» της, θα θέλαμε να πιστεύουμε… Μερικές φορές ο εξωραϊσμός ορισμένων καταστάσεων συνηγορεί στην αποδοχή τους. Εξηγούμαστε. Οταν το θείο είναι πρωτεύον στην αφήγηση, τότε εξωραΐζεται, το ίδιο συμβαίνει και όταν η κυρίαρχη πτυχή μιας προσωπικής ιστορίας γίνεται έναυσμα για μια συλλογική αφήγηση. Η οπτική της ταινίας είναι προβληματική κατά την άποψή μας. Γιατί οι χαρακτήρες της ταινίας, ο καθένας με τον τρόπο του, προδιαγράφουν το τέλος! Δεν έχουν ούτε τόση δα αμφιβολία μέσα τους. Για παράδειγμα ο πατέρας μοιάζει σαν να θέλει να ξεφορτωθεί το παιδί του. Η απόρριψη είναι τόσο εμφανής, που δεν χωράει αμφιβολία. Σίγουρα η επίδραση της καθολικής εκκλησίας παίζει τον ρόλο της, αλλά στην προκειμένη τούτο το κορίτσι φωνάζει «Αγάπα με, Αποδέξου με»! Αν το αγαπούσε αυτός που έπρεπε ίσως να μη στρεφόταν στα θεία! Αρα, όταν κάποιος θέλει να θίξει ένα ευρύτερο πλαίσιο, θέτει μια κεντρική αντιδιαστολή. Ο πατέρας λατρεύει το παιδί κι εκείνο φεύγει! Αυτή μάλιστα είναι μια ιστορία που έχει ενδιαφέρον και θα μπορούσε να αναλύσει και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο! Ουφ!
Το Μεγαλείο La Grazia \ Πάολο Σορεντίνο
Χρησιμοποιώντας γνώριμα στοιχεία με απρόσμενο τρόπο, ο Πάολο Σορεντίνο μοιάζει πιο ψύχραιμος από ποτέ.


Δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι για άλλη μια φορά στη φιλμογραφία του ο Πάολο Σορεντίνο ασχολείται με τις εσωτερικές διεργασίες της πολιτικής, ούτε η παρατήρηση ότι για άλλη μια φορά σε αφήγησή του το παρελθόν βαραίνει καθοριστικά το παρόν, μην αφήνοντας σε ησυχία τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Συμπληρώνοντας δε το τρίπτυχο των μη-εκπλήξεων και συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στην πρώτη αίσθηση οικειότητας, τον Μαριάνο ντε Σάντις, απερχόντα Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά την «πραγματικότητα» του «La Grazia», ερμηνεύει ο Τόνι Σερβίλο, ο οποίος έγινε σχεδόν συνώνυμος με τη διεθνή επιτυχία του Σορεντίνο έπειτα από τις καθοριστικές του ερμηνείες τόσο στο «Il Divo» όσο και στην «Τέλεια Ομορφιά».
Παραδόξως όμως, οι ομοιότητες του «La Grazia» με τις προηγούμενες ταινίες του Σορεντίνο μοιάζουν να εξαντλούνται εκεί. Βεβαίως υπάρχει η περιστασιακή εισβολή της ηλεκτρονικής μουσικής στην υπερβατική αποτύπωση της πραγματικότητας, όπως και η αιθέρια αποτύπωση της φύσης που ενισχύει κατά στιγμές τη μυσταγωγική ατμόσφαιρα που θολώνει τα όρια παρελθόντος και παρόντος, όμως στη νέα του ταινία, ο Πάολο Σορεντίνο αποφασίζει συνειδητά να είναι πολύ πιο ψύχραιμος και λιγότερο επιδεικτικά φασαριόζος, εμφανίζοντας μια απρόσμενα χαμηλότονη πλευρά του.
Ο Μαριάνο ντε Σάντις του είναι ένας απερχόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας που κατά τα λεγόμενα των γύρω του με τη στάση του απέτρεψε έξι κυβερνητικές κρίσεις. Είναι ένας πρώην δικαστής που η (αποτελούμενη από πάνω από 2000 σελίδες) πραγματεία του πάνω στον Ποινικό Κώδικα αποδεικνύει πόσο ικανός είναι να βλέπει ανάμεσα στις θολές όψεις της δικαιοσύνης. Και ταυτόχρονα είναι ένας άνθρωπος που κρατά ανεξίτηλη την μνήμη της γυναίκας του αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό της, αποκαλώντας την ακόμα ως την μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του (και χωρίς να μπορεί να ξεπεράσει την υποψία ότι μπορεί να τον απάτησε σαράντα χρόνια πριν).
Η υπαρξιακή (και όχι μόνο) κρίση ωστόσο θα του χτυπήσει την πόρτα έξι μήνες πριν την ολοκλήρωση της θητείας του. Ανάμεσα στις αρμοδιότητές του ως Πρόεδρος (τις οποίες ο Σορεντίνο απαριθμεί αναλυτικά και με ευλάβεια στην αρχή της ταινίας) είναι και η παροχή χάρης σε κατάδικους και δύο υποθέσεις πιέζουν ασφυκτικά για να λάβουν την πολυπόθητη ολοκλήρωση. Ταυτόχρονα, το νομοσχέδιο για την ευθανασία αναπόφευκτα έρχεται για να δημιουργήσει εντάσεις. Και σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, η ίδια η δομή της εναπομείνασας οικογένειας του Μαριάνο μοιάζει έτοιμη να διαλυθεί, με την κόρη του (επίσης Δικαστή και ουσιαστική βοηθό του) να απομακρύνεται όλο και περισσότερο και να γίνεται όλο και πιο επικριτική.
Όλα αυτά δημιουργούν τις ιδανικές συνθήκες για μια κλασική Σορεντινική ταινία όμως από την αρχή είναι εμφανής η πρόθεση του δημιουργού να παρουσιάσει, σε αντιστοιχία με τον πρωταγωνιστή του, μια ουσιαστικά αναθεωρημένη προσέγγιση. Στο «La Grazia» δεν υπάρχει η κλασική λατρεία του σκηνοθέτη προς τη νοσταλγία, ίσα ίσα τονίζεται πως η αγκίστρωση στο παρελθόν είναι μια επιλογή που δεν οδηγεί πουθενά. Επίσης απουσιάζουν οι εύκολοι εντυπωσιασμοί και τα φαντεζί χορευτικά νούμερα, με την έντονη μουσική να περιορίζεται κυρίως στα ακουστικά του πρωταγωνιστή (και την ραπ μουσική να λαμβάνει επίσης το μερτικό της) και στις παρεμβάσεις της ίδιας της φύσης (ειδικά σε μια σουρεαλιστική σκηνή που σατιρίζει τόσο τις πολιτικές επισημότητες όσο και την αποθέωση της απραξίας). Οι πειρασμοί του παρελθόντος και οι φόβοι της ηλικίας δηλώνουν και πάλι ύπουλα το παρόν, όμως ο Σορεντίνο δηλώνει ίσως για πρώτη φορά στην καριέρα του πρόθυμος τόσο συνειδητά να τους αγνοήσει και να κοιτάξει διστακτικά αλλά αποφασιστικά προς το μέλλον.
Γι’ αυτό, ακόμα κι αν επιμέρους υλικά μοιάζουν γνώριμα και η θεματικές δεν διαφέρουν συγκλονιστικά από την υπόλοιπη φιλμογραφία του Σορεντίνο (ειδικά όταν στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Τόνι Σερβίλο προσφέρει όλα όσα έχουμε μάθει να περιμένουμε και να αγαπάμε στην ερμηνεία του), το σύνολο του «La Grazia» παρουσιάζει μια διαφορετική πλευρά του δημιουργού, πιο ευαισθητοποιημένη και σαφώς πολύ πιο πρόθυμη να λάβει αποφάσεις (ακόμα και αν ο ήρωάς του έγινε αγαπητός ακριβώς επειδή απέφυγε να πάρει δύσκολες αποφάσεις κατά τη διάρκεια τη θητείας του). Αυτό το μετατρέπει σε μια διαφορετικής έννοιας πολιτική ταινία που (παρά το γεγονός ότι δεν σκάβει όσο βαθιά θα μπορούσε) τονίζει την ανάγκη για αλλαγή, τόσο σε προσωπικό όσο και πολιτειακό επίπεδο. Και είναι σίγουρα αναζωογονητικό όταν βλέπει κανείς δημιουργούς πρόθυμους να ανακατέψουν την τράπουλα για να χρησιμοποιήσουν τα χαρτιά της με φρέσκο και απρόσμενο τρόπο.













