Καταρχήν Master of the House _Τίμα τη Γυναίκα Σου (Du skal ære din hustru _Thou Shalt Honour Thy Wife) και Carl Theodor Dreyer. Δείτε παρακάτω και σύντομο αφιέρωμα
Από κει και πέρα, ταινίες και ταινιούλες: Μεταφυσικός τρόμος αγωνιώδη θρίλερ και ένα καλό animation μαζί με και ελληνικό σινεμά, η κινηματογραφική εβδομάδα 19–25 Φεβρουαρίου φέρνει στις αίθουσες ένα πρόγραμμα γεμάτο αντιθέσεις και δυνατές εμπειρίες. Κοινός παρονομαστής; Ιστορίες που παίζουν με τον χρόνο, τον φόβο, τη μνήμη και τις ανθρώπινες σχέσεις…
Γράφει ο // Αστέρης Αλαμπής _Μίδας

Master of the House _Τίμα τη Γυναίκα Σου
Du skal ære din hustru _Thou Shalt Honour Thy Wife
Ο Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη με ένα διαχρονικό κοινωνικό δράμα. Μέσα από μια ιστορία οικογενειακής εξουσίας και ανατροπής, η ταινία αναδεικνύει με λιτό αλλά αιχμηρό τρόπο ζητήματα φύλου, εξουσίας και καθημερινής καταπίεσης. Πρώιμος Ντράγιερ, με έντονα φεμινιστική ματιά αλλά και μια φόρμα που δείχνει την ηλικία της. Ενδιαφέρον δείγμα του σινεμά Ντράγιερ, πριν, ακόμα, από το “Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ”, αλλά και μια από εκείνες τις ταινίες του που, σε έντονη αντίθεση με άλλες, σήμερα μοιάζουν, τουλάχιστον εν μέρει, ξεπερασμένες, παρά την επικαιρότητα του θέματός της.
- Master of the House στο IMDb
- TCM Movie Database
- Master of the House στο Swedish Film Institute Database
- Master of the House: In the Corner essay του Mark Le Fanu στο Criterion Collection
Η ιστορία, ένα οικιακό δράμα γύρω από την εξουσία, την ταπείνωση και τη σταδιακή ηθική αφύπνιση, έχει έναν χαρακτήρα διαχρονικό: τη μελέτη των έμφυλων ρόλων στην οικογένεια. Η σύζυγος εξαντλείται από την καθημερινότητα της νοικοκυράς και οικοδέσποινας και η παλιά γκουβερνάντα του αυταρχικού συζύγου τον αναγκάζει τεχνιέντως ν’ αναλάβει τα ίδια καθήκοντα για να… δει τη γλύκα. Ο Ντράγιερ χειρίζεται τον χώρο με ακρίβεια, μετατρέποντας το σπίτι σε πεδίο ψυχολογικής σύγκρουσης. Τα στατικά πλάνα και ο προσεκτικός ρυθμός δημιουργούν μια αίσθηση θεατρικότητας, τα επαναλαμβανόμενα σεναριακά μοτίβα και η διδακτική χροιά της πλοκής φτιάχνουν μια ταινία που μοιάζει μονοδιάστατη στον σύγχρονο θεατή. Εκεί όπου άλλες ταινίες του Ντράγιερ αποκτούν μια σχεδόν μεταφυσική ένταση, εδώ η δραματουργία μοιάζει πιο προβλέψιμη. Οι ερμηνείες είναι εκφραστικές, συχνά υπερβολικές, όπως απαιτούσε το βωβό σινεμά, ενώ η κοινωνική κριτική της ταινίας είναι σίγουρα αξιοσημείωτη για την εποχή της, οριακά επαναστατική, αλλά χωρίς την πολυπλοκότητα ή την ένταση που θα την έκαναν «λειτουργική» σήμερα. Τελικά, το «Master of the House» λειτουργεί περισσότερο ως σημαντικό κινηματογραφικό τεκμήριο παρά ως διαχρονικά συναρπαστικό δράμα. Προσφέρει μια πολύτιμη ματιά στην εξέλιξη του ύφους του Ντράγιερ, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τα όρια μιας κινηματογραφικής γλώσσας που έχει ξεπεραστεί.
Η ταινία σηματοδότησε το ντεμπούτο της Karin Nellemose και θεωρείται κλασικό έργο του δανικού κινηματογράφου __1ώ+46λ
Ο Viktor Frandsen, πικραμένος από την απώλεια της επιχείρησής του, γίνεται τύραννος στο σπίτι, επικρίνει συνεχώς την υπομονετική, εργατική σύζυγό του Άιντα και τα τρία παιδιά τους. Δεν εκτιμά την προσπάθεια που απαιτείται για να διατηρηθεί ένα νοικοκυριό. Ενώ η σύζυγός του είναι παραιτημένη και εκφοβισμένη, η ηλικιωμένη νταντά του, με το παρατσούκλι Μαντς, την υπερασπίζεται ανοιχτά. Όταν η κυρία Kryger, η μητέρα της Άιντα, την επισκέπτεται, είναι αγενής και επιθετικός απέναντί της. Τελικά, εκδίδει τελεσίγραφο: είτε η κυρία Κρίγκερ και η ανοιχτά εχθρική Mads (που βοηθάει τακτικά την οικογένεια) θα έχουν φύγει μέχρι να επιστρέψει είτε ο γάμος θα έχει τελειώσει.
Η Mads ενορχηστρώνει ένα σχέδιο που θα τον αναγκάσει να επανεξετάσει τις αντιλήψεις του για το τι σημαίνει νοικοκυριό και ενασχόληση με το σπίτι. Με τη βοήθεια της κυρίας Kryger, πείθει την απρόθυμη Άιντα να φύγει για λίγο και να ξεκουραστεί όσο εκείνη θα φροντίζει τον Βίκτορα και τα παιδιά. Στη συνέχεια, θεσπίζει ένα νέο καθεστώς, διατάζοντας τον να αναλάβει πολλά από τα καθήκοντα της Άιντα. Ο Βίκτορ υπακούει, τρομοκρατημένος από τις αναμνήσεις της αυστηρής πειθαρχίας που του επέβαλε όταν ήταν παιδί υπό τη φροντίδα της. Εν τω μεταξύ, η Άιντα, που δεν αποσπάται πλέον από τα πολλά καθήκοντά της, νιώθει την πλήρη δυστυχία της κατάστασής της και παθαίνει κλονισμό. Καθώς περνάει ο καιρός, ο Βίκτορ αρχίζει να εκτιμά πλήρως τη σύζυγό του, την αγαπάει πολύ και λαχταρά την επιστροφή της. Όταν η Άιντα, πλήρως αναρρωμένη, της επιτρέπεται να επιστρέψει, ο Βίκτορ και τα παιδιά είναι εκστασιασμένα. Η μητέρα της Άιντα του δείχνει στη συνέχεια μια διαφήμιση σε εφημερίδα που προσέφερε ένα κατάστημα οπτομέτρων προς πώληση και του δίνει μια επιταγή για να το αγοράσει.
Ευκαιρίας δοθείσης δυο λόγια περί Ντράγιερ που εξηγεί και την κινηματογραφική του οπτική_Βλ www.carlthdreyer.dk
Ο Carl Theodor Dreyer (1889 – 1968), ήταν Δανός σκηνοθέτης, που θεωρείται από πολλούς κριτικούς και κινηματογραφιστές ως ο σημαντικότερος της χώρας του και από τους μεγαλύτερους, σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ιδιαίτερα οι τελευταίες, λιγοστές ταινίες του συναγωνίζονται ποιοτικά η μία την άλλη. Γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη, και ήταν illegitimate (μη-αναγνωρισμένος) γιος της Josefine Bernhardine Nilsson, μιας υπηρέτριας από τη Ν. Σουηδία. Ο πατέρας του, Jens Christian Torp _εργοδότης της μητέρας του, ήταν παντρεμένος με άλλη γυναίκα, και τον έθεσε υπό υιοθεσία. Ο μικρός Καρλ πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε ορφανοτροφεία, μέχρι να βρεθούν οι θετοί γονείς, ένας τυπογράφος που ονομαζόταν Καρλ Ντράγιερ (σύζυγός του η Inger Marie) και πήρε το όνομα του θετού πατέρα του. Ωστόσο, οι θετοί γονείς του υπήρξαν πρακτικά και συναισθηματικά απόμακροι έτσι στην παιδική ηλικία του ήταν, δυστυχισμένος. Αργότερα, θυμόταν ότι οι θετοί γονείς του συνεχώς τού υπενθύμιζαν πως “έπρεπε να είναι ευγνώμων για το φαγητό που τού έδιναν ” ότι “δεν έπρεπε να έχει απολύτως καμία αξίωση σε τίποτα, εφόσον η μητέρα του απαλλάχτηκε από τα έξοδα πέφτοντας να πεθάνει” κλπ., όμως, ήταν ένας ιδιαίτερα ευφυής μαθητής, και έφυγε από το σπίτι οριστικά το 1904. Η δύσκολη παιδική του ηλικία αποτυπώνεται έντονα στη θεματολογία των ταινιών του. Ο Ντράγιερ υπήρξε ιδεολογικά συντηρητικός στην εφημερίδα Ekstrabladet, θυμάται “ήμουν συντηρητικός … δεν πιστεύω στις επαναστάσεις. Έχουν, κατά κανόνα, το ανιαρό χαρακτηριστικό να κρατάνε την ανάπτυξη πίσω. Πιστεύω περισσότερο στην εξέλιξη, στις μικρές προόδους ” (με τη σημερινή οπτική “σοσιαλδημοκράτης”)
Με τη Δανία υπό ναζιστική κατοχή, ο Ντράγιερ γυρίζει την ταινία Ημέρες οργής, (Dies Irae/ Vredens Dag |1943) που είχε ως θέμα την παράκρουση που επικράτησε στην Ευρώπη, τον 17ο αιώνα, για το κυνήγι μαγισσών, στο έντονα θεοκρατικό πλαίσιο της εποχής. Με το έργο αυτό, ο Ντράγιερ καθιέρωσε το στυλ που θα σηματοδοτήσει τις ομιλούσες ταινίες του: προσεκτικές οπτικές συνθέσεις, αυστηρά μονοχρωματική κινηματογραφία, και μακρόσυρτα πλάνα. Το 1955, θα σκηνοθετήσει το απόλυτο αριστούργημά του, την ταινία Ο Λόγος, (Ordet), βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Κaj Munk. Η ταινία συνδυάζει μια ιστορία αγάπης, με την σύγκρουση γύρω από την μισαλλοδοξία και την πραγματική πίστη. Η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, και ήταν η μόνη ταινία του Ντράγιερ, η οποία είχε καλλιτεχνική και οικονομική επιτυχία. Το 1964, ο Ντράγιερ γυρίζει την τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του τη Γερτρούδη (Gertrud). Η ηρωίδα, μια γυναίκα που θεωρεί τον έρωτα ως σημαντικότερο στοιχείo της ζωής της και δεν συμβιβάζεται, παρ΄ όλες τις δοκιμασίες, με τίποτα λιγότερο. Ο Ντράγιερ σχεδίαζε ακόμη μια ταινία για τον Ιησού, αλλά οι οικονομικές συνθήκες δεν του επέτρεψαν να την γυρίσει.
- Ο Πρόεδρος, (Praesidenten) 1919, Δανία
- Η Χήρα του Πάστορα (Prastankan), 1920, Σουηδία
- Σελίδες από το Βιβλίο του Σατανά (Blade af Satans bog), 1921, Δανία
- Οι Σημαδεμένοι (Die Grezeichneten), 1922, Γερμανία
- Μια Φορά κι έναν Καιρό (Der var engang),1922, Δανία
- Μίκαελ (Mikael), 1924, Γερμανία
- Τίμα τη Γυναίκα σου (Du skal aere din busstruk),1925, Δανία
- Η Νύφη του Γκλόνταλ (Glomdalsbruden),1926, Νορβηγία
- Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ ( La Passion de Jeanne d’ Arc), 1928, Γαλλία
- Βαμπίρ (Vampyr),1932, Γαλλία/Γερμανία
- Ημέρες Οργής ( Diew irae/ Vredens dag), 1943, Δανία
- Δύο Πλάσματα ( Tva Manniskor), 1945, Σουηδία
- Ο Λόγος (Ordet), 1955, Δανία
- Γερτρούδη (Gertrud), 1964. Δανία
Όταν ήταν νέος, εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αλλά τελικά προσχώρησε στην κινηματογραφική βιομηχανία ως συντάκτης υποτίτλων του βωβού κινηματογράφου και, στη συνέχεια, ως σεναριογράφος και μοντέρ (είχε αρχικά προσληφθεί από τη δανική Nordisk Film το 1913) Οι πρώτες του προσπάθειες στη σκηνοθεσία είχαν περιορισμένη επιτυχία, και έφυγε από τη Δανία για να εργαστεί στη βιομηχανία του γαλλικού κινηματογράφου. Ενώ ζούσε στη Γαλλία, γνώρισε τον Ζαν Κοκτώ, τον Ζαν Ουγκώ και άλλα μέλη της γαλλικής καλλιτεχνικής σκηνής και, το 1928, έκανε την πρώτη κλασική ταινία του, Τα πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ. Μελετώντας συστηματικά τα σωζόμενα πρακτικά της δίκης της Ιωάννας της Λωραίνης, δημιούργησε ένα συγκινητικό αριστούργημα που ισορροπεί ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον εξπρεσιονισμό. Αργότερα, ο βαρώνος Nicolas de Gunzburg θα χρηματοδοτήσει την επόμενη ταινία του Ντράγιερ, καθώς η βιομηχανία κινηματογράφου της Δανίας βρισκόταν σε οικονομική κατάρρευση. Το φιλμ “Βαμπίρ ” (Vampyr), του 1932, είναι ένας σουρεαλιστικός διαλογισμός πάνω στο φόβο. Η λογική παραχωρεί τη θέση της στην ψυχική διάθεση και την ατμόσφαιρα, σε αυτή την ιστορία ενός άνδρα που προστατεύει δύο αδελφές από ένα βαμπίρ. Η ταινία περιέχει πολλές ανεξίτηλες εικόνες που έχουν μείνει κλασικές. Η ταινία ήταν βωβή, αλλά με κάποιος αραιούς, κρυπτικούς διαλόγους στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Και οι δύο, αυτές, ταινίες απέτυχαν οικονομικά, οπότε ο Ντράγιερ αποφάσισε να μην κάνει άλλη ταινία μέχρι το 1943. Η Δανία βρισκόταν, τότε, υπό ναζιστική κατοχή, και η ταινία “Ημέρες οργής” είχε ως θέμα την παράκρουση που επικράτησε στην Ευρώπη, τον 17ο αιώνα, για το κυνήγι μαγισσών, στο έντονα θεοκρατικό πλαίσιο της εποχής. Με το έργο αυτό, ο Ντράγιερ καθιέρωσε το στυλ που θα σηματοδοτήσει τις ομιλούσες ταινίες του: προσεκτικές οπτικές συνθέσεις, αυστηρά μονοχρωματική κινηματογραφία, και μακρόσυρτα πλάνα. Κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση και συνέβαλε στην αναγέννηση του δανικού κινηματογράφου. Κατόπιν, και για μια δεκαετία, Ο Ντράγιερ θα γυρίσει μόνο δύο ντοκιμαντέρ.
Το 1955, ο Ντράγιερ θα σκηνοθετήσει το απόλυτο αριστούργημά του, την ταινία “Ο Λόγος”, βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Κaj Munk. Η ταινία συνδυάζει μια ιστορία αγάπης, με την σύγκρουση γύρω από την μισαλλοδοξία και την πραγματική πίστη. Η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, και ήταν η μόνη ταινία του Ντράγιερ, η οποία είχε αρτιστική και οικονομική επιτυχία. Ο “Λόγος” θεωρείται, πλέον, από πολλούς κριτικούς ως μοναδικό αριστούργημα, ιδιαίτερα στον τομέα της κινηματογραφίας (cinematograrhy __ Η κινηματογραφία (από την αρχαία ελληνική λέξη κίνημα _κίνηση + γράφειν είναι η τέχνη της φωτογραφίας στον κινηματογράφο και πιο πρόσφατα, σε ηλεκτρονική βιντεοκάμερα. Οι κινηματογραφιστές χρησιμοποιούν έναν φακό για να εστιάσουν το ανακλώμενο φως από τα αντικείμενα σε μια πραγματική εικόνα που μεταφέρεται σε κάποιον αισθητήρα εικόνας ή σε φωτοευαίσθητο υλικό μέσα στην κινηματογραφική κάμερα. Αυτές οι εκθέσεις δημιουργούνται διαδοχικά και διατηρούνται για μεταγενέστερη επεξεργασία και προβολή ως κινηματογραφική ταινία. Η λήψη εικόνων με έναν ηλεκτρονικό αισθητήρα εικόνας παράγει ένα ηλεκτρικό φορτίο για κάθε pixel στην εικόνα, το οποίο υποβάλλεται σε ηλεκτρονική επεξεργασία και αποθηκεύεται σε ένα αρχείο βίντεο για επακόλουθη επεξεργασία ή προβολή. Οι εικόνες που λαμβάνονται με φωτογραφικό γαλάκτωμα έχουν ως αποτέλεσμα μια σειρά από αόρατες λανθάνουσες εικόνες στο φιλμ, οι οποίες “αναπτύσσονται” χημικά σε μια ορατή εικόνα για προβολή στην ίδια κινηματογραφική ταινία. Η κινηματογραφία βρίσκει εφαρμογές σε πολλούς τομείς της επιστήμης και των business, καθώς και για σκοπούς ψυχαγωγίας και μαζικής επικοινωνίας).
Η τελευταία μεγάλου μήκους ταινία του Ντράγιερ ήταν η “Γερτρούδη”, του 1964. Αν και θεωρείται, από κάποιους, ως μικρότερης καλλιτεχνικής εμβέλειας σε σχέση με τις προηγούμενες, ωστόσο είναι ένα επιστέγασμα των πεποιθήσεων του Ντράγιερ, καθώς στο επίκεντρο βρίσκεται μια γυναίκα που, μέσα από δοκιμασίες, δεν εκφράζει καμία υποχώρηση για τις επιλογές που έκανε, θεωρώντας τον έρωτα ως το σημαντικότερο στοιχείο της ζωής της. Το τελευταίο πρότζεκτ του ήταν μια ταινία για τον Ιησού. Αν και ένα χειρόγραφο γράφηκε (δημοσιεύθηκε το 1968), οι ασταθείς οικονομικές συνθήκες και οι απόλυτες απαιτήσεις του Ντράγιερ, δεν επέτρεψαν να γυριστεί το φιλμ.
Ο Ντράγιερ έχει μια εντελώς ιδιαίτερη θεματολογία όπου διερευνά τη θρησκευτική εμπειρία με το χαρακτηριστικό “στατικό” ύφος των παρατεταμένων, διεισδυτικών γκρο-πλαν, αδιαφορώντας για την γρήγορη εξέλιξη της δράσης. Οι ταινίες του συχνά αναφέρονται στη μαγεία και το υπερφυσικό, την πάλη καλού-κακού και, κυρίως, την πουριτανική αδιαλλαξία και την καταπίεση. Η σκηνοθεσία του στηρίζεται στη χρήση αυθεντικών, μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, χώρων και μακρόσυρτων κοντινών πλάνων. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το διαφορετικό άτομο ως επίκεντρο της θεματολογίας του, το οποίο ξεχωρίζει από το σύνολο (με την έννοια του όχλου), το οποίο γίνεται συχνά αντικείμενο διώξεων.Ο Καρλ Ντράγιερ υπήρξε έντονα αντιφατική προσωπικότητα που, ανεξάρτητα της αναμφισβήτητης καλλιτεχνικής του αξίας, δίχασε τους κριτικούς, τους ηθοποιούς των ταινιών του και την κοινή γνώμη, κυρίως για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος που καταγράφεται στο σελουλόιντ. Έχει χαρακτηριστεί ως παρεξηγημένη ιδιοφυΐα, συντηρητικός αστός σκηνοθέτης, αλλά και ως ο “τυραννικός Δανός” όπως το έθεσε ο Paul Moor, το 1951, σε άρθρο του στο οποίο, αναφέρεται στις σαδιστικές τάσεις του Ντράγιερ.
Η “διαβόητη” συμπεριφορά του απέναντι στην συγκλονιστική Renée Falconetti, στην ταινία “Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ”, πιθανόν να έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά __Οι αναφορές σε σαδιστικές τάσεις αφορούν κυρίως τις ακραίες σκηνοθετικές του μεθόδους για την απόσπαση αυθεντικών συναισθημάτων από τους ηθοποιούς του, με κορυφαίο παράδειγμα το “βασανιστήριο” της Φαλκονετί: Ο Ρότζερ Έμπερτ και άλλοι κριτικοί έχουν αναφέρει ότι ο Ντράγιερ πίεσε αφάνταστα την πρωταγωνίστρια, ζητώντας της να γονατίζει πάνω σε σκληρές κοφτερές πέτρες για ώρες και να μην δείχνει κανένα συναίσθημα, προκειμένου να αποτυπωθεί στο πρόσωπό της ο εσωτερικός ψυχικός πόνος.. Πολλοί κριτικοί και ερευνητές υποστήριξαν ότι, οι “επιδόσεις” της Φαλκονετί στην συγκεκριμένη ταινία ήταν το αποτέλεσμα της ακραίας “σκληρότητας” που είχε επιδείξει ο Ντράγιερ, ένας “διαβόητα” απαιτητικός σκηνοθέτης που, για να πετύχει αυτό το καταγεγραμμένο στο σελουλόιντ ψυχογράφημα, την ώθησε στο χείλος της συναισθηματικής κατάρρευσης. Ο Ντράγιερ επαναλάμβανε τα γυρίσματα ξανά και ξανά, ελπίζοντας ότι στην αίθουσα μοντάζ θα μπορούσε να βρει ακριβώς τη σωστή “απόχρωση” στην έκφραση του προσώπου της Φαλκονετί… Ωστόσο, στην βιογραφία τους για τον Ντράγιερ, οι Jean και Dale Drum αναφέρουν ότι αυτές οι ιστορίες βασίζονται μόνο σε φήμες και ότι “δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ο Ντράγιερ θα μπορούσε να ήταν ένας σαδιστής”.

Οικογένεια προς Ενοικίαση
Μια ιδιότυπη, βαθιά ανθρώπινη ιστορία που εξερευνά τα όρια ανάμεσα στην υποκριτική και την πραγματικότητα. Ο πρωταγωνιστής, ένας Αμερικανός ηθοποιός παγιδευμένος σε προσωπικά αδιέξοδα, βρίσκει εργασία σε ένα ιαπωνικό πρακτορείο που «νοικιάζει» ανθρώπινες σχέσεις: γονείς, φίλους, ακόμη και συντρόφους. Καθώς βυθίζεται στις ζωές των πελατών του, η γραμμή που διαχωρίζει τον ρόλο από το συναίσθημα αρχίζει να θολώνει επικίνδυνα. Η HIKARI σκηνοθετεί ένα τρυφερό δράμα με υπαρξιακές αποχρώσεις, ενώ ο Μπρένταν Φρέιζερ παραδίδει μια ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στην ευθραυστότητα και την εσωτερική ένταση.

Θανάσιμη Απειλή
Καθαρόαιμο θρίλερ επιβίωσης με έντονα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Ένας μεταλλασσόμενος, εξαιρετικά μεταδοτικός μύκητας διαφεύγει από μυστική εγκατάσταση, μετατρέποντας μια συνηθισμένη νυχτερινή βάρδια σε εφιάλτη. Η ταινία αξιοποιεί την κλασική συνταγή του «κλειστοφοβικού τρόμου» για να χτίσει αγωνία, ενώ παράλληλα θέτει ερωτήματα γύρω από τον βιολογικό κίνδυνο και την ανθρώπινη ευθύνη. Βασισμένη στο μυθιστόρημα Cold Storage, η ταινία στηρίζεται στις γνώριμες παρουσίες του Λίαμ Νίσον και του Τζο Κίρι, προσφέροντας ένταση και ρυθμό.
Άρκο
Ένα συγκινητικό animation επιστημονικής φαντασίας με έντονο οικολογικό υπόβαθρο. Ο νεαρός Άρκο, προερχόμενος από ένα μακρινό μέλλον όπου τα ταξίδια στον χρόνο είναι εφικτά, βρίσκεται παγιδευμένος στο έτος 2075. Εκεί αναπτύσσει μια βαθιά φιλία με την Ίρις, ένα μοναχικό κορίτσι, ενώ γύρω τους ο πλανήτης δείχνει να καταρρέει. Η ταινία συνδυάζει περιπέτεια, συναίσθημα και φιλοσοφικές ανησυχίες για το μέλλον της ανθρωπότητας, δικαιολογώντας τις διεθνείς διακρίσεις και τις βραβευτικές υποψηφιότητες που τη συνοδεύουν.
Ο Αιχμάλωτος
Το Σφύριγμα του Θανάτου
Μεταφυσικός τρόμος που αξιοποιεί έναν από τους πιο διαχρονικούς κινηματογραφικούς φόβους: το καταραμένο αντικείμενο. Μια ομάδα μαθητών ανακαλύπτει μια αρχαία Αζτέκικη σφυρίχτρα, χωρίς να γνωρίζει ότι κάθε φύσημά της καλεί τον ίδιο τους τον θάνατο. Η ταινία του Κορίν Χάρντι επενδύει στην ατμόσφαιρα και την ένταση, ακολουθώντας τη σύγχρονη παράδοση του υπερφυσικού τρόμου.
Καρό Νίντζα 3
Η επιτυχημένη δανέζικη σειρά επιστρέφει με νέο κεφάλαιο, διατηρώντας το χιούμορ και τη δράση που την καθιέρωσαν. Η ιστορία εστιάζει στη φιλία, την ευθύνη και την ενηλικίωση, συνδυάζοντας περιπέτεια και συναίσθημα με τρόπο που απευθύνεται τόσο σε νεανικό όσο και σε οικογενειακό κοινό.

Το Οτιδήποτε
Το ελληνικό σινεμά δίνει το παρών με μια υβριδική, στοχαστική πρόταση. Ο Γιώργος Αθανασίου σκηνοθετεί μια ταινία που κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, εξερευνώντας θέματα υπαρξιακής αναζήτησης, φόβου και ανθρώπινης σύνδεσης. Η δεύτερη ταινία του Γιώργου Αθανασίου μετά το «Ανθη στα Ανθη», ένα οδοιπορικό δύο φίλων μουσικών από το τίποτα στο οτιδήποτε.Η αφήγηση χτίζεται μέσα από μουσικές, διαλόγους και στιγμές καθημερινής παρατήρησης.

Δύο φίλοι και μουσικοί ταξιδεύουν σε ένα απομονωμένο χωριό στα βουνά της Αρκαδίας. Σκοπός τους είναι να ηχογραφήσουν έναν αυτοσχεδιαστικό δίσκο. Μέσα από μουσικές απόπειρες, κουβέντες και περιπλανησεις, διαπραγματεύονται την επιθυμία τους για επαφή και σύνδεση, καθώς ο φόβος, η ζωή και ο θάνατος εκτυλίσσονται μέσα στην έννοια του οτιδήποτε.
Λευκά Όρη
Το ντοκιμαντέρ του Αλέξανδρου Παπαθανασίου ανασύρει μνήμες από μία από τις πιο τραυματικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Μέσα από προσωπική μαρτυρία, η ταινία συνθέτει ένα πολιτικό και ιστορικό πορτρέτο, όπου το ατομικό βίωμα συναντά τη συλλογική μνήμη.












