Η βραβευμένη στις Κάννες ταινία
του Νορβηγού Γιοακίμ Τρίερ δίνει επικό χαρακτήρα
σε μια οικογενειακή ιστορία

Συναισθηματική αξία Affeksjonsverdi★★★½
ΔΡΑΜΑ (2025), 130΄_Σκηνοθεσία: Γιοακίμ Τρίερ_
Ερμηνείες: Ρενάτε Ρέινσβε, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Ελ Φάνινγκ

Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών για τον Νορβηγό Joachim Trier (Γιοακίμ Τρίερ), ο οποίος παρουσίασε ένα πολυδιάστατο οικογενειακό δράμα με έντονες αυτοαναφορικές προεκτάσεις. Σε πρώτο πλάνο εδώ βρίσκονται η Νόρα και η Αγκνες, δύο αδελφές οι οποίες θρηνούν την απώλεια της μητέρας τους, ενώ παράλληλα στις ζωές τους μπαίνει ξανά ο αποξενωμένος πατέρας τους (Στέλαν Σκάρσγκαρντ). Διακεκριμένος σκηνοθέτης ο ίδιος, θα προτείνει στην ηθοποιό Νόρα τον βασικό ρόλο στην καινούργια, αυτοβιογραφική, ταινία του. Οταν εκείνη αρνείται την αποστολή, αναλαμβάνει μια ενθουσιώδης, αλλά φανερά παράταιρη, χολιγουντιανή σταρ (Ελ Φάνινγκ).
Ο Τρίερ επιχειρεί –και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει– να δώσει επικό χαρακτήρα σε μια οικογενειακή ιστορία, με τον τρόπο που το έκανε άλλοτε ο μεγάλος Ινγκμαρ Μπέργκμαν (βλ.Fanny och Alexander _”Φάννυ και Αλέξανδρος“). Προφανώς εδώ δεν έχουμε φιλμ τέτοιου επιπέδου, ωστόσο η μέθοδος με την οποία προσεγγίζονται οι χαρακτήρες –αρχής γενομένης του σπιτιού, ως ενός ακόμη χαρακτήρα– φανερώνει τις γενικότερες σεναριακές φιλοδοξίες του συνόλου. Η προβληματική σχέση του πατέρα με τις κόρες του μετασχηματίζεται (και ερμηνεύεται) στο δεύτερο μέρος μέσα από την ταινία του πρώτου, με αποκορύφωμα το συγκινητικό φινάλε. Η κινηματογράφηση ακολουθεί επίσης μπεργκμανικά μονοπάτια, ενώ εξαιρετικοί στους ρόλους τους είναι τόσο ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ όσο και η Ρενάτε Ρέινσβε, η οποία υποδύεται με την αναγκαία ένταση και ευαισθησία τη Νόρα.
Ευδοκία ★★★★
ΔΡΑΜΑ (1971), 92΄
Σκηνοθεσία: Αλέξης Δαμιανός
Ερμηνείες: Γιώργος Κουτούζης, Μαρία Βασιλείου
Μία από τις πιο θρυλικές ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου επιστρέφει σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια. Ένας λοχίας (Γιώργος Κουτούζης) γνωρίζει και ερωτεύεται την Ευδοκία, μια πόρνη η οποία ονειρεύεται να ζήσει ελεύθερη και αγαπημένη. Κόντρα στις κοινωνικές προκαταλήψεις, οι δύο νέοι θα παντρευτούν, ωστόσο αυτές θα επιστρέψουν ξανά και ξανά για να τους συντρίψουν. Ο Δαμιανός παντρεύει τον σκληρό ρεαλισμό με την ποιητική έκφραση, πρωτοπορώντας και αφηγηματικά για τα ελληνικά δεδομένα. Πέρα από την τολμηρή κινηματογράφηση και το περίφημο ζεϊμπέκικο του Μάνου Λοΐζου, η «Ευδοκία» συνεχίζει την κοινωνικοπολιτική παρατήρησή της από εκεί που την άφησε το «Μέχρι το πλοίο», επίσης του Δαμιανού, σχηματίζοντας έτσι ένα σπουδαίο κινηματογραφικό –και όχι μόνο– δίπτυχο. Δείτε και flix
- Μαρία Βασιλείου ως Ευδοκία
- Γιώργος Κουτούζης ως λοχίας Γιώργος Μπάσκος
- Χρήστος Ζορμπάς προαγωγός
- Κούλα Αγαγιώτου Μαρία Κουτρουμπή
- Νάσος Κατακουζηνός Νώντας
- Κώστας Ρήγας λοχαγός
- Ντίνος Δουλγεράκης στρατιώτης
- Απόστολος Σουγκλάκος ως άντρας στην παραλία
Σχεδόν μυθικές διαστάσεις έχει πάρει το μουσικό θέμα της ταινίας, ένα ζεϊμπέκικο που έγραψε ο Μάνος Λοΐζος. Το ζεϊμπέκικο αυτό χορεύει ο λοχίας Μπάσκος στα πρώτα λεπτά της ταινίας, στο μαγαζί που συναντά για πρώτη φορά την Ευδοκία, η οποία του χτυπά παλαμάκια, προκαλώντας την οργή του νταβατζή της, ενός διεφθαρμένου πρώην χωροφύλακα. Όταν τελείωσε με τη μουσική του ζεϊμπέκικου, ο Λοΐζος το έδωσε στον Λευτέρη Παπαδόπουλο για να του γράψει στίχους, αλλά ο Παπαδόπουλος αρνήθηκε λέγοντάς του ότι “αυτό το πράγμα δεν παίρνει λόγια, δεν υπάρχουν στίχοι να το υποστηρίξουν”
Γυρίσματα: Παρόλο που σύμφωνα με το σενάριο η ταινία διαδραματίζεται σε “μια μικρή επαρχιακή πόλη της Βόρειας Ελλάδας”, στην πραγματικότητα τα γυρίσματα έγιναν εξ ολοκλήρου στην Αττική (μεταξύ άλλων σε Χαϊδάρι, Αιγάλεω, Αγία Παρασκευή και Κηφισιά). Η διάσημη σκηνή του ζεϊμπέκικου γυρίστηκε σε ένα ταβερνάκι στην Κάτω Κηφισιά.
Το 2004, η ταινία προβλήθηκε στο 45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του αφιερώματος Αλέξης Δαμιανός: Ο λυρισμός της βίας.
Καυτό γάλα ★★½
ΔΡΑΜΑ (2024), 93΄
Σκηνοθεσία: Ρεμπέκα Λένκιεβιτς
Ερμηνείες: Εμα Μάκι, Φιόνα Σο, Βίκι Κριπς
Η διακεκριμένη σεναριογράφος Ρεμπέκα Λένκιεβιτς («Ida») κάνει την πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα μεταφέροντας στην οθόνη το ομώνυμο επιτυχημένο μυθιστόρημα της Ντέμπορα Λέβι. Η Ρόουζ (Φιόνα Σο) και η κόρη της, Σοφία (Εμα Μάκι), ταξιδεύουν στην παραθαλάσσια Ισπανία με σκοπό να συναντήσουν έναν αινιγματικό γιατρό, που ίσως καταφέρει να θεραπεύσει τη μυστηριώδη ασθένεια η οποία κρατάει καθηλωμένη τη Ρόουζ σε αμαξίδιο. Κατά την παραμονή τους εκεί, ωστόσο, η καταπιεσμένη Σοφία θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της Ινγκριντ (Βίκι Κριπς) και θα πάρει θάρρος για να κάνει τη δική της επανάσταση. Γυρισμένο εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, η οποία «ντουμπλάρει» την ισπανική Αλμερία, το φιλμ της Λένκιεβιτς παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ιστορία μητέρας – κόρης. Οι όροι βέβαια εδώ έχουν αντιστραφεί, με τη Σοφία να είναι μονίμως επιφορτισμένη με τη φροντίδα της μητέρας της· κάτω από τον καυτό ήλιο και τη μεθυστική επήρεια του έρωτα, η σύγκρουση μεταξύ τους είναι θέμα χρόνου, καθώς η ταινία παίρνει στροφή προς το ψυχολογικό θρίλερ. Ολα αυτά πάντως συμβαίνουν κάπως αποσπασματικά, με το επί της οθόνης σύνολο να μην περνάει ποτέ στο επόμενο αφηγηματικό επίπεδο (δηλαδή από το προσωπικό στο καθολικό) παρά τις πολύ καλές ερμηνείες των τριών βασικών πρωταγωνιστριών.
Ο Πύργος του Downton: το μεγάλο φινάλε ★★★★
ΔΡΑΜΑ (2025), 123΄
Σκηνοθεσία: Σάιμον Κέρτις
Ερμηνείες: Μισέλ Ντόκερι, Πολ Τζιαμάτι
Η δημοφιλής τηλεοπτική σειρά, η οποία μετεξελίχθηκε σε σειρά ταινιών, φτάνει στο τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας της οικογένειας ευγενών Κρόουλι. Πλέον βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1930 και η λαίδη Μαίρη (Μισέλ Ντόκερι) βρίσκεται στο επίκεντρο ενός δημόσιου σκανδάλου λόγω του διαζυγίου της. Παράλληλα ο Πύργος μπαίνει σε κίνδυνο, καθώς κάποιες αποτυχημένες επενδύσεις οδηγούν σε οικονομική στενότητα… Η γνωστή από τα προηγούμενα γοητεία που εκπέμπει η βρετανική αριστοκρατία είναι και εδώ παρούσα, μαζί με το ανά στιγμές σπιρτόζικο σενάριο του Τζούλιαν Φέλοους. Ωστόσο, πέραν τούτου ουδέν, ενώ εν έτει 2025 είναι κάπως δύσκολο να συμπάσχει κανείς με τις κακουχίες των Αγγλων ευγενών του περασμένου αιώνα.
Τερατομουντζούρες ★★½
ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ (2024), 93΄
Σκηνοθεσία: Σεθ Γουόρλι
Ερμηνείες: Τόνι Χέιλ, Ντ’ Αρσι Κάρντεν
Μια ευφάνταστη περιπέτεια προσεγγίζει τον κόσμο της παιδικής ψυχοσύνθεσης με τη βοήθεια εντυπωσιακών ειδικών εφέ. Η Αμπερ, ένα νεαρό κορίτσι με προβλήματα προσαρμογής στο σχολείο αλλά με πλούσια φαντασία, βλέπει το τετράδιο με τα σκίτσα της να… ζωντανεύει και από μέσα να ξεπηδούν τα τέρατα που με αφοσίωση είχε δημιουργήσει. Το ντεμπούτο του Σεθ Γουόρλι χτίζεται μέσα από μια έξυπνη ιδέα, που στέλνει τους παιδικούς εφιάλτες να στοιχειώσουν την πραγματικότητα· εδώ βέβαια δεν έχουμε τρόμο αλλά περισσότερο μαύρη κωμωδία, σε ένα διασκεδαστικό σύνολο για όλη την οικογένεια.
Μια νεαρή γυναίκα εντοπίζεται νεκρή, παγωμένη από το κρύο, στο ύπαιθρο. Ποιος ευθύνεται, όμως, για το θάνατό της; Με τους: Σαντρίν Μπονέρ Μάσα Μερίλ Στεφάν Φράις

Sans toit ni loi _Vagabond
Η ταινία που χάρισε στην Ανίες Βαρντά το Χρυσό Λέοντα στη Βενετία και στο σινεμά ένα πρωτόγνωρο, αεικίνητα και διαχρονικά αποκαλυπτικό μανιφέστο για το μεγάλο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής. Προβάλλεται σε επανέκδοση.


To “Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο” είναι μια ταινία μυθική. Οχι μόνο γιατί δοκιμάζει και δοκιμάζεται με αναπάντεχους, οριακά πρωτοπόρους, ανερυθρίαστα αντισυμβατικούς όρους πάνω στις έννοιες του μύθου, της μυθοποίησης, κυρίως της απομυθοποίησης, ανακαλύπτωντας έννοιες εκεί που πριν δεν υπήρχαν στη μεγάλη συζήτηση για το χάος που (δεν) χωρίζει την αλήθεια από το… μύθο.
Είναι μια ταινία μυθική επειδή καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα το μυστήριο και το κλειδί του μυστηρίου που εμπεριέχει, ακριβώς όπως και η εμβληματική ηρωίδα της, η Μόνα, που η εικόνα της σχηματίζεται μέσα από μικρότερα κομμάτια, παραμένοντας μετά από ένα κύκλο ζωής και θανάτου (εδώ, σε αντίστροφη πορεία) ένα μυστήριο μεγαλύτερο από αυτό που υπήρξε στην αρχή της αφήγησης. Αλλά μαζί και μια αποκάλυψη.
Ένα κορμί, χωρίς ταυτότητα, σχεδόν χωρίς σχήμα, όνομα, κάποιον να το θάψει. Αυτή είναι η Μόνα, στην αρχή μιας ταινίας «cinécrit» («γραμμένης για το σινεμά») από την Ανίες Βαρντά, αχαρτογράφητα κι αυτή αρχικά, ογκόλιθος τελικά στην διαρκή – πριν και μετά από αυτήν την ταινία – εξερεύνηση της πάνω στη μυθοπλασία και την τεκμηρίωση, αφού αυτή η ιστορία δεν θα μπορούσε παρά να είναι ταυτόχρονα μια αληθινή ιστορία που μπορείς όμως να μάθεις μόνο μέσα από το σινεμά.
Αληθινή, γιατί η Βαρντά είναι ανυποχώρητη στη σκιαγράφηση μιας γυναίκας που είναι σίγουρη πως η σαμπάνια on the road είναι καλύτερη, όπως γνωρίζει τον τρόπο να απενεργοποιεί με τη δύναμη της ανεξαρτησίας και της απόλυτης ελευθερίας κάθε κοινωνική τάξη σπέρνοντας χάος και αταξία (σαν γνήσια απόγονος του επισκέπτη από το «Θεωρήμα» του Πιερ Πάολο Παζολίνι). Και όμως αποκλειστικά κινηματογραφική, γιατί η αφήγηση ανοίγεται στο ρεαλισμό (βλ και νατουραλισμό), χωρίς όμως ποτέ να παραδίδεται άνευ όρων σε αυτόν – αφού η έννοια του ψευδοντοκιμαντέρ (εδώ σε μορφή που θυμίζει ακατέργαστο «Πολίτη Κέιν» με πολλαπλούς αφηγητές) θα βρει μάρτυρες στα πρόσωπα ερασιτεχνών για να λυθεί με τρόπο «ανθρώπινο» το μεγάλο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής.
Η ανάκριση ξεκινάει ήδη από τον αγρότη που βρίσκει το πτώμα της Μόνα, μέσα σε ένα χωράφι στη νότια Γαλλία, καθώς η Βαρντά χωρίζει την ταινία σε 12 σκηνές από τη ζωή της ηρωίδας της στο δρόμο και 47 μαρτυρίες από αληθινούς (!) ανθρώπους που μιλούν μεταξύ τους, αλλά ακόμη και στην κάμερα προσπαθώντας να σπάσουν τέταρτους και άλλους τοίχους προκειμένου να συνθέσουν το πορτρέτο μιας γυναίκας που μοιάζει ταυτόχρονα εύπλαστο και αυστηρό – ακριβώς όπως είναι η ζωή στο δρόμο. Η Μόνα – μυθικό πρόσωπο ήδη από την αρχή – θα συναντήσει διαφορετικούς ανθρώπους στη διαδρομή της στην επαρχιακή Γαλλία, θα μείνει σε σκηνές στα χωράφια, σε αυτοσχέδια κρεβάτια μέσα σε αγροτόσπιτο, θα κινηθεί με τα πόδια και με φορτηγά, θα «συνομιλήσει» με την ανθρώπινη κατάσταση καθώς όλοι – εκτός από την ίδια – διαπραγματεύονται έννοιες που για εκείνη είναι ξεκάθαρες, όπως όλα όσα θα ενώνουν και θα χωρίζουν πάντα την ελευθερία από τη μοναξιά.
Με μια ωμή ποίηση, αλλά σε κάθε περίπτωση ποτισμένη από την θαυμαστή συνειδητότητα μιας δημιουργού που θέλει να αποτινάξει ταυτόχρονα πατριαρχικά, γεωγραφικά, ταξικά και κινηματογραφικά κατεστημένα, το «Δίχως Στέγη, Δίχως Νόμο» λειτουργεί σαν μια ταινία για το τι σημαίνει να ζεις «χωρίς στέγη και χωρίς νόμο», με τον Πατρίκ Μπλοσιέρ να φωτογραφίζει τη γαλλική επαρχία αλλά και τη «γυναικεία φύση» με τάση επιστροφής στα απόλυτα βασικά του χώματος και του ουρανού. Ταυτόχρονα, όμως είναι και μια ταινία για το τι σημαίνει να ζεις «με στέγη και με νόμο», παγιδευμένος ουσιαστικά σε έναν κύκλο ζωής και θανάτου, εξασφαλισμένο να συνεχίζει την πορεία του ως προς την κοινωνική του νόρμα, αλλά όχι και αυτήν προς την ανθρώπινη αυτοδιάθεση.
Διασχίζοντας εκτάσεις που αγγίζουν αρχαία ελληνική τραγωδία (με τους μάρτυρες στο ρόλο του χορού), μεταφεμινιστικές θεωρίες (καθώς η Βαρντά απομυθοποιεί σκηνή με τη σκηνή τη γυναίκα ως φετίχ), της αποθέωσης της συμβολικής διάστασης της λάσπης και της σκόνης (και ό,τι αυτό γεννάει ως σχόλιο για την «καθαρότητα» ενός υποκριτικού κόσμου), τα γραπτά της πρωτοπόρας για τη νέα αφήγηση στο γαλλικό μυθιστόρημα Ναταλί Σαρότ (στην οποία η Βαρντά αφιερώνει την ταινία), μέχρι και απάτητα νερά μιας κινηματογραφίας (που στοιχειοθετείται με βάση κάθε θεωρία και αντι-θεωρία περί «cinema vérité» και φτάνει ή εκκινεί από τους «7 Σαμουράι» του Ακίρα Κουροσάβα), το φιλμ της Βαρντά προκαλεί σε ανάλυση αλλά είναι και απτό μπροστά στα μάτια σου μια μαρτυρία από μόνο του.
Μια μαρτυρία για μια γυναίκα δημιουργό που ήθελε να μυθοποιήσει απομυθοποιώντας μια γυναίκα και μια γυναίκα ηθοποιό – καθώς τα εύσημα ως προς την ερμηνεία της Σαντρίν Μπονέρ ξεπερνούν ακόμη και σήμερα επιτρεπτά όρια θαυμασμού ή αξίας – που μαζί οργώνουν στο σαρωτικό τους πέρασμα την γη. Από τη μία πλευρά για να ξεριζώσουν οτιδήποτε μοιάζει με κανόνα, επιβολή ή συνθήκη, κατεδαφίζοντας τον παλιό (θαυμαστό) κόσμο. Και από την άλλη πλευρά για να φυτέψουν σπόρους για μια νέα θεώρηση πάνω στο πως οφείλεις να ζεις την ιστορία σου, ανεξάρτητα τελικά από το πώς θα αποφασίσει να την αφηγηθεί η προφορική, πάντα αυθαίρετη, πάντα με τον δικό της τρόπος και πιο κοντά στην αλήθεια και πιο κοντά στο μύθο, ιστορία αυτού του κόσμου.
Στις δυστοπικές ΗΠΑ του μέλλοντος, νεαροί άντρες συμμετέχουν σε έναν βίαιο μαραθώνιο επιβίωσης όπου οι δρομείς, εάν σταματήσουν να περπατούν ή αλλάξουν ρυθμό βαδίσματος, δολοφονούνται επιτόπου.
Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς | Με τους: Κούπερ Χόφμαν _Ντέιβιντ Τζόνσον _ Μαρκ Χάμιλ








