
Γράφει ο // Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
Η σειρά εμφάνισης των ταινιών είναι αλφαβητική, για αρκετές έχουμε αναφερθεί αναλυτικά
Άμνετ: Στην επαρχιακή Αγγλία του 1580, ο δάσκαλος λατινικών Γουίλιαμ και η δυναμική, ανεξάρτητη Άνιες ερωτεύονται, ενάντια στις αντιρρήσεις του περιβάλλοντός τους, και παντρεύονται. Ο γάμος τους, όμως, θα κλονιστεί από μια τραγική απώλεια, την οποία ο καθένας τους προσπαθεί να αντιμετωπίσει με διαφορετικό τρόπο. Ένα παθιασμένο love story, μια λυτρωτική ωδή στην αξία της τέχνης και ένα ιστορικό δράμα ευρηματικής προσέγγισης στο σαιξπηρικό έργο, με μια από τις αφοπλιστικότερες ερμηνείες των τελευταίων χρόνων.
Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας… και Άνοιξη
Ένας ηλικιωμένος μοναχός ζει σ’ ένα ερημητήριο στη μέση μιας λίμνης με ένα νεαρό μαθητευόμενό του. Η άφιξη ενός άρρωστου κοριτσιού αφυπνίζει το ερωτικό ένστικτο στον μαθητή, ο οποίος φεύγει μαζί της, για επιστρέψει ύστερα από πολλά χρόνια κυνηγημένος από το νόμο. Ταινία – ορόσημο του σύγχρονου κορεατικού σινεμά κι αυτή που έκανε διάσημο τον Κιμ Κι-ντουκ. Απόλυτα ζεν, συνδέει με εικαστική μεγαλοπρέπεια τα “ταπεινά” ανθρώπινα πάθη και την αιώνια φύση.
ΑΠΙΣΤΙΕΣ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΙΕΣ
Η παράλληλη ιστορία δυο Νεουορκέζων Εβραίων που έχουν προβλήματα με τις συζύγους και τις ερωμένες τους κι επιλέγουν διαφορετικές λύσεις. Μέχρι τώρα είχαμε τον κωμικό Γούντι και το σοβαρό Άλεν, κι έμοιαζε η μια προσωπικότητα να καταπιέζει την άλλη, ενώ στο “Απιστίες και αμαρτίες” οι δυο αυτές προσωπικότητες συνυπάρχουν δημιουργικά και ωθούν το σκηνοθέτη – σεναριογράφο- ερμηνευτή να κάνει μια από τις καλύτερες ταινίες των τελευταίων ετών.
Αποστροφή
Όταν η Έλεν φεύγει με τον εραστή της για γουικέντ, η μικρότερη αδελφή της Κάρολ, η οποία πάσχει από αγοραφοβία και τρέφει έναν ψυχοπαθολογικό τρόμο για το σεξ, κλειδώνεται στο διαμέρισμά της κι αφήνεται να κυριευτεί από νοσηρές φαντασιώσεις. Ρεσιτάλ κλειστοφοβικής σκηνοθεσίας (Αργυρή Άρκτος στο Βερολίνο) και μια σοκαριστικά μοντέρνα ματιά στον αστικό τρόμο, ο οποίος ξεπηδά από ένα ψυχοπαθολογικό και ταυτόχρονα κοινωνικό υπόβαθρο.
Βαμπίρ
Ένας ταξιδιώτης καταφθάνει στο πανδοχείο ενός χωριού και γίνεται μάρτυρας της επίθεσης ενός βαμπίρ σε μια νεαρή γυναίκα. Από τις πρώτες ταινίες πάνω στον βαμπιρικό μύθο, σκηνοθετημένη σαν ένας ζωντανός εφιάλτης. Σουρεαλιστικές εικόνες, κατάδυση σε έναν απόλυτα απειλητικό κόσμο και μια ονειρική, αφηγηματικά πρωτοποριακή κινηματογραφική εμπειρία.
Βουγονία
Φανατικός συνωμοσιολόγος, ο Τέντι απάγει, με τη βοήθεια του διανοητικά ανάπηρου ξαδέλφου του, τη διευθύνουσα σύμβουλο ενός φαρμακευτικού κολοσσού, πιστεύοντας πως είναι στην πραγματικότητα εξωγήινη και έχει σκοπό να εξοντώσει την ανθρώπινη φυλή. Μια διασκεδαστικότατη και θεόπικρη sci-fi σάτιρα της ανθρώπινης αυτοκαταστροφής, η οποία διασκευάζει ευρηματικά και με το γνωστό, off beat λανθιμικό χιούμορ μια παλαβή κορεάτικη κωμωδία.
Γερτρούδη
Η Γερτρούδη είναι μια πρώην τραγουδίστρια της όπερας, η οποία θυσίασε την καριέρα της για να παντρευτεί έναν εύπορο δικηγόρο. Τον εγκαταλείπει για έναν νεαρό συνθέτη, ο οποίος όμως της αποκαλύπτει πως έχει δεσμό με μιαν άλλη γυναίκα. Εκείνη τότε φεύγει για το Παρίσι, επιλέγοντας τη μοναξιά από τη δέσμευση σε άλλη μία εξουσιαστική σχέση. Βαθιά φεμινιστικό, το κύκνειο άσμα του Ντράγιερ είναι ένα υπόδειγμα κινηματογραφικής αφαίρεσης και μια πικρή ματιά στην αντιπαράθεση ανθρώπινων επιθυμιών και κοινωνικών επιταγών.
Οι Γέφυρες του Μάντισον
Το καλοκαίρι του 1965 κι ενώ η οικογένειά της απουσιάζει, μια επαρχιώτισσα νοικοκυρά γνωρίζει ένα γοητευτικό φωτογράφο που έχει έρθει για τέσσερις μέρες στα μέρη τους, θέλοντας να φωτογραφίσει τις γέφυρες του Μάντισον. Μια από τις πιο συγκινητικές ερωτικές ιστορίες του σύγχρονου Χόλιγουντ, υπόδειγμα σεναριακής ευαισθησίας (διασκευή ενός λογοτεχνικού μπεστ σέλερ), σκηνοθετικής οικονομίας και ερμηνευτικής μεγαλοπρέπειας.
Είμαι η Κούβα_ Soy Cuba
Τέσσερις ιστορίες από την εξαθλιωμένη Κούβα του δικτάτορα Μπατίστα λίγο πριν από την επανάσταση. Ένα εγχείρημα μετατρέπεται σε επικό κινηματογραφικό ποίημα, αντάξιο των ταινιών του Τζον Φορντ και του Αϊζενστάιν. Απαράμιλλη σκηνοθετική σύνθεση, συγκίνηση και επαναστατικός οίστρος, σ’ ένα χαμένο για χρόνια κομψοτέχνημα του σύγχρονου σινεμά. Ειλικρινά δεν ξέρω από πού να αρχίσω! Να αρχίσω από τις αναμνήσεις; Τότε που η ταινία παίχτηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και οι αστυνομικοί σημείωναν τους θεατές που έμπαιναν στον κινηματογράφο (αρχές τις δεκαετίας του ’60); Να αρχίσω από τον σοβιετικό κινηματογράφο, ο οποίος άλλαξε τα μέχρι τότε παγκόσμια «δεδομένα», φέρνοντας στο προσκήνιο τον άνθρωπο (θετικό ήρωα); Να αρχίσω από τον διδακτικό ρόλο της τέχνης; Από την καταπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία; Από τα γεμάτα ουσία πλάνα, -πίνακες ζωγραφικής; Να αρχίσω από τον συκοφαντημένο σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Από το θαυμάσιο διαλεκτικό και ποιητικό σενάριο του Ενρίκε Πινέδα Μπάρνετ και του ποιητή Γεβγένι Γεβτουσένκο;
Ειλικρινά δεν ξέρω από πού να αρχίσω! Έχω καιρό, χρόνια σωστότερα, να νιώσω τέτοια έξαψη από κινηματογραφική ταινία. Και δεν έχει να κάνει μόνο με το περιεχόμενο. Με την Κούβα. Με τα συναισθήματά μου για το Νησί της Επανάστασης. Με έχει κυριέψει η διαλεκτική σκέψη της ταινίας. Η ανάλυσή της ότι, τελικά, η επανάσταση είναι νομοτέλεια! Η λογική της ότι τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς να χυθούν ποτάμια ανθρώπινου αίματος. Οτι, τελικά, και οι διστακτικοί θα αναγκαστούν από τα πράγματα να βγούνε στο βουνό!
Ας ηρεμήσουμε, όμως, για να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά! Είχαν περάσει μόλις τρία χρόνια από το 1959 που η ανθρωπότητα έτριβε τα μάτια της, όταν είδε πως μια χούφτα άνθρωποι ανέτρεψαν τις προκαταλήψεις και την ηττοπάθεια και οργάνωσαν και έφεραν σε πέρας μια σοσιαλιστική επανάσταση, λίγα μόλις ναυτικά μίλια από το διαρκώς ανοιγμένο και αγριεμένο στόμα του λύκου, τις ΗΠΑ. Το επίτευγμα των Κουβανών επαναστατών έφερε ελπίδες και αναστάτωση σε ολόκληρη την αγωνιζόμενη ανθρωπότητα. Ενέπνευσε αγώνες και κινήματα. Ενέπνευσε και την τέχνη και τους καλλιτέχνες!
Ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που η κουβανέζικη επανάσταση τον αναστάτωσε ήταν, το δίχως άλλο, ο φρεσκο-βραβευμένος με τον «Χρυσό Φοίνικα» του φεστιβάλ των Καννών για την εξαιρετική ταινία του «Οταν Περνούν οι Γερανοί» (1958), Σοβιετικός σκηνοθέτης Μιχαήλ Καλατόζοφ. Κοντά του έτρεξε και ο επίσης θαυμάσιος (στην πρώτη περίοδό του) Σοβιετικός ποιητής Γεβγένι Γεβτουσένκο. Οι δυο τους, ακουμπώντας στην αλληλεγγύη του σοβιετικού κράτους στην κουβανέζικη επανάσταση, αποφάσισαν να καταγράψουν το μοναδικό αυτό λαϊκό ξεσήκωμα σε κινηματογραφικό έργο. Στη διάρκεια που βρίσκονταν στα σκαριά για τη δημιουργία της ταινίας δήλωσαν συμμετοχή (σαν παραγωγοί) δυο μεγάλοι – νεαροί τότε – αμερικανοί κινηματογραφιστές, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα και ο Μάρτιν Σκορτσέζε. Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα «δανείστηκε» μέρος της αισθητικής της ταινίας για τη δική του εξαιρετική, επίσης, ταινία «Αποκάλυψη Τώρα». Εχουν σημασία όλα τα παραπάνω, γιατί αποδεικνύουν την απήχηση που είχε η κουβανέζικη επανάσταση στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Μια απήχηση που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Ο Μιχαήλ Καλατόζοφ στάθηκε (στον τομέα του) ισάξιος των ιστορικών περιστάσεων. Αφησε παρακαταθήκη στην ανθρωπότητα ένα μεγάλο κινηματογραφικό έργο. Ενα καλλιτεχνικό έργο μεγάλης πνοής! Το φιλμ «Είμαι η Κούβα» περιγράφει, μέσα από τέσσερις «προσωπικές» ιστορίες, με μοναδικές καλαίσθητες και άκρως κατανοητές εικόνες, τα χρόνια πριν την επανάσταση και τα χρόνια της επανάστασης. Ο θεατής μέσα από αυτές τις τέσσερις ιστορίες θα μάθει για το νησί, για την ιστορία του, για τη σημερινή (τότε) πολιτικοοικονομική κατάσταση, για την καταπίεση, για το ξεσήκωμα και, τέλος, για τη νίκη του κουβανέζικου λαού απέναντι στους ντόπιους και ξένους καταπιεστές (καπιταλιστές).
Ο κινηματογράφος και άλλες φορές έχει ταχτεί στο πλευρό του λαού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, φτάνει στην απόλυτη, σχεδόν, αρμονία. Οσο έκθαμβος μένει ο θεατής από το περιεχόμενο, ένας καταπιεσμένος λαός ξεσηκώνεται και νικάει, άλλο τόσο έκθαμβος μένει και από τη φόρμα της ταινίας. Η ομορφιά της σού φέρνει κόμπο στο λαιμό, σε ενεργοποιεί, σε ψηλώνει! Δεν είναι τυχαίο πως η ταινία, μαζί με άλλες σοβιετικές ταινίες εκείνης της εποχής, επηρέασαν σκηνοθέτες από όλα τα μέρη της Γης. Και εγώ προσωπικά με τον Νίκο Τζήμα συν-συνέγραψα το σενάριο «Ο Τάφος των Εραστών» (σκηνοθεσία – παραγωγή Νίκος Τζήμας) έχοντας στο μυαλό μας εικόνες και πλάνα του σοβιετικού κινηματογράφου. Θα συστήσω στον θεατή, θα τον παρακαλέσω σωστότερα, να πάει στην ταινία, που πρέπει οπωσδήποτε να πάει φορώντας τα καλά του! Πρέπει να είναι καθαρός από τη μόλυνση που έχει εισχωρήσει στο νου του και στις φλέβες του. Πρέπει να είναι «αγνός», για να μπορέσει να ακουμπήσει την ομορφιά των εικόνων. Κάθε πλάνο της ταινίας δείχνει το σεβασμό του δημιουργού απέναντι στο θεατή του. Τίποτα δεν έγινε τυχαία. Η θέση της μηχανής, η κλήση αριστερά ή δεξιά του κάδρου, το ύψος της μηχανής σε σχέση με τους ανθρώπους και τα αντικείμενα, το περιεχόμενο του κάδρου, τα σύννεφα του ουρανού, τα τοπία και οι χώροι, οι ήχοι και οι μουσικές και πάνω απ’ όλα τα πρόσωπα, αυτές οι μοναδικές κουβανέζικες «αγιογραφίες», όμοιες με αυτές του Ρουμπλιόφ, συνθέτουν μια μοναδική καλλιτεχνική εμπειρία. Ενα πράγμα θα σας πω, για να καταλήξω. Θα αδικήσετε τον εαυτό σας αν δε δείτε την ταινία. Οποιος δε δει την ταινία «Είμαι η Κούβα», τελικά, αυτοτιμωρείται! Παίζουν: Λουθ Μαρία Κογιάθο, Χοσέ Γκαγιάρντο, Σέρτζιο Κοριέρι, Σαλβαντόρ Γουντ, Ραούλ Γκαρσία, κ.ά.
Ένα Απλό Ατύχημα
Ο υπάλληλος ενός συνεργείου αναγνωρίζει στη φωνή ενός πελάτη τον σαδιστή ανακριτή του, όταν εκείνος ήταν πολιτικός κρατούμενος. Τον απάγει με πρόθεση να τον σκοτώσει, αλλά αρχίζει να αμφιβάλλει και επιχειρεί να βρει μάρτυρες για να ανακαλύψει την αλήθεια. Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες για ένα ρεαλιστικό, σφιχτοδεμένο πολιτικό θρίλερ το οποίο, παρά τους (μελο)δραματικούς περιορισμούς του, διαθέτει υποδόριο χιούμορ και μερικές ευρηματικές αφηγηματικές ιδέες.
Εξολοθρευτής Άγγελος
Οι καλεσμένοι σε ένα δείπνο της υψηλής αριστοκρατίας νιώθουν ξαφνικά ότι δεν μπορούν να φύγουν από την τραπεζαρία, παρότι η πόρτα είναι ορθάνοιχτη. Το φαινόμενο προσελκύει την προσοχή των αρχών και των περίοικων, κανείς όμως απέξω δεν τολμά να δρασκελίσει την πόρτα ή να επικοινωνήσει με τους έγκλειστους. Στηριγμένος σε μια ευφυώς “παράλογη” σεναριακή ιδέα, ο Λουίς Μπουνιουέλ υπογράφει μια απολαυστική μαύρη σάτιρα και την αυθεντικότερα σουρεαλιστική ταινία της ύστερης περιόδου του.
Επικίνδυνες Σχέσεις
Η διεφθαρμένη μαρκησία ντε Μερτέιγ δέχεται να κάνει έρωτα με τον ερωτύλο υποκόμη Βαλμόν, μόνο αν διαφθείρει μια παρθένα. Ο Βαλμόν, θεωρώντας το στοίχημα εύκολο βάζει στο παιχνίδι μια πουριτανή παντρεμμένη κυρία, που όμως θα την ερωτευθεί καταστροφικά. Αριστουργηματική, η καλύτερη σίγουρα, κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου επιστολικού βιβλίου του Λακλό. Όλη η ταινία είναι μια μακιαβελική μηχανορραφία με επίκεντρο το σεξ, ιδωμένο όμως σαν γοητεία, σπορ, επίδειξη και όχι ως ερωτική απόλαυση. Ο Φρίαρς τονίζει τον ψεύτικο χαρακτήρα αυτού του παιχνιδιού, υπογραμμίζοντας τη θεατρικότητα ενός κώδικα συμπεριφοράς.

Ο Ήχος Της Πτώσης |
Sound of Falling In die Sonne schauen
Από τη δεκαετία του 1910 έως τις αρχές του 21ου αιώνα, τέσσερα νεαρά κορίτσια μεγαλώνουν σε ένα αγρόκτημα στην ύπαιθρο του Βρανδεμβούργου. Πλήθος φεστιβαλικών και ακαδημαϊκών διακρίσεων για ένα στιλιζαρισμένο δράμα εποχής. Χωρίς γραμμική αφήγηση και συμπαγή πλοκή, συγκολλά “επεισόδια” με μια ατμοσφαιρική, μα αποτελεσματική λογική και ζωντανεύει μια ψυχαναλυτική αλληγορία γυναικείας ενηλικίωσης και αναζήτησης ταυτότητας.
Η ταινία είναι δομημένη μη γραμμικά, μεταβαλλόμενη μεταξύ τεσσάρων διαφορετικών χρονικών περιόδων, αλλά όλες διαδραματίζονται στο ίδιο αγρόκτημα, όπου χειρονομίες, συζητήσεις και καταστάσεις επαναλαμβάνονται με την πάροδο του χρόνου.
Δεκαετία του 1910 (Άλμα)
Η Άλμα, 7 ετών, μεγαλώνει σε ένα αγροτικό σπίτι με τα πολλά αδέρφια της. Παράλληλα με την καθημερινή εργασία και τις κοινοτικές συγκεντρώσεις, ο θάνατος είναι μια επαναλαμβανόμενη παρουσία. Το κοριτσάκι παρακολουθεί τις προετοιμασίες ταφής μετά τον θάνατο ενός νεαρού αγοριού ονόματι Έρβιν, και ξανά όταν η προγιαγιά της Φρίντα πεθαίνει. Στο εσωτερικό, το σπίτι εκθέτει κορνιζαρισμένες φωτογραφίες νεκρών συγγενών, συμπεριλαμβανομένου ενός νεκρού παιδιού που ονομάζεται επίσης Άλμα. Η Άλμα παίρνει ένα μαύρο φόρεμα που κάποτε ανήκε σε αυτό το παιδί, και μιμείται την πόζα από τη φωτογραφία.
Ο μεγαλύτερος αδελφός της, Φριτς, χάνει το ένα πόδι από ένα φερόμενο εργατικό ατύχημα, αλλά η Άλμα θυμάται ότι οι γονείς της προκάλεσαν σκόπιμα τον τραυματισμό στον αχυρώνα, σπρώχνοντας τον Φριτς από το αλώνι, ώστε να θεωρηθεί ακατάλληλος για στρατιωτική θητεία. Ο Φριτς είναι καθηλωμένος στο κρεβάτι, με έντονους πόνους, και φροντίζεται στενά από τη νεαρή υπηρέτρια Τρούντι, η οποία φροντίζει επίσης τη μητέρα τους Έμμα όταν η υγεία της επιδεινώνεται χωρίς ιατρική εξήγηση. Η Άλμα γίνεται μάρτυρας αγενούς συμπεριφοράς μεθυσμένων εργατών του αγροκτήματος, συμπεριλαμβανομένης της αρπαγής της Τρούντι, και γίνεται ολοένα και πιο ευαισθητοποιημένη στη μυστικότητα και τη σιωπή των ενηλίκων.
Η Άλμα βιώνει στιγμές απομόνωσης, όπως στιγμές που μένει απαρατήρητη κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού και αρρωσταίνει με πυρετό. Παρατηρεί κρυφά τους γονείς της να κανονίζουν να σταλεί η αδερφή της Λία για να εργαστεί ως υπηρέτρια για έναν ξένο. Λίγο αργότερα, το σώμα της Λία επιστρέφεται στο αγρόκτημα και η οικογένεια σκηνοθετεί τη φωτογραφία της μετά θάνατον, παρουσιάζοντας τον θάνατό της ως ένα ακόμη “εργατικό ατύχημα”. Η Άλμα μένει μόνο με εικόνες της αδερφής της.
1940 (Έρικα)
Οι έφηβες αδερφές Έρικα και Ιρμ ζουν στο ίδιο αγρόκτημα. Ο θείος τους Φριτς, τώρα στα 40 του, παραμένει κλινήρης με ακρωτηριασμένο πόδι, ενώ ο μεγαλύτερος αδερφός της Έρικα επιβλέπει τις αγροτικές εργασίες. Αυτή προσποιείται ότι είναι σωματικά ανάπηρη δένοντας το πόδι της και χρησιμοποιώντας πατερίτσες και γλιστράει στο δωμάτιο του Φριτς για να τον παρατηρήσει σιωπηλά. Μετά από μια επίσκεψη κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο αδερφός της αντιδρά βίαια αγνοώντας την, ενώ η Έρικα απαντά με ένα προκλητικό χαμόγελο. Μετά από μια ξεχωριστή επίσκεψη κατά τη διάρκεια της νύχτας, η Έρικα γλιστράει ξανά στο κρεβάτι δίπλα στην Ιρμ και αποφεύγει να εξηγήσει την απουσία της.
Βλέπουμε επίσης για λίγο την Έρικα στο λυκόφως καθώς ενώνεται με μια ομάδα νεαρών γυναικών, μερικές με παιδιά, οι οποίες περπατούν αργά ντυμένες στο ποτάμι, κοιτάζοντας προς τα έξω καθώς το νερό ανεβαίνει γύρω τους.

Δεκαετία 1980 (Αντζελίκα)
Η Ιρμ ζει τώρα στο αγρόκτημα με τον σύζυγό της Άλμπατ και την έφηβη κόρη της Αντζέλικα, μαζί με τον αδερφό της Ούβε και τον έφηβο γιο του Ράινερ. Η Αντζέλικα παρατηρεί τις ταπεινώσεις της Ιρμ κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων του χωριού, συμπεριλαμβανομένης μιας φάρσας με το αυτοκίνητο για τα γενέθλιά της και ενός παιχνιδιού για το πάρτι με το ψάρεμα χελιών, το οποίο η Ιρμ απορρίπτει.
Η Αντζέλικα επιδίδεται σε προκλητική και τεταμένη συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένων σωματικών προκλήσεων, τραβώντας την προσοχή από τους άνδρες και φλερτ με τον ξάδερφό της Ράινερ και τον θείο της Ούβε. Ένα βράδυ, η Αντζέλικα επιστρέφει στο σπίτι μεθυσμένη και ο Ράινερ τη βλέπει γυμνή. Ξαπλώνουν για λίγο μαζί πριν ο Ράινερ την κατηγορήσει θυμωμένα ότι κοιμήθηκε με τον πατέρα του και την αφήσει μόνη της.
Η Αντζέλικα δοκιμάζει την ασφάλειά της, βοηθώντας τον πατέρα της με μια θεριζοαλωνιστική μηχανή και κολυμπώντας σε μια επικίνδυνη όχθη ποταμού μπροστά στη μητέρα της. Η Αντζέλικα αφηγείται πώς η μητέρα της Ιρμ απέτυχε να πνιγεί όπως έκανε η θεία της Έρικα μετά τον πόλεμο. Σε μια συγκέντρωση στον κήπο, η Αντζέλικα παρασύρεται, παίζει με την αντίληψη βγάζοντας τα γυαλιά της και στέκεται ανάποδα και προκαλεί τον Ράινερ με φωτιά στον αχυρώνα. Κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής φωτογραφίας, η Αντζέλικα εμφανίζεται μόνο ως θολή φιγούρα στην Polaroid. Δεν την ξαναβλέπουμε.
Δεκαετία 2020 (Λένκα)
Η Κρίστα, η κόρη της Αντζέλικα, ανακαινίζει το αγρόκτημα με τον σύζυγό της Χάνες και τις κόρες τους Λένκα (12) και Νέλι (5). Η οικογενειακή ζωή επικεντρώνεται σε κοινά γεύματα, εξόδους στο ποτάμι, νυχτερινή άνεση και παιχνίδι. Η Λένκα γίνεται φίλη με την Κάγια, μια μεγαλύτερη σε ηλικία κοπέλα από το χωριό, γεμάτη αυτοπεποίθηση, της οποίας η μητέρα πέθανε πρόσφατα. Η Κάγια κανονίζει μια κοινωνική εκδήλωση, για παιδιά (sleepover) στο αγρόκτημα, όπου η Κρίστα της τραγουδάει ένα νανούρισμα. Η Λένκα αρχίζει να μιμείται στενά την Κάγια: συμμετέχει στα ριψοκίνδυνα παιχνίδια της, αντιγράφει τις επιλογές της στο παγωτό και υιοθετεί τη γεμάτη αυτοπεποίθηση στάση της.
Κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού κρυφτού, η Νέλι σκαρφαλώνει στο αλώνι του αχυρώνα, ανοίγει τα χέρια της, πηδάει στο κενό και τη βλέπουν να κείτεται ακίνητη στο άχυρο _τίτλοι τέλους

Οι συν-σεναριογράφοι Mascha Schilinski και Louise Peter εμπνεύστηκαν την ταινία αφού πέρασαν ένα καλοκαίρι σε ένα αγρόκτημα στο Altmark. Αφού είδαν μια φωτογραφία τριών γυναικών από το 1920, άρχισαν να φαντάζονται πώς ήταν η ζωή των γυναικών.
“Καθώς περνούσαμε από τα δωμάτια του αγροτόσπιτου, μπορούσαμε να νιώσουμε τους αιώνες. Αυτό μου έφερε στο μυαλό ένα ερώτημα που είχα από την παιδική μου ηλικία. Τι συνέβη ανάμεσα σε αυτούς τους τοίχους στο παρελθόν; Ποιος έχει καθίσει ακριβώς στο σημείο που κάθομαι τώρα; Ποιες μοίρες διαδραματίστηκαν εδώ; Τι βίωσαν και ένιωσαν οι άνθρωποι που έζησαν εδώ”; — Mascha Schilinski
Το σενάριο αναπτύχθηκε σε διάστημα τριών ετών με τον προσωρινό τίτλο Der Arzt sagt, mir wird es gut gehen, aber ich bin traurig (ο γιατρός λέει ότι θα είμαι καλά, αλλά νιώθω μελαγχολική) Πάνω από 1.400 κορίτσια πέρασαν από οντισιόν για τους τέσσερις κύριους χαρακτήρες.
Στον ιστότοπο Rotten Tomatoes, μέση βαθμολογία 8,0/10, ενώ το Metacritic, το οποίο χρησιμοποιεί σταθμισμένο μέσο όρο, απέδωσε στην ταινία βαθμολογία 91|100, βασισμένη σε 13 κριτικούς, υποδεικνύοντας “καθολική αναγνώριση”.

- Το Variety χαρακτήρισε την ταινία “εξαιρετική” και “εκπληκτικά ισορροπημένη και φιλόδοξη”. Επαίνεσε τη συγγραφέα-σκηνοθέτη Mascha Schilinski και τη συν-σεναριογράφο Louise Peter για την κατασκευή μιας περίπλοκης ιστορίας γυναικείας φύσης μέσα από το πρίσμα των τεσσάρων κύριων χαρακτήρων, σημειώνοντας ότι “κανένα λεπτό σημείο δεξιοτεχνίας, ερμηνείας ή ποιητικής απόχρωσης δεν βιάστηκε ή παραμελήθηκε”. Επαίνεσε επίσης τη σκηνοθεσία Schilinski και την κινηματογράφηση Fabian Gamper.
- Το Deadline την αποκάλεσε “εξαιρετική” και “ένα masterclass αιθέριας, ανησυχητικής λαμπρότητας”. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι “ο κινηματογράφος είναι πολύ μικρή λέξη για αυτό που επιτυγχάνει αυτό το εκτεταμένο αλλά και οικείο έπος στην αιθέρια, ανησυχητική του λαμπρότητα. Ξεχάστε τις Κάννες, ξεχάστε το Διαγωνιστικό, ξεχάστε ακόμη και ολόκληρο τον χρόνο – είναι μια ταινία όλων των εποχών”.
- Το IndieWire έδωσε στην ταινία βαθμό Α− και έγραψε: “Τόσο τρυφερά σε επαφή με τα κοινά αλλά ανείπωτα τραύματα που βιώνουν το καστ των νεαρών γυναικών της, η Schilinski εξορύσσει τεράστια θλίψη από την μυστική ποιητική της παιδικής ηλικίας. Χρησιμοποιεί ως όπλο την ικανότητα του κινηματογράφου να έχει πρόσβαση στα βαθύτερα εσωτερικά του ανθρώπινου συναισθήματος και στροβιλίζει τους χαρακτήρες της με τρόπο που τους βασανίζει για την υποκειμενικότητά τους”.
- O The Hollywood Reporter επαίνεσε τη μοναδική μέθοδο αφήγησης της ταινίας και έγραψε: “Το Sound of Falling είναι μια κινηματογραφική παραγωγή τέχνης με κεφαλαίο Α που θα προσελκύσει καλύτερα το υπομονετικό κοινό. Θα ανταμειφθεί από ένα έργο που μας υπενθυμίζει πώς ο κινηματογράφος μπορεί ακόμα να επανεφεύρει τον εαυτό του, αρκεί να υπάρχουν σκηνοθέτες όπως η Mascha Schilinski αρκετά τολμηροί για να προσπαθήσουν.”
- Το Vulture αποκάλεσε την ταινία ένα “εκπληκτικό έργο, που συνδυάζει τις ζωές τεσσάρων γενεών οικογενειών με μια πολυπλοκότητα και οικειότητα που μοιάζει με μια πράξη ψυχικής μετάδοσης”, ενώ η
- Screen Daily “έργο συναρπαστικής φιλοδοξίας” που “ανακηρύσσει την Schilinski ως ένα σημαντικό ταλέντο”, την ίδια ώρα που ο The Guardian βαθμολόγησε την ταινία με τέσσερα στα πέντε αστέρια, σημειώνοντας ότι ήταν “γεμάτη φόβο και θλίψη”.
Εξαίρεση το Collider που έδωσε στην ταινία βαθμολογία 5 στα 10 και την αποκάλεσε “κούφια, ομφαλοσκοπική με εξωραϊσμό της γυναικείας αυτοκτονίας, της αιμομιξίας, της σεξουαλικής επίθεσης” καθώς και “μια επιτηδευμένη ρομαντικοποίηση των δυσκολιών που περνούν οι γυναίκες αντί για μια εις βάθος ανάλυση του πώς τα συστήματα και οι οικογένειες μπορούν να κάθονται άπραγες και να επιτρέπουν σε τέτοιο τραύμα και πόνο να στοιχίζουν ζωές γυναικών”. Επέκρινε την υπανάπτυξη των χαρακτήρων και έγραψε ότι “η ταινία είναι υπερβολικά ζοφερή σε σημείο που δίνει την αίσθηση εκμετάλλευσης”. Παρά ταύτα, επαίνεσε τη σκηνοθεσία, την κινηματογράφηση και τον ηχητικό σχεδιασμό της ταινίας.
Το Θεώρημα
Ένας επισκέπτης στο σπίτι ενός βιομηχάνου γίνεται αντικείμενο του πόθου για όλα τα μέλη της οικογένειας. Ένας απόλυτα μοντέρνος, στέρεος σε ύφος και πολλαπλά αλληγορικός Παζολίνι βάζει δυναμίτη στα θεμέλια της αστικής ηθικής με μια φροϊδική παραβολή, η οποία “διαβάζεται” τόσο μαρξιστικά όσο και χριστιανικά, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ένα πικρό υπαρξιακό θρίλερ. Η σαγηνευτική παρουσία του Τέρενς Σταμπ και η ατμοσφαιρική, ανησυχητική μουσική του Ένιο Μορικόνε ενισχύουν το απειλητικό κλίμα του φιλμ, ένα από τα αδιαφιλονίκητα αριστουργήματα της παζολινικής φιλμογραφίας. Διαβάστε περισσότερα εδώ.
Ο Θρύλος του Κάστρου Σουράμι
Ο ηγεμόνας του βασιλείου του Σουράμι χτίζει ένα κάστρο, αλλά εκείνο δεν στεριώνει. Απευθύνεται στην τοπική μάντισσα, η οποία αποκαλύπτει πως για να σταθεί όρθιο απαιτείται ανθρώπινη θυσία. Ο μύθος του γεφυριού της Άρτας ντύνεται με γεωργιανό φολκλόρ, σε ένα οπτικό ποίημα το οποίο καταργεί τη γραμμική χρονικότητα και κάθε είδους ορθολογική δομή κι ακαδημαϊκή αφήγηση. Διαβάστε περισσότερα εδώ.
Η Θυσία
Ένας αποσυρμένος δημοσιογράφος και φιλόσοφος γιορτάζει τα γενέθλιά του με φίλους, όταν γίνεται γνωστό ότι ξεσπά πυρηνικός πόλεμος. Το κύκνειο άσμα του Ταρκόσφκι είναι ένα βραδυφλεγές ζοφερό ρέκβιεμ, ένα ποίημα εκστατικής καλλιέπειας και υπερβατικών ιδιοτήτων, όπου η ειλικρινής πνευματικότητα σμίγει με την καθηλωτική δύναμη του υπαρξιακού τρόμου.
Αντρέι Ταρκόφσκι από τον “οδοστρωτήρα και το βιολί” – 1961 στο κύκνειο άσμα του
Μέρες Οργής
Στις αρχές του 17ου αιώνα, η νεαρή Αν, που είναι παντρεμένη με έναν μεγαλύτερο σε ηλικία πάστορα, ερωτεύεται το γιο του από προηγούμενο γάμο. Όταν ο άντρας της πεθαίνει, η πεθερά της, η οποία δεν την ενέκρινε ποτέ ως νύφη, την κατηγορεί για μαγεία. Ένα αυστηρό, αψεγάδιαστης αισθητικής δράμα με εκπληκτικά κάδρα που παραπέμπουν στη φλαμανδική ζωγραφική, από τις πλέον ορθογραφημένες και περίτεχνα δομημένες φιλμικές κατασκευές στην κινηματογραφική ιστορία.
Μια Μάχη Μετά την Άλλη
Πρώην μέλος ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης, ο Μπομπ ζει πλέον με ψεύτικη ταυτότητα, μεγαλώνοντας μόνος του την έφηβη κόρη του. Αλλά το παρελθόν του, με τη μορφή του μιλιταριστή συνταγματάρχη Λόκτζο, θα επιστρέψει με απειλητικές διαθέσεις. Μαύρη κωμωδία η οποία ανακατεύει κινηματογραφικά είδη και στιλ, ακτινογραφώντας με κοενικό σαρκασμό μια Αμερική ανάμεσα στη φάρσα, την παράνοια, την ψευδαίσθηση και την εμφύλια αλληλοεξόντωση.
Ο Μυστικός Πράκτορας
Στην υπό δικτατορικό καθεστώς Βραζιλία του 1977, ο Μαρτσέλο, ένας άντρας με μυστηριώδες παρελθόν, επιστρέφει στο Ρεσίφε. Βρίσκει κατάλυμα σε μια πολυκατοικία που φιλοξενεί αντιφρονούντες, χωρίς να ξέρει ότι έχει γίνει στόχος μισθωμένων δολοφόνων. Τέσσερις οσκαρικές υποψηφιότητες και τρία βραβεία στις Κάννες για ένα στέρεο, αγωνιώδες θρίλερ με ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές αναφορές, έντονη σινεφιλική διάθεση, εύστοχες αλληγορικές λεπτομέρειες και συναρπαστική εξέλιξη.
Το Πάθος της Ζαν Ντ Αρκ
Το 1431, η Ζαν ντ’ Αρκ δικάζεται με την κατηγορία της αίρεσης, εκείνη όμως επιμένει πως βλέπει ιερά οράματα. Κολοφώνας του βωβού σινεμά, στον οποίο ο Ντράγερ εγκαθιδρύει μια πρωτοποριακή “κινηματογραφική γλώσσα των αισθημάτων”, ενώ η Φαλκονέτι δίνει τη για πολλούς κορυφαία γυναικεία ερμηνεία στην ιστορία του σινεμά.
Σπασμένη Φλέβα
Ο Θωμάς Αλεξόπουλος είναι ένας επιχειρηματίας πνιγμένος στα χρέη, ο οποίος βλέπει τα περιθώρια γύρω του να στενεύουν. Στριμωγμένος απειλητικά από έναν τοκογλύφο, έχει διορία λίγων ημερών για να σώσει το σπίτι του. Σε ένα σκληρό δράμα που αποκτά διαστάσεις μοντέρνας τραγωδίας, ο γνωστός οικονομιδικός εξπρεσιονισμός “μαλακώνει”, αλλά η αφηγηματική δύναμη παραμένει σαρωτική και η πολιτικοκοινωνική ματιά γίνεται οξυδερκέστερη και διεισδυτικότερη.
Συναισθηματική Αξία
Η Νόρα είναι μια ανερχόμενη θεατρική και τηλεοπτική ηθοποιός, η οποία αρνείται πεισματικά την απροσδόκητη πρόταση του αποξενωμένου πατέρα της, καταξιωμένου κινηματογραφικού σκηνοθέτη, να πρωταγωνιστήσει στην επόμενη ταινία του. Η τεταμένη σχέση τους, όμως, θα περιπλακεί όταν σ’ αυτή μπλεχτούν η μικρή αδελφή της και η Αμερικάνα σταρ που παίρνει τελικά το ρόλο. Ο Ίψεν, ο Στρίντμπεργκ και ο Μπέργκμαν καθοδηγούν μια συναισθηματικά συναρπαστική και σεναριακά περίτεχνη μελέτη των οικογενειακών δεσμών, αλλά και της σχέσης ζωής και τέχνης, η οποία απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών.
Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ
Μια ομάδα υπαλλήλων της Ερυθράς Ημισελήνου προσπαθεί να συντονίσει τον απεγκλωβισμό ενός εξάχρονου κοριτσιού μέσα από ένα αυτοκίνητο στη Γάζα, καθηλωμένο από τα ισραηλινά πυρά. Αργυρό Λιοντάρι στη Βενετία για μια συγκινητική αντιπολεμική καταγγελία με συναρπαστική εξέλιξη και καταιγιστικό ρυθμό. Υποδειγματική μείξη ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, η οποία αποφεύγει την παγίδα του εκβιαστικού μελοδράματος –σχεδόν– ολοκληρωτικά.
Το Χαμίνι
Ενας φτωχός τζαμτζής βρίσκει ένα έκθετο μωρό, τ’ οποίο προσπαθεί αρχικά να ξεφορτωθεί, αλλά στη συνέχεια αποφασίζει να το κρατήσει. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τσάπλιν. Στο ίδιο πρόγραμμα προβάλλεται και η μικρού μήκους “Σκυλίσια ζωή”, παραγωγής του 1918. Μνήμες από Ντίκενς σε μία σχεδόν αυτοβιογραφική ταινία του Τσάπλιν, με τον Τζάκι Κούγκαν να κλέβει την παράσταση ως πρώτο παιδί-θαύμα του Χόλιγουντ.
Το Χειρόγραφο της Σαραγόσα
Ένας αξιωματικός των Ναπολεόντειων πολέμων ανακαλύπτει ένα βιβλίο με τις περιπέτειες του παππού του και χάνεται σε ένα λαβύρινθο ιστοριών ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα. Αριστουργηματική διασκευή, γεμάτη πλαστικότητα, χιούμορ και περιπετειώδη διάθεση, ενός απολαυστικού συρταρωτού μυθιστορήματος (ιστορίες μέσα σε άλλες ιστορίες) του 19ου αιώνα.
Το Χρώμα του Ροδιού
Η ζωή και το έργο του Αρμένιου ποιητή και μουσικού του 18ου αιώνα Αρουθίν Σαγιαντίν, γνωστού ως Σάγιατ Νόβα. Ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα του ποιητικού σινεμά, το οποίο δημιουργεί ένα μεθυστικών αισθήσεων και συναρπαστικών συναισθημάτων κόσμο (ο αρμένικος πολιτισμός) χάρη στη δύναμη της καθαρής εικόνας.
Father Mother Sister Brother
Σε τρεις ιστορίες, οι οποίες εξελίσσονται στις βορειοανατολικές ΗΠΑ, το Δουβλίνο και το Παρίσι, αντίστοιχα, δυο αποξενωμένα αδέλφια συναντιούνται στο σπίτι των γονιών τους. Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας για ένα μινιμαλιστικό σινε-κομψοτέχνημα και μια ειρωνική, γλυκόπικρη ματιά στα μυστικά και ψέματα που συντηρούν το εύθραυστο σύγχρονο οικογενειακό οικοδόμημα.










