Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Οι μάσκες έπεσαν! Στη Θέουτα και την Μελίγια, τους ισπανικούς αποικιοκρατικούς θύλακες πάνω στο μαροκινό έδαφος, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έδειξε για ακόμη μία φορά ποια είναι η πραγματική όψη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας -και γενικότερα, της ευρωπαϊκής πολιτικής- όταν έρχεται αντιμέτωπη με μετανάστες και πρόσφυγες, οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια, τους πολέμους, τις δικτατορίες, τη λεηλασία των χωρών τους και τις συνέπειες της ιμπεριαλιστικής πολιτικής που επί δεκαετίες καταστρέφει την Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος πολιτικός που δεν δίστασε να εμφανιστεί διεθνώς ως υπερασπιστής των δικαιωμάτων του παλαιστινιακού λαού και να ασκήσει δημόσια κριτική στο Ισραήλ, επέλεξε αυτή τη φορά να μιλήσει για «επίθεση στην εδαφική ακεραιότητα της Ισπανίας», λες και χιλιάδες άοπλοι, πεινασμένοι και εξαντλημένοι πρόσφυγες αποτελούν στρατό εισβολής. Είναι ακριβώς η ίδια γλώσσα που εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί η ευρωπαϊκή ακροδεξιά και φυσικά, οι κυβερνήσεις που απαρτίζουν την Ευρωπαϊκή Ένωση για να μετατρέψουν τα θύματα σε απειλή και να νομιμοποιήσουν την κρατική βία απέναντί τους.
Σε αυτό το σημείο, ανακύπτει ένα απλό ερώτημα, το οποίο αποφεύγουν συστηματικά όσοι μιλούν για «εισβολή». Ποιος εισβάλλει σε ποιον; Οι κατατρεγμένοι που επιχειρούν να περάσουν τα συρματοπλέγματα για να σώσουν τη ζωή τους ή το ισπανικό κράτος που εξακολουθεί να διατηρεί αποικιακούς θύλακες όπως η Θέουτα και η Μελίγια σε ανεξάρτητο αφρικανικό έδαφος; Ποιος είναι τελικά ο εισβολέας όταν μια ευρωπαϊκή δύναμη εξακολουθεί να κατέχει εδάφη εκτός της ηπείρου της και τα μετατρέπει σε στρατιωτικοποιημένα φυλάκια της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Οι εικόνες των τελευταίων ημερών είναι αποκαλυπτικές καθώς εκατοντάδες άνθρωποι, τραυματισμένοι από τα βράχια και τα συρματοπλέγματα, εξαντλημένοι από την πολύμηνη διαδρομή, επιχειρούν να φτάσουν στη Θέουτα είτε από ξηρά είτε από θάλασσα. Διάφορες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για δεκάδες νεκρούς μόνο μέσα στη φετινή χρονιά, ενώ οι αφίξεις αυξάνονται κατακόρυφα, αποτυπώνοντας όχι κάποια «συνωμοσία», αλλά την απόγνωση ολόκληρων κοινωνιών που καταρρέουν. Στη συνέχεια, όσοι κατορθώνουν να φτάσουν ζωντανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν ακόμη εφιάλτη: το Κέντρο Προσωρινής Κράτησης Μεταναστών της Θέουτας που έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όριά του. Εκεί, εκατοντάδες άνθρωποι παραμένουν στοιβαγμένοι έξω από τις εγκαταστάσεις του χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής, ενώ η επίσημη απάντηση δεν είναι η οργάνωση αξιοπρεπούς υποδοχής, η παροχή στέγης, ιατρικής περίθαλψης και προστασίας, αλλά η καταστολή με την ανάπτυξη στρατιωτικών μονάδων, η ενίσχυση της Guardia Civil και η περαιτέρω θωράκιση των συνόρων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, πιστή στον πραγματικό της χαρακτήρα, δεν προσφέρει ούτε ψίχουλα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες ενώ ενισχύει παράλληλα τους μηχανισμούς καταστολής τόσο ώστε η «στήριξη» προς την Ισπανία να μεταφράζεται σε περισσότερη αστυνόμευση, περισσότερους φράχτες και πλωτά μέσα αποτροπής κι ακόμα περισσότερους ανθρώπους που θα χαθούν στη θάλασσα προτού προλάβουν να ζητήσουν άσυλο. Η Ευρώπη-φρούριο εξακολουθεί να θεωρεί φυσιολογικό να επενδύει δισεκατομμύρια στην αποτροπή και ελάχιστα στη διάσωση ανθρώπινων ζωών και την ίδια στιγμή, το μεταναστευτικό γίνεται ακόμη μία φορά πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις αστικές κυβερνήσεις, καθεμία από τις οποίες επιχειρεί να αποκομίσει πολιτικά οφέλη. Συγκεκριμένα, η ρατσιστική κυβέρνηση Μελόνι στην Ιταλία βρήκε την ευκαιρία να ανακυκλώσει τη γνωστή ξενοφοβική της ρητορική, φτάνοντας μέχρι και στην απειλή προσωρινής αναστολής της Συνθήκης Σένγκεν για την Ισπανία, ενώ κορυφαίοι Ιταλοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν τη Μαδρίτη ότι οι πολιτικές της δήθεν ενθαρρύνουν τα κυκλώματα διακίνησης. Από την άλλη πλευρά, η ισπανική κυβέρνηση απάντησε κατηγορώντας τη Ρώμη ότι εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν μια αντιπαράθεση υποκριτών, αφού καμία από τις δύο πλευρές δεν αμφισβητεί την ουσία της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής αλλά μόνο για το ποιος θα εμφανιστεί πιο αποτελεσματικός στη φύλαξη των συνόρων. Αν σάς θυμίζει κάτι όλο αυτό, ναι, έχετε δίκιο: είναι ακριβώς η ίδια αντιπαράθεση στο Αιγαίο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που η κυβέρνηση Σάντσεθ αποδεικνύει πως, όταν δοκιμάζονται τα όρια της «ανθρωπιστικής» ρητορικής της, επιλέγει τον δρόμο της κρατικής βίας. Οι εικόνες από το 2021 παραμένουν νωπές τότε που η αντιπαράθεση της Ισπανίας με το Μαρόκο, σε συνδυασμό με τους ευρύτερους ανταγωνισμούς γύρω από τη Δυτική Σαχάρα και τις ενεργειακές ισορροπίες της περιοχής, μετατράπηκε σε μια ακόμη τραγωδία για τους πρόσφυγες. Για ακόμα μία φορά, πλήθος ανθρώπων επαναπροωθήθηκαν βίαια, άλλοι βρέθηκαν στη θάλασσα και λίγο αργότερα η Μελίγια έγινε τόπος μιας από τις πιο αιματηρές σφαγές μεταναστών των τελευταίων χρόνων, με τις ισπανικές και μαροκινές αρχές να μοιράζονται τις ευθύνες για το μακελειό.
Χιλιάδες ξεριζωμένοι στην Θέουτα, τουλάχιστον 18 νεκροί!
Γι’ αυτό, τολμώ να πω, ότι είναι δύσκολο να πάρει κανείς στα σοβαρά όσους επιμένουν να παρουσιάζουν τον Σάντσεθ ως υπόδειγμα προοδευτικής πολιτικής επειδή καταδίκασε τη γενοκτονία στη Γάζα. Ας είμαστε ειλικρινείς, η αλληλεγγύη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική. Δεν μπορεί να συγκινείσαι όταν τα θύματα βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά να αντιμετωπίζεις ως «απειλή» τους ίδιους ανθρώπους όταν φτάνουν στα σύνορα της χώρας σου ζητώντας προστασία. Είναι εύκολο να υιοθετεί κανείς έναν ανθρωπιστικό λόγο όταν αυτό δεν συγκρούεται με τα συμφέροντα του κράτους και του κεφαλαίου αλλά η πραγματική δοκιμασία έρχεται όταν οι κατατρεγμένοι χτυπούν τη δική σου πόρτα όπου εκεί θα αποκαλυφθεί ποιος υπερασπίζεται τις αρχές του και ποιος επιστρέφει αμέσως στη γνώριμη γλώσσα της «ασφάλειας», της «εισβολής» και της στρατιωτικοποίησης. Το ακόμη πιο ενοχλητικό, αν όχι και αποκαρδιωτικό, είναι ότι κάθε φορά εμφανίζονται πρόθυμοι απολογητές αυτής της πολιτικής, οι οποίοι σπεύδουν να επινοήσουν κάθε λογής εξηγήσεις για να απαλλάξουν τις κυβερνήσεις από τις ευθύνες τους. Άλλοτε θα αποδώσουν την κίνηση των προσφύγων σε σκοτεινά σχέδια ξένων δυνάμεων, άλλοτε θα μιλήσουν για γεωπολιτικές προβοκάτσιες, λες και οι άνθρωποι που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους δεν έχουν πραγματικούς λόγους να το κάνουν. Έτσι όμως εξαφανίζεται από το κάδρο η ουσία: ότι ο πόλεμος, η αποικιοκρατική κληρονομιά, η καπιταλιστική λεηλασία, οι στρατιωτικές επεμβάσεις και η ακραία ανισότητα είναι εκείνες που γεννούν την προσφυγιά.
Ας το πούμε για ακόμα μια φορά, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν είναι εισβολείς αλλά ταξικά μας αδέρφια και τα πρώτα θύματα του καπιταλιστικού συστήματος που πρώτα λεηλατεί τις χώρες τους, ύστερα στηρίζει αυταρχικά καθεστώτα, οργανώνει πολεμικές επεμβάσεις όταν το απαιτούν τα συμφέροντά του και, στο τέλος, υψώνει φράχτες απέναντι στους ανθρώπους που το ίδιο ξερίζωσε. Η Θέουτα δεν είναι μια «κρίση συνόρων» αλλά ο φριχτός καθρέφτης της βαρβαρότητας του σύγχρονου καπιταλισμού, του ευρωπαϊκού ρατσισμού και της αποικιοκρατικής υποκρισίας. Και όσο οι κυβερνήσεις θα συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους μετανάστες ως πολεμική απειλή και όχι ως ανθρώπους, τόσο η Μεσόγειος θα εξακολουθεί να γράφει καθημερινά το πιο μαύρο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας και τόσο θα δίνει ευκαιρίες στην ακροδεξιά να εμφανιστεί ως αντισυστημική δύναμη. Να γιατί, η πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή, ενάντια στον πόλεμο και την γενοκτονία στην Παλαιστίνη, για σύνορα ανοιχτά για την εργατιά και για την ανατροπή της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο είναι πιο αναγκαία από ποτέ.
(Με στοιχεία από τον 902.gr)








