Βασιλική Παπαγεωργίου //
Κοινωνική Ανθρωπολόγος
Μεταδιδακτορική ερευνήτρια, Παν/μιο Αιγαίου
Στο πλαίσιο της νέας ψηφιακής διακυβέρνησης, με έξυπνες ψηφιακές εφαρμογές που διαφημίζονται ως φιλικές για το χρήστη, καλούνται οι πολίτες να προβαίνουν σε καταγγελίες, ανώνυμα ή επώνυμα, προς τις αρμόδιες αρχές σε περιπτώσεις που διαπιστώνουν κάποια αυθαιρεσία. Αναφέρομαι ενδεικτικά στην εφαρμογή “MyStreet” (ΕΔΩ), που εξαγγέλθηκε πρόσφατα, και αφορά την αυθαίρετη χρήση κοινόχρηστων χώρων, ή στην, παρόμοιας λογικής, “MyCoast” (ΕΔΩ), για τις περιπτώσεις υπέρβασης κατάληψης παραλιών, που ξεκίνησε πέρυσι μετά το λεγόμενο κίνημα των παραλιών. Εξάλλου, είχε προηγηθεί, το 2022, εφαρμογή σάρωσης αποδείξεων (ΕΔΩ)), που διαφημίστηκε επιπλέον και για το κίνητρο χρηματικής “επιβράβευσης”- μπόνους που δύναται να κερδίζουν οι καταγγέλλοντες (ΕΔΩ).
Tα παραπάνω παραδείγματα των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων επινοήσεων αποτελούν ενδείξεις μιας μετατόπισης της διακυβέρνησης προς ένα πλησιέστερα στο νεοφιλελεύθερο πνεύμα μοντέλο και σε μια δημοκρατία της “ενεργού πολιτειότητας”. Αυτή η κατάσταση, που εντατικοποιείται τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβάνει τόσο τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, και την μετάλλαξή του σε “κράτος κοινωνικής επένδυσης”, όσο και τους κραδασμούς που παρατηρούνται στη δημόσια διοίκηση, καθώς αυτή ευθυγραμμίζεται με τις αρχές της λεγόμενης “Νέας Δημόσιας Διοίκησης” (ΕΔΩ).
Οι εφαρμογές (apps) καταγγελιών διαφημίζονται προβάλλοντας το μήνυμα, πως ο πολίτης ενεργεί προς όφελος της κοινότητας, για το “κοινό καλό”, (π.χ. πάταξη της φοροδιαφυγής, διασφάλιση της πρόσβασης στο δημόσιο χώρο), με το να αναλαμβάνει ατομική δράση, και – υποτιθέμενα – την ευθύνη που του αναλογεί στην αντιμετώπιση μιας αυθαιρεσίας που παρουσιάζεται ως κοινωνική αδικία. Εφαρμόζει, με άλλα λόγια, ο χρήστης της εφαρμογής την “ενεργό πολιτειότητα”, όπως αυτή αποτυπώνεται σε αντίστοιχες σχολικές εκπαιδευτικές δράσεις για την εκμάθηση νέων προτύπων συμπεριφοράς που συνδέονται με τη δημοκρατική συμμετοχή στη δημόσια σφαίρα. Η έννοια, συγκεκριμένα, εμφανίζεται στο δημόσιο λόγο, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σε διάφορα κείμενα και διακηρύξεις της Ε.Ε., και, στη συνέχεια, εισάγεται στη σχολική εκπαίδευση μέσω προγραμμάτων (ΕΔΩ και ΕΔΩ).
Το ιδεολογικό υπόβαθρο μιας τέτοιας “ενεργού πολιτειότητας”, μπορούμε να το εντοπίσουμε στην απόπειρα σύνδεσης δημοκρατίας και καπιταλισμού. Η επισκόπηση της γλώσσας και των σχετικών πρακτικών που υιοθετούνται και προτείνονται στα διάφορα σχετικά κείμενα, δείχνει ότι καλλιεργείται υπόρρητα, αλλά μεθοδευμένα, η απατηλή πίστη, ότι ο καπιταλισμός μπορεί να βελτιώνεται μέσω χρηστής διαχείρισης και καλών πρακτικών, που πηγάζουν από τον πολίτη ως ενεργά συμμετέχοντα και όχι αδιάφορο προς ό,τι αφορά τη δημόσια σφαίρα, σύμφωνα με τις αρχές και αξίες της δημοκρατίας. Επιπλέον, στη νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της δημοκρατίας, η δράση παρουσιάζεται επιφανειακά ως συλλογική και κοινωνικά αλληλέγγυα, αλλά, κατ’ ουσία, καθίσταται αποπολιτικοποιημένη, καθώς περιορίζεται σε ένα πλαίσιο από το οποίο – σχεδόν αυταρχικά και επιβεβλημένα– απουσιάζουν η κριτική σκέψη και αποθαρρύνεται η αναζήτηση της δομής του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος και των ανισοτήτων. Κατά βάση, η “ενεργός πολιτειότητα”, όπως εκφράζεται στην περίπτωση των εφαρμογών (apps) καταγγελιών, συνιστά ένα εγκώμιο της ατομικότητας, με την έμφαση στον πολίτη ως “πελάτη” υπηρεσιών πρόσβασης (συγκέντρωση πληροφοριών και αποστολή στοιχείων, αναζήτηση αποτελεσμάτων, μπόνους επιβράβευσης, εξαγωγή στατιστικών μετρήσεων κ.α.).
Έτσι, μέσω των apps ο πολίτης εξασκείται ως χρήστης του ψηφιακού συστήματος (π.χ. εκπαιδεύεται να εντοπίζει περιοχές με συντεταγμένες, αναζητά πληροφορίες, σαρώνει κλπ), γίνεται σύμμαχος στη διακυβέρνησή του, μαθαίνει να πειθαρχεί και να συμμορφώνεται προς τις υποδείξεις, μοντέλο συμπεριφοράς που παραπέμπει στην ανάλυση του Φουκώ περί κυβερνητικότητας που θα μας απασχολήσει ακολούθως. Η ψηφιακή διακυβέρνηση του είδους μυεί τους πολίτες στη λεγόμενη “ενεργό πολιτειότητα”, με μια υπόρρητη συμφωνία ανάμεσα σε κυβερνώντες και κυβερνώμενους, για το περιεχόμενο αυτής (ποιο είναι το κοινό καλό, τι ορίζεται ως ορθή συμπεριφορά, πώς καταπολεμάς την κοινωνική αδικία κ.λπ.). Ο “πολίτης που καταγγέλλει” φαίνεται να συνιστά μια νέα μορφή υποκειμένου, σύμφυτο στη νεοφιλελεύθερη κυβερνητικότητα. Μακριά από την τιμωρητικότητα και την επιτήρηση ως μέσων πειθάρχησης, εμπεδωμένων στους παραδοσιακούς θεσμούς της κρατικής εξουσίας, η κυβερνητικότητα σήμερα ασκείται με την επίφαση μιας ελεύθερης συμμετοχής των πολιτών στη διακυβέρνησή τους, μέσα από ενός είδους τεχνολογικά διαμεσολαβημένου ελέγχου.
Και αυτό το αδιόρατο (μη αναγνωρισμένο ως τέτοιο) πέρασμα στη σημερινή εποχή του νεοφιλελεύθερου ελέγχου, που διατηρεί και τα χαρακτηριστικά των παλιότερων περιόδων της νεωτερικότητας κατά τη διάρκεια του 19ου και 20ού αι., μπορούμε να το δούμε πιο καθαρά σε έναν θεσμό όπως της εκπαίδευσης, που σχηματικά θα περιγράψω ως παράδειγμα. Το σχολείο, δηλαδή, από τη μία, διατηρεί το παραδοσιακό ύφος της πειθάρχησης, με την επιτήρηση, τον παντογνώστη δάσκαλο, την απειλή τιμωρίας και ποινών, τις συνεχείς εξετάσεις και τους θεσμούς όπως παρελάσεις, εκκλησιασμός κ.λπ. Παράλληλα, όμως, από την άλλη, μαθητές και δάσκαλοι εξοικειώνονται με ένα έθος ελευθερίας και όχι άμεσου πειθαναγκασμού, με τα ποικίλα προγράμματα χορηγούμενα από εταιρείες που ιδεολογικά προσανατολίζουν τους μαθητές στο μοντέλο του ευέλικτου/ επιχειρηματικού εαυτού, τις δράσεις αυτό- αξιολόγησης, την επιβράβευση με κίνητρα για ορθή συμπεριφορά, τη μετρησιμότητα επιδόσεων μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών, την προσαρμογή σε πρακτικές του ατομοκεντρισμού και της ατομικής ευθύνης και άλλες καινοτομίες που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (π.χ. εκπαιδευτικό εργαλείο SELFIE, εφαρμογή ClassDojo, οι προαναφερθείσες εδώ δράσεις ενεργού πολίτη).
Επομένως, η διακυβέρνηση του πληθυσμού σήμερα δεν στηρίζεται αποκλειστικά στο μοντέλο της επιτήρησης/ πειθάρχησης, αλλά, παράλληλα, και στο διάδοχο μοντέλο της ρύθμισης/ ελέγχου, που επιτυγχάνεται δια μέσω των γραφειοκρατικών τεχνολογιών και με τεχνικές που πειθαρχούν τους πολίτες στην, κατ’ επίφαση, ελευθερία δράσης και επιλογών. Το μοντέλο αυτό διαφοροποιείται από την κλασική μορφή της “πειθαρχικής επιτήρησης” και στηρίζεται στην τεχνική της “ταυτοποίησης”, του “εντοπισμού” και της διασταύρωσης των ψηφιακών ιχνών με τα οποία αναγνωρίζεται ένα άτομο. Όπως, εξάλλου, έχει περιγράψει ο Φουκώ (Foucault, Michel, Η Γέννηση της Βιοπολιτικής, Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας, 1978-1979), έχει συντελεστεί το πέρασμα από την εποχή της κλασικής πειθαρχικής επιτήρησης – που γνώρισε το αποκορύφωμά της στις αρχές του 20 ου αι. – στην εποχή της “κυβερνητικότητας” και της “βιοπολιτικής τής ασφάλειας”, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι οι προηγούμενες ιστορικά μορφές των καθεστώτων τιμωρίας και επιτήρησης/ πειθάρχησης εξαφανίζονται, όπως στην περίπτωση του σχολείου που αναφέρθηκε παραπάνω (για το θέμα με αναφορές στο έργο του Φουκώ, βλ. και άρθρα μου στο Ατέχνως, Ο εκσυγχρονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Μοντέλου στο πνεύμα της νεοφιλελεύθερης στροφής και Η ευμετάβλητη γεωμετρία της νέας επιδοματικής πολιτικής και η “ανόητη” γραφειοκρατία).
Χωρίς να επιβάλει απαγορεύσεις, το μοντέλο της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας, όπως το είδαμε στην περίπτωση των εφαρμογών (apps) καταγγελιών, κατευθύνει στην ενδεδειγμένη συμπεριφορά, και δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι δεν περιορίζει το άτομο. Η φενάκη της ελευθερίας κατασκευάζεται με τεχνικές που τονίζουν, π.χ., τη δυνατότητα επιλογών, την επιβράβευση, την ηλεκτρονική πρόσβαση και έλεγχο των αποτελεσμάτων της δράσης του καταγγέλλοντος πολίτη. Αυτή η διαδικασία αποτελεί συνολικά ένα μέσο πειθάρχησης και εκμάθησης στη (με τη φουκωική έννοια) διακυβέρνηση του εαυτού, παρέχοντας τη γνώση και εδραιώνοντας το νεοφιλελεύθερο καθεστώς αλήθειας (το έθος της ατομικής ευθύνης, της μετρησιμότητας, της λογοδοσίας, των αλγοριθμικών πειστηρίων ελέγχου και εξακρίβωσης κ.ο.κ.).
Ακόμη πιο προχωρημένη σύλληψη του μοντέλου αυτού, και ένα, επίσης, σχετικό με το θέμα που συζητώ εδώ παράδειγμα, αποτελεί η “Ανεξάρτητη Αρχή Πιστοληπτικής Αξιολόγησης”, που προαναγγέλθηκε ότι θα ξεκινήσει κατά το παρόν διάστημα, προορισμένη να βαθμολογεί την πιστοληπτική ικανότητα κάθε πολίτη και να εκδίδει τις αντίστοιχες βεβαιώσεις. Η νέα αρχή «θα ενημερώνεται για οποιαδήποτε οφειλή και οποιαδήποτε αθέτηση υποχρέωσης και θα εκδίδει βεβαίωση “βαθμολόγησης” του κάθε συναλλασσόμενου». Η διαδικασία αυτή είναι αυτοματοποιημένη και διεκπεραιώνεται από το πληροφοριακό σύστημα, μέσω της αλγοριθμικής επεξεργασίας δεδομένων της ατομικής οικονομικής συμπεριφοράς που αντλούνται από τους φορείς του δημόσιου τομέα. Με τη σχετική βεβαίωση, ο πολίτης θα μπορεί να αποδεικνύει την ικανότητά του να εκπληρώνει οικονομικές υποχρεώσεις ακόμη και σε άλλους ιδιώτες, π.χ., ο ενοικιαστής προς τον εκμισθωτή ακινήτου, προκειμένου να πείσει για τη φερεγγυότητά του (βλ. ρεπορτάζ της 22/03/2025, «Προχωράει το σχέδιο δημιουργίας μιας… Moody’s για πολίτες»).
Επιλογικά θα έλεγα, ότι δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη η συνεχής πίεση προς το κοινωνικό σώμα να εξοικειωθεί με μεθόδους ψηφιακής κυβερνητικότητας, όπως στην, επίσης πρόσφατη, πρωτοβουλία βαθμολόγησης των δημοσίων υπηρεσιών από τους πολίτες που παραπέμπει ευθέως στη “Νέα Δημόσια Διοίκηση” ΕΔΩ).
Θα υπογράμμιζα, μάλιστα, ότι μπορούμε σε όλες αυτές τις επινοήσεις της ψηφιακής διακυβέρνησης να ανιχνεύσουμε επιρροές του λεγόμενου “καπιταλισμού της πλατφόρμας”, ο οποίος βασίζεται στην ιδέα της συμμετοχής του καταναλωτικού κοινού δια της αξιολόγησης, ως δίκαιου και εξισωτικού μέτρου, ικανού να αποδίδει ό,τι πρέπει στον όποιο πάροχο υπηρεσιών (π.χ. επιβραβεύει ή τιμωρεί τον αυτοκινητιστή, τον διανομέα, τον ιδιοκτήτη εστιατορίου κ.ο.κ., με βάση τις θετικές ή αρνητικές αξιολογήσεις των πελατών αντίστοιχα). Η λογική της νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας απλώνεται σε μια σειρά από πρακτικές της καθημερινότητας (από το σχολείο και τη δημόσια διοίκηση, την επιδοματική πολιτική και την καταναλωτική συμπεριφορά και εν τέλει την ίδια την ιδιότητα του πολίτη), που εξατομικεύουν τη δράση, προσδίδοντάς της θεσμική εγκυρότητα. Η τεχνολογία στην υπηρεσία του καπιταλισμού, καθιστά τη βαρύτητα της πειθαρχικής εξουσίας της εποχής μας αντιστρόφως ανάλογη των χαριτωμένων, φιλικών προς το χρήστη εφαρμογών του έξυπνου τηλεφώνου μας.








