Είχαμε αναφερθεί σε ανύποπτο χρόνο…στις ταινίες που περιμένουμε το 2025


No Other Choice __Η τελευταία ταινία του Παρκ Τσαν Γουκ είναι μια μεταφορά του «The Axe» (Ντόναλντ Γουέστλεϊκ), που ήταν επίσης το βασικό υλικό για την ομώνυμη ταινία του Κώστα Γαβρά, «Το Τσεκούρι», το 2005. Μια σκοτεινή μαύρη κωμωδία, η ταινία επικεντρώνεται σε έναν απελπισμένο άνδρα που καταβάλλει τρελές προσπάθειες για να σταματήσει τον ανταγωνισμό του για μια νέα δουλειά αφού τον απολύσουν από την παλιά του θέση που κρατούσε για 25 χρόνια.
Οι κριτικές είναι ήδη αποθεωτικές στη Βενετία για το Eojjeolsuga eobsda. Μια black-κωμική διασκευή του κλασικού πλέον μυθιστορήματος του Ντόναλντ Γουέστλεϊκ «The Ax» (το τσεκούρι _ Le couperet, ταινία θρίλερ του 2005 σε σκηνοθεσία Κώστα-Γαβρά και με πρωταγωνιστές τους Χοσέ Γκαρσία, Καρίν Βιάρ και Ολιβιέ Γκουρμέ) με θέμα ένα στέλεχος επιχείρησης που απολύεται και βρίσκει τρόπους να αποδεκατίσει τους υποψήφιους ανταγωνιστές του για τη θέση προηγείται άνετα στα προγνωστικά της Βενετίας και είναι σίγουρο πως θα διασκεδάσει και θα εντυπωσιάσει τον πρόεδρο της κριτικής επιτροπής (κάτι ξέρει ο Αμερικανός σκηνοθέτης σεναριογράφος και παραγωγός Αλεξάντερ Πέιν από downsizing…), ενώ τα δικαιώματα για την Αμερική αγόρασε η Neon, που δεν χάνει στα μεγάλα βραβεία· για πρώτη φορά ο Παρκ Τσαν-γουκ προωθείται ολοταχώς και ενορχηστρωμένα για Όσκαρ όχι μόνο ξενόγλωσσο αλλά και «κανονικό», ειδικά αυτό της σκηνοθεσίας, με τον ίδιο τρόπο που είχε σαρώσει ο συμπατριώτης του Μπονγκ Τζουν-χο, με τα “παράσιτα” πάντα με την αιγίδα της Neon.

Ο Κορεάτης σκηνοθέτης παραμένει ένας από τους μεγάλους σύγχρονους κινηματογραφιστές, αν και η “αντικαπιταλιστική” του σάτιρα “No other choice” δεν είναι η καλύτερή του ταινία. Παρών σε σημαντικά φεστιβαλικά ραντεβού, ο Παρκ δεν έχει αποσπάσει ποτέ κορυφαίο έπαθλο, τουλάχιστον όχι κάτι πιο χτυπητό από το Βραβείο Σκηνοθεσίας στις Κάννες για το θεσπέσιο «Decision to leave», το Βραβείο της Επιτροπής για το αξέχαστο «Thirst» και τη δεύτερη τη τάξει διάκριση για το αξεπέραστο «Oldboy», που αν και άξιζε τον Φοίνικα, παρά τις εκκλήσεις του Ταραντίνο, αυτός κατέληξε στον Μάικλ Μουρ. Το επιμύθιο επιβεβαιώνει το συχνό φαινόμενο της εγκωμιαστικής επισήμανσης μιας ταινίας φορτισμένης με τον ρόλο της αναδρομικής αναγνώρισης του προσώπου και του έργου ενός σπουδαίου δημιουργού – η συγκυρία παραμένει κρίσιμος παράγοντας που δεν πρέπει ποτέ να παραγνωρίζεται. Το «No other choice» επαναλαβάνεται στο μεγάλο μεσαίο κομμάτι του, καταλήγοντας ωστόσο σε ένα θριαμβευτικό φινάλε.
Ο Μαν-σου, ειδικός στη χαρτοβιομηχανία με 25 χρόνια εμπειρίας, ήταν ικανοποιημένος με τη ζωή του, νιώθοντας ότι τα είχε καταφέρει όλα. Ζώντας ευτυχισμένος με τη σύζυγό του Μι-ρι, τα δύο παιδιά τους και τον σκύλο τους, ο κόσμος του ξαφνικά καταρρέει όταν απολύεται ξαφνικά. Συντετριμμένος από το χτύπημα, σαν να του είχαν κόψει τον λαιμό, ο Μαν-σου ορκίζεται να βρει άλλη δουλειά μέσα σε τρεις μήνες για χάρη της οικογένειάς του. Παρά την αποφασιστικότητά του, εργάστηκε σε ένα σούπερ μάρκετ για πάνω από ένα χρόνο, ενώ άλλαζε από τη μία συνέντευξη για δουλειά στην άλλη, και μάλιστα κινδύνευε να χάσει το σπίτι που αγόρασε με κόπο. Απελπισμένος, αναζητά την Moon Paper, μια εταιρεία χαρτοβιομηχανίας, και υποβάλλει το βιογραφικό του μόνο και μόνο για να ταπεινωθεί από τον εργοδηγό Σέον-τσουλ. Πεπεισμένος ότι είναι ο ιδανικός για τη θέση, ο Μαν-σου παίρνει μια απόφαση _αναλαμβάνει δράση και “εξαλείφει τον ανταγωνισμό”…
Εν τέλει, δεν είναι καθόλου κρίμα, γιατί θα τιμηθεί ένας τεχνίτης και δημιουργός με ευαισθησίες: με την αφορμή μίας από τις λιγότερο σημαντικές δουλειές του, που ωστόσο είναι καλύτερη από το 90% όσων κυκλοφορούν εκεί έξω, όσοι δεν τον έχουν ακούσει θα τον γνωρίσουν και, θα θαυμάσουν τη δουλειά του. Ισορρόπησε την τραγωδία ενός ανθρώπου που στο πρώτο πλάνο σφιχταγκαλιάζει την οικογένειά του στο σπίτι των ονείρων του αναφωνώντας «τα έχω όλα», με το περιπετειώδες, ειρωνικό χιούμορ που κρύβει το δόλιο όσο και απελπισμένο σχέδιό του να ελέγξει την ενδεχόμενη πρόσληψη του αντικαστάτη του. Προσάρμοσε τη δράση toy Ax στον τόπο του, μίλησε στο δικό του πνεύμα, τήρησε τους ιδιωματικούς του χρόνους και ισορρόπησε την τραγωδία ενός ανθρώπου που στο πρώτο πλάνο σφιχταγκαλιάζει την οικογένειά του στο σπίτι των ονείρων του αναφωνώντας «τα έχω όλα», με το περιπετειώδες, ειρωνικό χιούμορ που κρύβει το δόλιο όσο και απελπισμένο σχέδιό του να ελέγξει την ενδεχόμενη πρόσληψη του αντικαστάτη του, για να μην προλάβει κάποιος άλλος να του φάει τη θέση του επιτηρητή σε ένα εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού – πού να ήξερε πως το πλάνο της ηγεσίας ενδιαφέρεται ελάχιστα για την ανθρώπινη παρέμβαση στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης…
Με τον πρωταγωνιστή του «Squid Game» να κυριαρχεί στο κάδρο και τις συνήθεις περίτεχνες σεκάνς του να σπινθηρίζουν από ενέργεια και ακρίβεια, ο Παρκ κολακεύει το κοινό και τις προσδοκίες του σαν μαέστρος που γνωρίζει απέξω και ανακατωτά την παρτιτούρα και τους μουσικούς του. Ο ρεαλισμός του δεν μοιάζει πάντα πιστευτός και συχνά ο στόχος απομακρύνεται για χάρη του στυλ. Ενίοτε τραβηγμένο και φλύαρο, το «No other choice» επαναλαβάνεται στο μεγάλο μεσαίο κομμάτι του, καταλήγοντας ωστόσο σε ένα θριαμβευτικό φινάλε …














