
Με τα πρώτα θερινά να ανοίγουν, εν μέσω βροχής συνεχίζουν οι έξοδοι ταινιών από όλο το φάσμα του σύγχρονου σινεμά – υπεραπαραγωγές, ευρωπαϊκές ταινίες, ελληνικές ανεξάρτητες, ελληνικές συμπαραγωγές, animation και ό,τι ήθελε προκύψει…

Μη Γελάτε, Θα Σας Δει ο Κόσμος του Νικόλα Δημητρόπουλου
Η Μαρία, που μένει σε νησί, ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος όταν επισκέπτεται στην Αθήνα τη θρήσκα αδερφή της για το μνημόσυνο της μητέρας τους. Η απρόσμενη εγκυμοσύνη στα σαράντα και μια απρόσμενη συνάντηση την κάνουν να συνειδητοποιήσει ότι μόνο αν συμφιλιωθεί με τις επιλογές της, θα μπορεί «να γελάει, ό,τι κι αν πει ο κόσμος». H νέα ταινία του Νικόλα Δημητρόπουλου μετά το «Καλάβρυτα 1943», μια διαπροσωπική ιστορία για δύσκολες αποφάσεις της καθημερινότητας.
Παρά το παράδοξο της εμπλοκής της θρησκείας που φέρνει ωστόσο στην ταινία κάτι βιωματικό (;) και σχετικά νέο για το ελληνικό σινεμά, το φιλμ του Νικόλα Δημητρόπουλου – πολύ μακριά από το προηγούμενο εγχειρημά του με το «Καλάβρυτα 1943» – επενδύει κυρίως στις ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστριών του, κυρίως της Μαρίας Αποστολακέα αλλά και ως ιδανικό αντίβαρο αυτή της Μαντούς Γιαννίκου, προκειμένου να μιλήσει με τρόπο καθημερινό για τα μεγάλα θέματα της ζωής: τη μοναξιά, το θάνατο, το χρόνο που περνάει, τον τρόπο με τον οποίο συγκρουόμαστε καθημερινά πριν από την ίδια την κοινωνία με τον ίδιο μας τον εαυτό. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι τόσο υπαρξιακό όσο ακούγεται, ούτε τόσο πρωτότυπο όσο θα είχε νόημα.
Πάνω σε μια λιτή φόρμα που βοηθάει τον ρέοντα ρεαλισμό της ταινίας και στις πιο εσωτερικές στιγμές της μοιάζει ανεπιτήδευτη και αφοπλιστική, ο Δημητρόπουλος συσσωρεύει επίκαιρα (πολιτικά, κοινωνικά και άλλα) θέματα συζήτησης που, όμως, κάπως μοιάζουν «απλά να βρίσκονται εκεί». Φορτώνει έτσι την ιστορία του με ένα θεωρητικό περιβάλλον που δεν την βοηθάει να ανοίξει σε ένα αμιγώς κινηματογραφικό «πορτρέτο» δύο γυναικών που στην πραγματικότητα διεκδικούν το ίδιο δικαίωμα – αυτό της αυτοδιάθεσης – σε μια κοινωνία που το αρνείται πεισματικά και προσπαθεί να το περιορίσει σε κλισέ και κατεστημένες αντιλήψεις.

Ένα Τελευταίο για τον Δρόμο (Le Città di Pianura) του Φραντσέσκο Σοσάι
Στην πεδιάδα του Βένετο, δύο άνδρες στα πενήντα τους συναντούν τυχαία έναν ντροπαλό νεαρό φοιτητή αρχιτεκτονικής και ξεκινούν μια περιπλάνηση από μπαρ σε μπαρ, αναζητώντας το «τελευταίο ποτό» της ημέρας. Μέσα από αυτή την περιπλάνηση θα αναθεωρήσουν τα σχέδιά τους για τη ζωή και τον έρωτα. Ενα αφοπλιστικά γλυκόπικρο road movie στον ιταλικό βορρά που μοιάζει με κινηματογραφική μπαρότσαρκα στο ρομαντισμό, τη νοσταλγία, το αντίο σε όσα χάθηκαν και την ανοιχτή αγκαλιά σε όσα έρχονται. Χρυσός Αλέξανδρος και Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στο Τμήμα Meet the Neighbors+ του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Φτάνοντας προς το τέλος ενός αναπάντεχου ταξιδιού, o Ντόρι και ο Καρλομπιάνκι επισκέπτονται μαζί με τον Τζούλιο, τον νεαρό φοιτητή που τους ακολούθησε στα μισά του δρόμου για να γίνει το τρίτο μέλος της παρέας, το κοιμητήριο του Μπριόν, magnum opus του Βενετού αρχιτέκτονα Κάρλο Σκάρπα. Ο Τζούλιο τους περιγράφει με λεπτομέρειες και δέος το όραμα του Σκάρπα και ο Καρλομπιάνκο, δικαιολογημένα, μέσα σε ένα αρχιτεκτονικό μοντερνιστικό θαύμα λουσμένο από φως, αναφωνεί:
—Αυτό δεν μοιάζει με τάφο.
—Βασικά δεν είναι τάφος. Είναι περισσότερο μια μηχανή για τη διαχείριση του πένθους.
Σε εκείνο το σημείο, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Φραντσέσκα Σοσάι δίνει ένα κλειδί που το διαισθανόσουν σχεδόν σε όλη τη διάρκεια. Ενα κλειδί για μια διαδρομή που περισσότερο από γλυκά νοσταλγική, βαθιά ρομαντική, ξεσηκωτικά απελευθερωτική μοιάζει να είναι ξέφρενα πένθιμη, ένα διαρκώς «ανάρμοστο για τους καθώς πρέπει» ρέκβιεμ για το τέλος των ονείρων, της ζωής που περνάει, των τόπων που αλλάζουν, των ανθρώπων που χάνονται ακόμη κι όταν δεν έχουν πεθάνει.
Όλα ξεκινούν και τελειώνουν μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Ο Καρλομπίανκι και ο Ντίνο ξεκινούν ένα ταξίδι για να συναντήσουν στο αεροδρόμιο τον Τζένιο, τον τρίτο της παρέας που και οι δύο τους πιστεύουν ότι έλειπε για χρόνια στην Αργεντινή. Χωρίς χρήματα και στην πραγματικότητα χωρίς προορισμό, στα περασμένα πενήντα τους χρόνια, σταματούν από μέρος σε μέρος, αναζητώντας ακόμη ένα ποτό που θα είναι το τελευταίο της ημέρας. Μόνο που και για τους δυο τους ο χρόνος μετράει διαφορετικά, αυτή η μέρα διαρκεί για πάντα και το τελευταίο ποτό είναι πάντα αυτό που δεν έχουν πιει ακόμη. Διασχίζοντας τον ιταλικό βορρά, πόλεις και εξοχές, πανέμορφα και βιομηχανικά τοπία, ξεφεύγοντας από την αστυνομία, φλερτάροντας με τουρίστριες και όμορφους ιδιοκτήτες βίλας, καταφέρνουν να βρίσκουν τρόπο να πίνουν και να συνεχίζουν.
Στο μισό της διαδρομής τους θα συναντήσουν τον Τζούλιο, έναν ντροπαλό φοιτητή που τελικά θα τους ακολουθήσει και θα ενδώσει τελικά στη ρουτίνα τους, σε ένα παιχνίδι που κρύβει μέσα του και μια πατρική φιγούρα στο πρόσωπο των δύο ανδρών για τον Τζούλιο και ένα παιδί να διδάξουν για τους δύο «έμπειρους» της ζωής και κυρίως του ποτού. Μαζί θα συνεχίσουν να περιφέρονται, όχι μόνο αναζητώντας τον Τζένιο, αλλά ακόμα και ταβέρνες που δεν υπάρχουν πια, χαμένους θησαυρούς που είναι θαμμένοι στα θεμέλια σπιτιών, τη ζωή τους πριν την κρίση του 2008 που τους έφερε σε οικονομικό αδιέξοδο. Αναζητώντας το νόημα τελικά σε έναν κόσμο που τους συμπεριφέρεται, σε αυτούς και τους ομοίους τους, ως «παντοτινά παιδιά», ως παραφωνία μιας τακτοποιημένης κοινωνίας, ως vintage rock ’n’ rollers που τραγουδούν ακόμη και όταν οι μπάντες έχουν μαζέψει τα όργανα τους και γυρίζουν στο σπίτι.
Μια ταινία σαν μικρή μπαρότσαρκα είναι το «Ενα Τελευταίο για το Δρόμο», με αναφορές στον Ακι Καουρισμάκι, αλλά περισσότερο στην ίδια την κινηματογραφική μυθολογία του bromance, του road movie, των 70s που κυριαρχούν έτσι κι αλλιώς ως αισθητική και στη μουσική, αλλά και στην εικόνα με την ταινία να έχει γυριστεί από απομεινάρια κομμάτια φιλμ που είχε στη διαθεσή του ο Σοσάι. Κι όμως, ενώ ο τόπος και ο χρόνος μοιάζουν να παραπέμπουν σε μια (ιταλική) μυθολογία χαμένη μέσα σε αστικούς και μη θρύλους με μια κάποια εστέτ και κλισέ στα σημεία στρώση μιας κατα τα άλλα βαθιά ανθρώπινης ιστορίας, είναι η αφοπλιστική σχέση μεταξύ των τριών αντρών, τα χαμόγελα και το κέφι τους, η θλίψη και η αποφασιστικότητα τους που κάνει το φιλμ μια μηχανή διαχείριση πένθους για ό,τι χάνεται και ταυτόχρονα ένα μηχανισμό για να βρεις αυτό που αναζητάς. Ο Καρλομπιάνκι, ο Ντίνο και – τώρα πια και – ο Τζούλιο γνωρίζουν πως ακόμη και ως τελευταίοι αυτού του κόσμου, αυτοί θα πενθούν μαζί, με μουσική, ποτό και πάντα ένα ακόμα τελευταίο για το δρόμο.

Γυναίκες Eξω (Fuori) του Μάριο Μαρτόνε
Ρώμη, 1980. Η Γκολιάρντα Σαπιέντσα βλέπει το μεγάλο της έργο και καρπό δέκα χρόνων δουλειάς, «Η Τέχνη της Χαράς», να απορρίπτεται από όλους τους ιταλικούς εκδοτικούς οίκους. Οικονομικά εξαντλημένη και βαθιά απογοητευμένη, θα βρεθεί στη φυλακή για μια μικροκλοπή. Oμως, η απρόσμενη συνάντησή της με τις νεαρές συγκρατούμενές της αποδεικνύεται μια εμπειρία που της αλλάζει τη ζωή. To βιογραφικό δράμα του Μάριο Μαρτόνε, βασισμένο στη ζωή της Γκολιάρντα Σαπιέντσα, με πρωταγωνίστρια τη Βαλέρια Γκολίνο.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γυναίκα φέρνει στο προσκήνιο η νέα ταινία του Μάριο Μαρτόνε, του Ιταλού δημιουργού ταινιών σαν την προπέρσινη «Νοσταλγία». «Fuori» στα ιταλικά σημαίνει έξω, έξοδος, ελευθερία και η ταινία συναντά την Γκολιάρντα Σαπιέντσα όταν αφήνεται ελεύθερη από μια ολιγοήμερη κράτησή της στη φυλακή. Η συγγραφέας, ηθοποιός και ακτιβίστρια γεννήθηκε σε μια ιδιάζουσα οικογένεια πολιτικοποιημένων, αναρχικών, αντιφασιστών γονιών και καθόρισε την ιταλική ζωή των γραμμάτων τη δεκαετία του ’60. Με μια ζωή περιστρεφόμενη σαν τυφώνας, η Σαπιέντσα έζησε περιόδους μεγάλης κατάθλιψης που την οδήγησαν σε ηλεκτροσόκ που τής στοίχισαν ένα μέρος της μνήμης της. Προοδευτικά πάμφτωχη, έκλεψε τα κοσμήματα μιας φίλης της για να τα πουλήσει, συνελήφθη και φυλακίστηκε για πέντε μέρες.
Ξαναβρίσκοντας την ελευθερία της μετά από αυτές τις μέρες, η Σαπιέντσα έζησε μια συναισθηματικά έντονη φάση επαναπροσδιορισμού της σκέψης της και της ζωής της, των κοντινών της ανθρώπων, της θέσης της στον κόσμο και έξω από αυτόν. Σ’ αυτή την περίοδο εστιάζει η ταινία του Μαρτόνε, θέλοντας να ταυτίσει τα γραπτά της Σαπιέντσα (γνωστότερο βιβλίο της «Η Τέχνη της Χαράς», 1998), με τη σημασία του να ζει κανείς «έξω» από τα όρια της κοινωνίας, τον νόμο, την πεπατημένη και να παραμένει ελεύθερη έστω και μέσα σ’ ένα γυμνό κελί. «Θέλοντας» είναι η λέξη κλειδί, μια και ο Ιταλός σκηνοθέτης καταλήγει με μια ταινία, αντιθέτως, σκευρωμένη, στημένη, φυλακισμένη σε εστέτ κινηματογραφικούς κανόνες μιας άλλης εποχής. Η Βαλέρια Γκολίνο είναι μια όχι μόνο πανέμορφη, αλλά κυρίως παντοδύναμη παρουσία στο φιλμ, αλλά το σενάριο είναι υπερβολικά αφηγηματικό, οριακά ανάγνωση πάνω από εικόνες και η πλοκή εστιάζει περισσότερο σε ατελέσφορες κι επιφανειακές υπαρξιακές συζητήσεις παρά σε δράσεις που ίσως θα καταδείκνυαν πιο αποτελεσματικά το λόγο για τον οποίο έγινε.

I Was a Stranger του Μπραντ Aντερσεν
Ξεκάθαρα απευθυνόμενο σ’ ένα mainstream κοινό, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του παραγωγού Μπραντ Αντερσεν δε θα πάει βαθιά στα πολυπαραγοντικά, σύνθετα, θολά νερά του μεταναστευτικού ζητήματος. Γιατί θέλει να βάλει στις βάρκες τον μέσο θεατή και να μην τον πνίξει. Καλές προθέσεις λοιπόν, αλλά αποτέλεσμα που μένει στον αφρό. Όταν μια Σύρια γιατρός αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Χαλέπι μαζί με τη μικρή της κόρη, μια απελπισμένη επιλογή πυροδοτεί μια αλυσίδα γεγονότων που ξεπερνά σύνορα και παρασύρει τέσσερις αγνώστους στην ίδια καταιγίδα. Ενας διακινητής που προσπαθεί να σώσει τον γιο του. Ένας στρατιώτης που παλεύει με τη συνείδησή του. Ένας ποιητής που αναζητά μία πατρίδα. Ενας έλληνας κυβερνήτης του λιμενικού, διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον και την ανθρωπιά. Οι πορείες τους συγκρούονται μέσα σε μια νύχτα στη Μεσόγειο, εκεί όπου η επιβίωση είναι αβέβαιη και η ανθρωπιά αποκαλύπτεται στην πιο ωμή της μορφή. Η ταινία του Μπραντ Αντερσεν, βραβευμένη με το Ειδικό Βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου και πρωταγωνιστή, από ελληνικής πλευράς, τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη.
Σικάγο 2023. Η Αμίρα, μία Σύρια χειρούργος, τελειώνει τη βάρδιά της, όταν το κινητό της τής υπενθυμίζει ότι είναι τα γενέθλιά της. Η μνήμη της τρέχει πίσω 8 χρόνια. Χαλέπι, 2015. Μία βόμβα σκάει στο πατρικό της, όσο έσβηνε τα κεράκια της τούρτας της ανάμεσα στους γονείς της, τον αδελφό της και την μικρή της κόρη. Η αναγκαιότητα να φύγει από την εμπόλεμη χώρα της και να αναζητήσει ασφάλεια και νέα ζωή για το παιδί της γίνεται επιτακτική. Το μακρύ ταξίδι της, διασταυρώνει τη δική της ιστορία με αυτές ενός στρατιώτη που λιποτακτεί όταν νιώσει προδομένος από τα ιδεώδη που του πούλησαν στον Εμφύλιο, ενός ανελέητου διακινητή μεταναστών με ένα οικογενειακό μυστικό, ενός ποιητή που αγωνιά κι εκείνος για το πέρασμα στην Ελλάδα, κι ενός Μυτιληνιού λιμενικού που παλεύει με τα όρια και τις ενοχές του. Ο Μπραντ Αντερσεν κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, μετά από χρόνια ενασχόλησης με την παραγωγή (υπήρξε παραγωγός στη «Σιωπή» του Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά και σε χολιγουντιανά blocbuster όπως τα «American Made» και «Everest»), αλλά κι αντίστοιχα χρόνια αφοσίωσης στον ακτιβισμό. Ταξιδεύοντας σε Συρία, Τουρκία, Λέσβο, Γερμανία και ζώντας από κοντά την ανθρώπινη τραγωδία, σκηνοθέτησε το 2020 την μικρού μήκους «Refugee» (που ακολουθεί την ιστορία της Αμίρα και του διακινητή), η οποία κατέληξε στη βραχεία λίστα των Οσκαρ. Κι έτσι αποφάσισε να γράψει μία μεγαλύτερη σπονδυλωτή ιστορία, εμπλέκοντας περισσότερα πρόσωπα και παρουσιάζοντας ευρύτερα το πολύπλοκο, πολυπαραγοντικό ψηφιδωτό που είναι το μεταναστευτικό ζήτημα. Αλλά έχει έναν κοινό παρανομαστή: τον ξένο. Πώς χάνεις την ταυτότητα και την οντότητά σου (και πολλές φορές και τη ζωή σου) μπαίνοντας απεγνωσμένος σε μια βάρκα. Πώς σε αντιμετωπίζουν στην άλλη πλευρά της σωτηρίας, Πώς παραμένεις «ξένος», ανοίκειος. Κάτι που εισβάλει και προκαλεί ανησυχία στις τοπικές κοινωνίες. Και που μέσα σε όλα αυτά χάνεται η ανθρωπιά μας;
Αποδεικνύοντας γνώση και ικανότητα να μεταφράσει έναν χαμηλό για τα αμερικανικά επίπεδα (5 εκατομμύρια δολάρια) προϋπολογισμό σε μία καλοκουρδισμένη,, πολυχωρική παραγωγή (γυρίσματα σε Σικάγο, Λίβανο και Τουρκία) με πολυπολιτισμικό καστ (Αμερικανούς, Σύριους, Γάλλους, Ελληνες), ο Αντερσεν στήνειι μία ανθολογική αφήγηση, με εναλλαγές, ανατροπές και σασπένς (ανά 25 λεπτά ένα δυνατό cliffhanger που σε οδηγεί στην ιστορία του επόμενου ήρωα). Κι αυτό το γυαλισμένο, χολιγουντιανό αποτέλεσμα είναι η κατάρα και η σωτηρία του. Κατάρα γιατί, παρόλες τις καλές προθέσεις και τη γνώση του αντικειμένου (φαίνεται ξεκάθαρα πόσο τον απασχολεί και προσωπικά το μεταναστευτικό ζήτημα), η ταινία σχηματοποιεί αρκετά το «καλό» και το «κακό», υπογραμμίζει την τραγωδία και χειραγωγεί το συναίσθημα (το πώς χρησιμοποιεί το πομπώδες μουσικό σκορ είναι ενδεικτικό). Δεν μπορεί δηλαδή να συγκριθεί με στιβαρά κινηματογραφικά δράματα που πλησιάζουν πολύπλοκα και βαθιά την απόγνωση του ξένου (όπως πχ τα «Πράσινα Σύνορα» της Ανιέσκα Χόλαντ, ή το «Eγώ, Καπετάνιος»του Μάρκο Γκαρόνε).
Ομως και σωτηρία τελικά, γιατί ίσως η κατασκευή του να λειτουργεί σε ένα μεγαλύτερο άνοιγμα στη συλλογική συνείδηση. Απευθύνεται στο μέσο θεατή, όχι στον arthouse σινεφίλ, τον παίρνει από το χέρι και τον ξεβολεύει. Κι ίσως αυτό, σε κάτι τόσο κατεπείγον ιστορικά, να έχει νόημα. Στα υπέρ, οι ηθοποιοί του. Η Γιασμίν Αλ Μασρί δίνει μία ερμηνεία έντασης κι απελπισίας. Ο Ομάρ Σι παίζει straight τον κόντρα ρόλο του αδίστακτου. Κι ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είναι εξαιρετικός: κατεβάζει τους τόνους και ερμηνεύει διαφορετικά – σιωπηλά, μελαγχολικά. Βασισμένος σε ένα πραγματικό πρόσωπο, τον λιμενικό Κυριάκο Παπαδόπουλο, ο οποίος από το καλοκαίρι του 2015 έσωσε δεκάδες χιλιάδες μετανάστες, ο Ελληνας πρωταγωνιστής δεν πέφτει στην παγίδα του ηρωϊσμού, αλλά όσο τα πάντα γύρω του θυμίζουν ταινία δράσης, εκείνος κατεβάζει την τονικότητα μπολιάζοντας με θλίψη το βλέμμα του χαρακτήρα του. Σ’ ένα συστημικά σκοτεινό σύστημα trafficking και push backs, πόσο μπορεί ένα φωτεινό παράδειγμα να κάνει πραγματικά διαφορά; Φτάνει ένας να σώζει τον ξένο, όταν χώρες και ήπειροι τον διώχνουν (ή τον πνίγουν;) Η ταινία δε θα πάει στα βαθιά με τέτοια θέματα. Δεν προλαβαίνει έτσι όπως στήνει τον ρυθμό και τη θερμοκρασία της. Ετσι όπως θέλει να κρατήσει στον αφρό και να μην πνίξει τον θεατή. Ανοίγει όμως έναν απαραίτητο διάλογο, που διαχέεται σε περισσότερους ανθρώπους. Κι αυτό από μόνο του είναι κάτι.

Αΐντα (Aida y Vuelta) του Πάκο Λεόν
Το κινηματογραφικό spinoff της ισπανικής υπερεπιτυχημένη σειράς «Αΐντα». Το 2018, η γνωστή ισπανική σειρά «Αϊντα» παραμένει τηλεοπτικό φαινόμενο. Αλλά η διαμαρτυρία μιας ηθοποιού για ένα προσβλητικό αστείο προκαλεί ένταση στα γυρίσματα. Με φόντο την αντίδραση στα κοινωνικά δίκτυα και τον φόβο ακύρωσης του σίτκομ, το καστ προσπαθεί να μείνει ενωμένο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του πιο αμφιλεγόμενου επεισοδίου στην ιστορία της σειράς. Ενα σίκουελ / spinoff της ισπανικής σειράς-φαινόμενο, «Αΐντα», που στο μη-ισπανικό κοινό χάνει σε αναφορές και νοσταλγία, αλλά δεν είναι και αρκετά αστείο ώστε να λειτουργήσει αυτόφωτα. Σαν να πηγαίνεις σε πάρτι τη λάθος μέρα: μια αμηχανία προκαλεί η θέαση αυτής της κωμωδίας, ένα fomo απέναντι σε όσους, Ισπανούς κατά βάση, την είδαν γνωρίζοντας τα… προηγούμενα κεφάλαια, λίγο σαν να δει ένας Νορβηγός την ταινία «Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή», χωρίς να είχε δει τη σειρά.
Η «Aida» ήταν, όντως, μια δημοφιλής, κλασική, τηλεοπτική σειρά-φαινόμενο στην Ισπανία, που διήρκεσε από το 2004 ως το 2014. Η ταινία, ένα ιδιότυπο sequel, βρίσκεται στο 2018 και υποθέτει ότι η σειρά συνεχίζει. Ετσι, «μπαίνει στο άδυτο» των γυρισμάτων, των πραγματικών συντελεστών, όπου οι ηθοποιοί παίζουν τους εαυτούς τους, υποδυόμενοι, ωστόσο, τους χαρακτήρες που έχει πλάσει ο Πάκο Λεόν (του «Σ’ Αγαπώ Ισπανικά»), γι’ αυτούς/ές και για τον εαυτό του. Η σάτιρα της τηλεθέασης και του «καθημερινού» είναι ολοζώντανη, το ίδιο και ο σχολιασμός του δικαιωματισμού, της αλλαγής στα ήθη της κοινωνίας μεταξύ του τέλους της σειράς και του σήμερα, των social media και της πολιτικής ορθότητας – όχι τυχαίο ότι η ταινία τοποθετείται στο 2018, δίνοντας ελεύθερο πεδίο για χαριτωμένη καφρίλα. Η αισθητική, με γρήγορο μοντάζ, ταυτόχρονους διαλόγους διαφορετικών ηρώων που τραβούν την προσοχή μια εδώ και μια εκεί και μια οριακά κιτς διάθεση διατηρεί το κέφι ψηλά. Από την άλλη πλευρά, και με τις άφθονες, προφανώς, αναφορές στην αγαπημένη σειρά να πέφτουν στο κενό στο μη-ισπανικό κοινό, το σενάριο της ταινίας δεν είναι στ’ αλήθεια αστείο, αλλά ούτε και τόσο πρωτότυπο ή ανατρεπτικό, ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον αυτόφωτα.

Michael του Αντουάν Φουκουά
Η ιστορία της ζωής του Μάικλ Τζάκσον πέρα από τη μουσική και η πορεία του από τότε που αναδείχθηκε ως εκπληκτικό ταλέντο και επικεφαλής των Jackson Five, ωσότου εδραιώθηκε ως ένας αδιαφιλονίκητος δημιουργός με ακλόνητο όραμα και τη φιλοδοξία να καθιερωθεί ως ο καλλιτέχνης με την κορυφαία σκηνική παρουσία. Η ιστορία του Μάικλ Τζάκσον ζωντανεύει στη μεγάλη οθόνη…σε μια αποσπασματική αγιογραφία που δεν δικαιώνει το μύθο. Η μορφή του, δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο στην ιστορία της ποπ μουσικής αλλά ένα ολόκληρο πολιτισμικό φαινόμενο που επανακαθόρισε τα όρια της εικόνας, του ήχου και της ίδιας της έννοιας της διασημότητας. Από τα πρώτα του βήματα μέχρι την εκτόξευση της καριέρας του σε πρωτόγνωρα ύψη, από το «Thriller» και μέχρι τις παγκόσμιες περιοδείες του, η επιρροή του υπήρξε σχεδόν μυθολογική, δημιουργώντας ένα πρότυπο που ακόμη και σήμερα μοιάζει απλησίαστο. Κι όμως, όσο εκτυφλωτική υπήρξε η καλλιτεχνική του λάμψη, άλλο τόσο βαριά αποδείχθηκαν οι σκιές που τη συνόδευσαν, μετατρέποντας τον ίδιο σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες φιγούρες της σύγχρονης ιστορίας.
Αυτήν ακριβώς τη διπλή φύση επιχειρεί να προσεγγίσει το «Michael» του Αντουάν Φουκουά, μόνο που στην πράξη μοιάζει να αποφεύγει συστηματικά τη μία πλευρά της, επιλέγοντας τελικά έναν πολύ πιο ασφαλή δρόμο. Η ταινία κινείται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την καλλιτεχνική πορεία του Τζάκσον και τις οικογενειακές εντάσεις που τη διαμόρφωσαν, με ιδιαίτερη έμφαση στη δύσκολη σχέση του με τον πατέρα του, Τζο Τζάκσον. Το αποτέλεσμα είναι ένα ξεπλυμένο αφήγημα που φιλτράρει την πραγματικότητα, απομακρύνοντας συνειδητά τις σκιές γύρω από το τίμημα της διασημότητας αλλά και την παιδοφιλία, που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια εικόνα του καλλιτέχνη, Η βιογραφία αφηγείται την ιστορία της ζωής του Μάικλ Τζάκσον πέρα από τη μουσική, ακολουθώντας την πορεία του από τότε που αναδείχθηκε ως εκπληκτικό ταλέντο και επικεφαλής των Jackson Five, ωσότου εδραιώθηκε ως ένας αδιαφιλονίκητος δημιουργός με ακλόνητο όραμα και τη φιλοδοξία να καθιερωθεί ως ο καλλιτέχνης με την κορυφαία σκηνική παρουσία. Η ταινία φωτίζει τόσο την προσωπική του ζωή όσο και μερικές από τις πιο εμβληματικές του εμφανίσεις από τα πρώτα χρόνια της σόλο καριέρας του, προσφέροντας στο κοινό μια θέση στην πρώτη σειρά για να γνωρίσει τον Μάικλ Τζάκσον όπως ποτέ ξανά.
Η σκηνοθεσία του Φουκουά δείχνει από νωρίς τα σημάδια μιας παραγωγής που πέρασε από σαρωτικές αλλαγές, από τα εκτεταμένα reshoots που κόστισαν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, που άφησαν το αποτύπωμά τους σε μια αφήγηση που μοιάζει ασύνδετη, ενώ ο ίδιος ο σκηνοθέτης παραδέχθηκε ότι το αρχικό του όραμα ανατράπηκε δραστικά. Η ταινία μοιάζει να φοβάται την ίδια της την ιστορία, με σκηνές που θα μπορούσαν να έχουν ένταση, όπως η σχέση με τον πατέρα του ή οι κρίσιμες στιγμές καλλιτεχνικής πίεσης, να παρουσιάζονται με μια απροσδόκητη επιφύλαξη, σαν να υπάρχει ένα αόρατο όριο που δεν πρέπει να ξεπεραστεί, αφήνοντας την αίσθηση ενός – και όχι του καλύτερου – greatest hits άλμπουμ από τη ζωή του. Αυτή η τάση εξωραϊσμού και αγιογράφησης υιοθετεί μια σχεδόν απολογητική στάση απέναντι στον Τζάκσον, παρουσιάζοντάς τον κυρίως ως θύμα των περιστάσεων και της υπερβολικής δημοσιότητας. Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί την αίσθηση ότι η ταινία επιχειρεί να «ξεπλύνει» πλευρές της ζωής του, όχι απαραίτητα μέσα από άμεσες δηλώσεις αλλά μέσω της επιλεκτικής αφήγησης. Βασικά, για να το θέσουμε κι άλλιως, ό,τι δεν εξυπηρετεί τη συγκρότηση ενός πιο συμπαθητικού πορτρέτου απλώς απουσιάζει.
Σκηνοθετικά, ο Φουκουά παραμένει λειτουργικός αλλά άνευρος και μόνο σπάνια εμπνευσμένος. Οι μουσικές σκηνές διαθέτουν ενέργεια και τεχνική αρτιότητα, ωστόσο οι δραματικές στιγμές μοιάζουν επίπεδες, χωρίς την ένταση και τον ρυθμό που θα απαιτούσε ένα τόσο φορτισμένο βιογραφικό υλικό. Οι συγκρούσεις με τον πατέρα επαναλαμβάνονται χωρίς ουσιαστική εξέλιξη, ενώ οι εσωτερικές μεταπτώσεις του Τζάκσον δεν αποκτούν ποτέ πραγματικό βάθος. Ακόμα και το σενάριο ακολουθεί μια προβλέψιμη γραμμική πορεία, εστιάζοντας στην άνοδο και στην καλλιτεχνική καταξίωση, αφήνοντας στην άκρη τις πιο δύσκολες πτυχές, καθώς θυμίζει περισσότερο επιμελημένο χρονικό επιτυχιών παρά ολοκληρωμένο ψυχογράφημα μιας προσωπικότητας η οποία παρουσιάζεται αποσπασματικά, ως ένα μείγμα ευαισθησίας και ιδιοφυΐας, χωρίς όμως να φωτίζονται οι αντιφάσεις που τον καθόρισαν. Σεναριακά, υπάρχει μια διαρκής προσπάθεια αιτιολόγησης (ή καλύτερα, δικαιολόγησης) των πάντων, από την μανία του με το να άλλάξει το χρώμα του δέρματός του, μέχρι και παιδική του ψυχή και το πάθος του με τον Πίτερ Παν και την Χώρα του Ποτέ. Κι αυτό είναι λογικό, αν αναλογιστεί κάποιος ότι στην παραγωγή βρίσκεται (τουλάχιστον) η μισή οικογένεια Τζάκσον.
Η ερμηνεία του Τζαφάρ Τζάκσον, του ανιψιού του Μάικλ Τζάκσον, λειτουργεί ως ένα από τα πιο επιπλέον αντιφατικά στοιχεία της ταινίας, καθώς εντυπωσιάζει σε επίπεδο εξωτερικής αναπαράστασης αλλά υστερεί εμφανώς σε βάθος, με τον ίδιο να αποδίδει με αξιοσημείωτη ακρίβεια τη σωματικότητα, τις κινήσεις και τη σκηνική παρουσία του Μάικλ Τζάκσον, δημιουργώντας σε αρκετές στιγμές την ψευδαίσθηση ότι παρακολουθούμε τον ίδιο. Ωστόσο αυτή η προσήλωση στη μίμηση μοιάζει να τον εγκλωβίζει, καθώς όταν η αφήγηση μεταφέρεται εκτός σκηνής και απαιτείται συναισθηματική διαβάθμιση, όπως στις σκηνές έντασης με τον πατέρα του ή στις πιο εσωστρεφείς στιγμές μοναξιάς, η ερμηνεία του παραμένει επιφανειακή, χωρίς να του επιτρέπει να ρισκάρει μια πιο τολμηρή, αποδομητική προσέγγιση, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε μια ερμηνεία που αποδίδει πειστικά το περίβλημα αλλά σπάνια αγγίζει την ψυχή του. Το φινάλε μας πηγαίνει στην κορύφωση της καριέρας του, με την αναπαράσταση της συναυλίας στο Wembley το 1988 και την εκτέλεση του «Bad», μια σκηνή που λειτουργεί ως αποθέωση του μύθου και ταυτόχρονα ως συνειδητή αποφυγή της πτώσης. Εκεί όπου η ιστορία θα μπορούσε να αποκτήσει πραγματικό βάρος, η ταινία επιλέγει να κλείσει την αυλαία μέσα σε αποθέωση, αφήνοντας την αίσθηση ενός μουδιάσματος. Ο βασιλιάς της ποπ αποχωρεί στο απόγειο της δόξας του, με μια υπόσχεση ότι θα επιστρέψει – ίσως σε ένα δεύτερο μέρος; «Η ιστορία του συνεχίζεται…» αναγράφεται στην οθόνη. Το γνωρίζουμε, ευχαριστούμε.

Ο Σερίφης (Normal) του Μπεν Γουίτλι
Ο Γιουλίσες έρχεται στην ήσυχη πόλη Νόρμαλ της Μινεσότα για να υπηρετήσει ως προσωρινός σερίφης μετά τον θάνατο του αρχικού σερίφη. Μια ληστεία τράπεζας όμως οδηγεί τον Γιουλίσες να ανακαλύψει ότι μια εγκληματική οργάνωση έχει εξαπλωθεί σε όλη την πόλη. Η νέα ταινία του Μπεν Γουίτλι με πρωταγγωνιστή τον Μπεν Οντενκερκ. Μια μικρή πόλη, ένα μεγάλο μυστικό..

Sinatra! Eternity των Μάικλ Ομπλοβιτς, Γιώργου Παπαθεοδώρου
Ο ηλικιωμένος Φρανκ Σινάτρα αναπολεί τον μεγαλύτερο έρωτα και τον πιο οδυνηρό χωρισμό της ζωής του, καθώς παλεύει μέσα στη σκοτεινότερη περίοδο της καριέρας του. Βιογραφική ταινία για τις πιο κρίσιμες στιγμές στη ζωή του. Ο Φρανκ Σινάτρα, χαμένος ανάμεσα στο comeback που πρέπει οπωσδήποτε να κάνει, τη θυελλώδη σχέση του με την Αβα Γκάρντνερ και μια ταινία που όχι μόνο δεν τιμά το μύθο του, αλλά κινδυνεύει να τον καταστρέψει για πάντα.
Είναι δύσκολο να εξηγήσεις τι ακριβώς συμβαίνει στο «Sinatra! Eternity», μια ταινία που φτάνει στις ελληνικές αίθουσες το 2026, σαν μια άλλη εκδοχή του «Frank & Ava» του 2018, δοκιμάζοντας ίσως με άλλο μοντάζ (ή ό,τι άλλο) να σώσει μια ταινία που εξαρχής υπήρξε μια απονενοημένη απόπειρα για ένα εν είδει biopic του Φρανκ Σινάτρα χωρίς budget για στοιχειώδη ανασύασταση εποχής, χωρίς κανένα τραγούδι από το τεράστιο book του και κυρίως χωρίς ταλέντο από όλους τους εμπλεκόμενους. Η ιστορία της ταινίας βασίζεται στο θεατρικό «Frank & Ava» του Γουίλαρντ Μάνους και αφηγείται στην πραγματικότητα το κομμάτι ζωής του Φρανκ Σινάτρα, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, όταν είχε χάσει τη φωνή του αλλά και το hype ανάμεσα στους crooners της εποχής. Μέσα στη θύελλα της σχέσης του με την Αβά Γκάρντνερ, προσπάθησε να επανέλθει στο προσκήνιο κερδίζοντας τον πολυπόθητο ρόλο του Αντζελο Μάτζιο στο «Οσο Υπάρχουν Ανθρωποι» του Φρεντ Τσίνεμαν, την ίδια ώρα που οι Αρχές θα τον κατηγορούσαν για τις διασυνδέσεις του με τη Μαφία.
Σινάτρα on crisis δηλαδή, σε μια ταινία που, κυρίως λόγω έλλειψης budget, εικονογραφεί τη ζωή του ως ένα νεο-νουάρ, με διαρκή ενοχλητικά (και πάρα πολύ κοντινά) close-ups, με φωτισμό που ξεγελά για την απουσία locations, σκηνικών, μια τζαζ μουσική υπόκρουση και παντελή απουσία έστω και ενός τραγουδιού του ίδιου του Σινάτρα και ατελή τεχνική διαχείριση που δεν συνηγορεί για μια έστω λιτή αλλά αξιοπρεπή ανασύσταση των 50s. Η ταινία θυμίζει straight to video απόπειρες στη δεκαετία του ’80, που μεσουρανούσαν στις προτιμήσεις των θεατών για μια κατανάλωση celebrity ιστοριών χωρίς πολλές κινηματογραφικές απαιτήσεις. Τίποτα από τα παραπάνω δεν βοηθά τους ηθοποιούς της ταινίας οι οποίοι με τη σειρά τους δεν βοηθούν τους ήρωες που ενσαρκώνουν. Είναι συγκινητικό ότι ο Ρίκο Σιμονίνι, ένας καρδιοχειρουργός με τεράστια καριέρα στο θέατρο, επιλέχθηκε από τον Γουίλαρντ Μάνους για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Σινάτρα στο θεατρικό «Frank & Ava» το 2014, για να καταλήξει λίγα χρόνια αργότερα να μεταφέρει το έργο στο σινεμά σε δική του παραγωγή. Και ενώ αρκετοί σκηνοθέτες θα τον επέλεγαν για το ρόλο του Σινάτρα εξαιτίας των εξωτερικών του χαρακτηριστικών, εδώ καταφέρνει μόνο ελάχιστα όταν υποδύεται τον ήρωα του σε μεγάλη ηλικία και σχεδόν τίποτα όταν προσπαθεί να τον περιορίσει στον τύπο του αλκοολικού, εμμονοληπτικού αλαζόνα παίζοντας σχεδόν αποκλειστικά με γκριμάτσες. Αντίβαρο που αναδεικνύει την τουλάχιστον ειλικρινή ερμηνεία του Σιμονίνι, ο εντελώς λάθος τρόπος με τον οποίο μοιάζει και παίζει την Αβά Γκάρντνερ ή Εμιλι Ελίσια Λόου, προδίδοντας όλη τη μαγνητική της υπεραξία στην καρτουνίστικη συσκευασία μιας αισθησιακής femme fatale. Σκηνοθετημένοι άτσαλα, χωρίς ρυθμό και με την κάθε σκηνή να νιώθεις ότι βγαίνει από μια διαφορετική ταινία παίζουν και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας. Ανάμεσά τους και ο Μάικλ Μάντσεν και ο Χάρι Ντιν Σταντον (από τις τελευταίες τους εμφανίσεις στην οθόνη), αλλά και ο Ερικ Ρόμπερτς και ο Λουκάς Χάας και άλλοι σταρ που σε περάσματα (ανάμεσα τους και η Ντίον Γουόργουικ με ελάχιστο χρόνο στην οθόνη – γιατί;) μπερδεύουν ακόμη περισσότερο τη συνοχή ενός αταίριαστου συνόλου που καθώς η ταινία προχωρά μοιάζει ακόμη πιο random τόσο σε επιλογή όσο και σε εκτέλεση.
Αν το ζητούμενο είναι να ειπωθεί μια ιστορία, η ιστορία είναι εκεί – καθώς ο Σινάτρα και θα πάρει το ρόλο που ζητούσε αλλά και το Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, χάνοντας την Αβά Γκάρντνερ αλλά κερδίζοντας μια νέα καριέρα. Μόνο που ακόμη και σε αυτές τις τρεις γραμμές, ακούγεται πιο συναρπαστική και πιο προσεγμένη από μια ολόκληρη ταινία που θυμίζει πραγματικά σαν να έχει κινηματογραφηθεί και μονταριστεί (πρόχειρα και αυτό) η πρόβα των ηθοποιών και το φωτογραφικό τεστ (με πειραματισμούς) πριν μπουν όλοι κανονικά για να ξεκινήσει το πραγματικό γύρισμα.

Η Οικογένεια Ντινοσάουρους (The Dino Family) των Μάγια Τουρκίνα & Μαξίμ Βόλκοφ
Τι συμβαίνει όταν ο έφηβος Φιλ, στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει τη συμμαθήτριά του, στέλνει κατά λάθος όλη την παρέα… στην εποχή των δεινοσαύρων; Παγιδευμένοι σε μια ζούγκλα γεμάτη προϊστορικούς κινδύνους, ο Φιλ και ο παλαιοντολόγος πατέρας του πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τον χαμένο στον χρόνο παππού της οικογένειας για να επιβιώσουν! Με σύμμαχο έναν βίγκαν βελοσιράπτορα και εχθρό τον μοχθηρό Τιτανοβόα, η οικογένεια Ντινοσάουρους ξεκινά μια εκρηκτική περιπέτεια.
Περιπέτεια κινουμένων σχεδίων από τη Ρωσία.








