
Η φράση “Να μαθαίνετε, να μαθαίνετε!!” είναι του Βλαντίμιρ Λένιν και αποτελούσε κεντρικό σύνθημα για την ευρεία δωρεάν για όλο το λαό εκπαίδευση στη Σοβιετική Ένωση (ΕΣΣΔ), μέσα από βιβλία, αφίσες κλπ. εποπτικά της εποχής, καθώς και από την ευρεία ιδεολογική προσπάθεια του ΚΚΣΕ _δείτε εδώ και εδώ.
ℹ️ Φωτο κεφαλίδας: αριστερά “Η γνώση σπάει τις αλυσίδες της δουλείας” | δεξιά “Ο αναλφάβητος άνθρωπος, είναι τυφλός άνθρωπος”. Σοβιετική αφίσα του 1920
Γράφει ο \\ Αστέρης Αλαμπής _Μίδας

100+χρόνια από τότε εν μέσω κυριαρχίας του διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης η κατάσταση άλλαξε άρδην _κλειδιά οικονομίας κλπ. όπως λέει το ΚΚΕ. Θα σταθούμε για λίγο _με την ευκαιρία και των νυν εκθέσεων στη χώρα μας σε Αθήνα_ Νέας Σμύρνη και Θεσσαλονίκη σε μια σύντομη παρουσίαση της πορείας του βιβλίου
Ηρακλής Κακαβάνης _Ατέχνως·
Την Παρασκευή 8 Μάη στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη
Πώς διαμορφώνεται σήμερα η κατάσταση στο χώρο παραγωγής, έκδοσης και διάδοσης του βιβλίου, ειδικά για τους μικρούς εκδότες και βιβλιοπώλες;
Το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να παράξουμε και να προωθήσουμε το βιβλίο σήμερα, γίνεται ολοένα και πιο ασφυκτικό. Είναι η φοροαφαίμαξη, η άρση προστασίας της επαγγελματικής στέγης, η ενεργειακή ακρίβεια μαζί με την κρατική αδιαφορία για το βιβλίο.
Το αναγνωστικό κοινό από την άλλη μεριά αντιμετωπίζει ένα πλέγμα εμποδίων που επιδρά στη σχέση του με το βιβλίο και το διάβασμα, το οποίο φτάνει να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια, “χόμπι” για λίγους.
Πώς άραγε μπορεί να επιβιώσει ένας μικρός εκδοτικός οίκος, ένα περιφερειακό βιβλιοπωλείο; Τι μπορεί να εκδώσει; Πώς θα το προωθήσει; Πώς αυτές οι δυσκολίες επιδρούν στο περιεχόμενο των επιλογών του;
Πώς θα υπάρξει φτηνό και προσιτό βιβλίο για τον αναγνώστη;
Έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια _γράφει στο Ριζοσπάστη το 2008 η Βασιλεία Παπαρήγα, από την πρώτη έκθεση βιβλίου στην Κηφισιά, η οποία διοργανώθηκε από το Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (ΣΕΒΑ), ενώ στα 1980 ο Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου (ΣΕΒΚ) διοργανώνει μια αντίστοιχη στο Πεδίον του Άρεως __Την ίδια εποχή ξεκινάει και η έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο. Έτσι αρχίζει η ιστορία των εκθέσεων βιβλίων στην Ελλάδα και δη στις μεγάλες πόλεις. Συνδικαλιστικοί φορείς και ιδιώτες εδραιώνουν αυτόν το θεσμό, με σκοπό την εμπορική άμιλλα κι ανταγωνισμό και τη δημιουργία μιας σταθερής εμπορικής σχέσης του αναγνωστικού κοινού με τους χώρους πώλησης των εκδόσεων, είτε αυτοί ορίζονται ως καταστήματα είτε ως υπαίθρια περίπτερα. Συνεπώς, μέσα από αυτό το θεσμό περνάει η σύγχρονη συγγραφική παραγωγή της Ελλάδας _

ℹ️ Η Βίλμα Βρμπόβα _Κοτρμπόβα (1905-1993) ήταν Τσέχα ζωγράφος, προσωπογράφος που διέπρεψε στον τομέα των παιδικών πορτρέτων. Σπούδασε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών στην Πράγα (1921–1924) και στη συνέχεια στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών στο εργαστήριο του Vratislava Nechleby (Βρατισλάβ Νέχλεμπα 1924–1930). Από το 1935 ήταν μέλος της Umělecká beseda _ Καλλιτεχνική Συζήτηση (σύλλογος που συγκεντρώνει πολλούς Τσέχους καλλιτέχνες, θεωρητικούς και χορηγούς σε τρία τμήματα από το 1863: λογοτεχνικό, εικαστικό και μουσικό). Δημιούργησε, τους πίνακες “Κορίτσι με σκουφάκι”, “Οικογενειακό πορτρέτο” και άφησε επίσης πίσω του πολλά σχέδια. Χρησιμοποίησε επίσης το ενδιαφέρον της για τα παιδιά ως εικονογράφος βιβλίων (πχ. μαθήτρια Kája Mařík, 1948)
ЛЕНГИЗ_ Rodchenko: Η αφίσα “Lengiz: Βιβλία για όλους τους κλάδους της γνώσης” βασίζεται σε φωτογραφία της Lilya Brik που τραβήχτηκε από τον ίδιο τον Rodchenko και αποτελεί σύμβολο με άκαμπτη γεωμετρική κατασκευή και φωτεινά πιτσιλίσματα. Θυμίζουμε πως η Lilya Brik (Λίλια Γιούριεβνα Μπρικ_1891-1978) ήταν Ρωσίδα \ Σοβιετική συγγραφέας, η οποία συνδέθηκε, με σπουδαίους πρωτοπόρους εικαστικούς και είναι περισσότερο γνωστή για τον ερωτικό δεσμό με τον Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. Ο Πάμπλο Νερούδα την ονόμασε «μούσα της ρωσικής avant-garde». Το όνομά της συχνά παίρνει το σχήμα του ακρωνυμίου, ως “Л.Ю.” ή “Л.Ю.Б, το οποίο είναι και τα τρία πρώτα γράμματα της ρωσικής λέξης «любовь», που σημαίνει αγάπη.
Εκθέσεις βιβλίων
Μικροί και μεγάλοι εν δράσει
Με το πέρασμα των χρόνων, έγινε και μια _όχι πάντα επιτυχημένη, προσπάθεια αυτές οι εκθέσεις να μην έχουν ένα στείρο εμπορικό χαρακτήρα, αλλά να μετατραπούν σε πολιτιστικό γεγονός με χάπενινγκ και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Σ’ όλη αυτή την πορεία, το αστικό κράτος αρχικά μένει παρατηρητής και χειροκροτητής της ιδιωτικής πρωτοβουλίας που το διευκολύνει, αναλαμβάνοντας να παίξει το ρόλο του ενδιάμεσου μεταξύ του βιβλίου και του κοινού. Αργότερα, όμως, αποφάσισε να συμμετέχει στη διοργάνωση των εν λόγω εκθέσεων μέσω του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), ώστε να φανεί πως το ζήτημα του βιβλίου αποτελεί εθνική πολιτική της χώρας, με προοπτική η Ελλάδα να παίξει σημαίνοντα ρόλο στην ανταγωνιστική και παγκοσμιοποιημένη αγορά των εκδόσεων. Στα Φεστιβάλ που γίνονται κυρίως το φθινόπωρο και την άνοιξη στις μεγάλες πόλεις – κυρίως Θεσσαλονίκη και Αθήνα – το βιβλιόφιλο κοινό μπορεί να δει δρώμενα ή ταινίες βασισμένες σε λογοτεχνικά έργα σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Επιστρατεύονται εικαστικοί για να αποτυπώσουν το χαρακτήρα του Φεστιβάλ σε αφίσες και διεξάγεται μια οργανωμένη διαφημιστική εκστρατεία, ως συμβαίνει με κάθε προϊόν που απαιτείται η προώθησή του στην αγορά.
Παρ’ όλη την «αρμονική» σύζευξη ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, τα τελευταία χρόνια πληθαίνει η γκρίνια γύρω από τον παρακμάζοντα χαρακτήρα αυτών των εκθέσεων, καθώς αυτές οι διοργανώσεις δείχνουν να έχουν μια πολύ περιορισμένη εμβέλεια που δεν ξεπερνά την ετήσια καθιερωμένη παρουσία τους σε έναν παρακμάζοντα θεσμό. Η απάντηση του προβλήματος στο πλαίσιο της κριτικής θεώρησης των εκθέσεων βιβλίων βολεύει αφάνταστα την εξουσία, γιατί περιορίζεται η οπτική του προβλήματος. Η έκθεση βιβλίου είναι ένα χρονικά πεπερασμένο γεγονός, το οποίο αποτυπώνει, όμως, την ουσιαστική και μόνιμη σχέση βιβλίου – κοινωνίας. Κάθε παγίωση ή αλλαγή σε αυτή τη σχέση αποτυπώνεται και στις εκθέσεις βιβλίου. Κι αυτή η σχέση δεν είναι έξω από τα όρια της εξουσίας που ορίζει και τις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις.
Το βιβλίο δεν αποτελεί αντικείμενο ενός κύκλου που περιορίζεται στον συγγραφέα, τον εκδότη και τον διανομέα του τελικού προϊόντος. Επί της ουσίας η σύλληψη, η συγγραφή του και ο προορισμός του για το ευρύ κοινό αποτελούν μια διαρκή σχέση, ένα συνεχιζόμενο διάλογο μεταξύ δημιουργού και αναγνωστών. Πώς μπορεί, όμως, να αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση όταν η σχέση δημιουργού – δημιουργήματος κι αναγνώστη έχει αναχθεί σε σχέση προϊόντος με καταναλωτή; Το βιβλίο σήμερα θεωρείται ένα προϊόν πολυτελείας, ενώ το διάβασμα εκλαμβάνεται ως γνώρισμα των αργόσχολων _κυρίως εύπορων. Κι εδώ το αστικό κράτος έχει κάνει καλά τη δουλειά του, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις του ειδικά για τους νέους _ξερή αποστήθιση της δευτεροβάθμιας διδακτέας ύλης, ενώ οιαδήποτε άλλη ενασχόληση του μαθητή με λογοτεχνικά ή επιστημονικά αναγνώσματα «εκτός ύλης» εκλαμβάνεται ως χάσιμο χρόνου και ως αυτοϋπονόμευση της επιτυχίας του στις εξετάσεις.
Συνεπώς, το αναγνωστικό κοινό, γίνεται όλο και μικρότερο μικρό και δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας ποσοτικά και ποιοτικά αναπτυσσόμενης κοινότητας ανθρώπων που παρακολουθεί συστηματικά την εξέλιξη και την ποικιλομορφία του γραπτού λόγου. Στην εποχή μας, η πώληση του βιβλίου σχετίζεται βασικά με την έννοια του best seller, δλδ του καθαρά εμπορικού αναγνώσματος που ως φτηνή παραγωγή – τόσο στην ουσία όσο και στην εκδόσιμη μορφή του – διανέμεται στο ευρύ κοινό για να διαβαστεί ως «χάζεμα» λίγο πριν τον ύπνο του δικαίου ή σε μια μακρινή διαδρομή με λεωφορείο. Πολύ περισσότερο το λογοτεχνικό βιβλίο, η ποίηση ή το θεατρικό έργο θεωρούνται κτήματα μιας ελίτ διανοούμενων που έχουν το χρόνο και τη γνώση να ασχοληθούν με αυτά. Μόνο όταν η τηλεόραση παίξει κάποιο σίριαλ βασισμένο σε ένα λογοτεχνικό βιβλίο ή μελοποιηθεί κάποιο ποίημα ως τραγούδι (και δη ως δήθεν ποιοτικό σουξέ), υπάρχει συνήθως πρόσκαιρο και περιορισμένο, ενδιαφέρον. Από τη στιγμή που η γνώση μεταλλάσσεται σε ενημέρωση και φαντεζί είδηση, το βιβλίο μοιάζει δύσκολο, απόμακρο και μη χρηστικό για την καθημερινότητα του μέσου αναγνώστη που ψάχνει «πασπαρτού» για να «τη βγάλει καθαρή» κι όχι γνώση για να έχει συνείδηση της ιστορικής πραγματικότητας που βιώνει και ρυθμίζει την καθημερινότητά του. Κι αυτή τη λογική δημιουργεί κι ενδυναμώνει η εξουσία γιατί η γνώση στα χέρια των κολασμένων είναι εργαλείο ανατροπής, ενώ στα χέρια των λίγων είναι δύναμη υποταγής και επιβολής επί των πολλών.
Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι παρουσιάζουν μια αριθμητική αύξηση εκδόσεων απολύτως ανάλογη με τη ραγδαία μείωση της ποιότητας των εκδόσεών τους. Ολα θεωρούνται εκδόσιμα, όσο πιο φτηνά και ροζ γίνεται, για να κολακευτεί ο μέσος αναγνώστης που τον έμαθαν να φοβάται και να απαξιώνει το διάβασμα. Κι αν δεν τα αγοράσει τα εν λόγω πονήματα στο σούπερ μάρκετ, FNAC, ή στο μικρό βιβλιοπωλείο, θα τα πάρει με κάποια κυριακάτικη εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας μαζί με μια βιντεοταινία «σοφτ πορν», έναν Ντοστογιέφσκι ως επίφαση «ποιότητας», κι έναν ταξιδιωτικό οδηγό. Ο Τύπος, το δεξί χέρι της εξουσίας, δε μένει έξω απ’ το παιχνίδι… Όταν το βιβλίο εξοβελίζεται από την καθημερινότητα του εργαζόμενου πώς μπορεί να γίνει μια έκθεση βιβλίου μέγα πολιτιστικό γεγονός; Ο ιστορικός χώρος ή τα περίπτερα κι ο διάκοσμος σύγχρονης αισθητικής θα αφήσουν αδιάφορο τον κόσμο που θα τον περιδιαβεί ως μέρος ενός οικονομικού «χαζέματος». Κι αν κάτι προωθεί η εξουσία, κυρίως μέσα στην απαρχή αυτού του αιώνα είναι, «να χαζεύετε, να χαζεύετε, να χαζεύετε!»…
Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ
ΚΣ της ΚΝΕ | κυκλοφόρησε το 2006 από τη ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ _ISBN: 960-451-019-3
Όπως αναφέρει __
Για τους κομμουνιστές αυτό το σύνθημα ήταν και είναι πάντα στην πρώτη γραμμή, όχι μόνο ως σύνθημα αλλά και οδηγός για δράση. Θέλουμε να κατακτάμε όλα τα κάστρα της γνώσης, να γνωρίζουμε τον κόσμο, γιατί θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γιατί η απαίτηση της εποχής μας είναι ο σοσιαλισμός και ο αγώνας για την ανατροπή του καπιταλισμού, ένας αγώνας που απαιτεί γνώση των νομοτελειών της εξέλιξης και αισιοδοξία που βασίζεται ακριβώς σ’ αυτή τη γνώση και τη σιγουριά «πως αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και θα αλλάξει». Ζούμε σε μια περίοδο έντασης της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας με όπλα το σκοταδισμό, τη σύγχυση, την καλλιέργεια κάθε είδους ανορθολογισμού σε σχέση με τη φύση και την κοινωνία, την καλλιέργεια κάθε είδους πνευματικής νάρκωσης της ανθρώπινης σκέψης. Η επαφή και μελέτη του Μαρξισμού – Λενινισμού, αλλά και η προοδευτική λογοτεχνία, η ποίηση και η ιστορία της ταξικής πάλης, αποτελούν σημαντικά εφόδια για κάθε νέο και ιδιαίτερα κάθε νέο κομμουνιστή για τη διαμόρφωση ισχυρής επαναστατικής προσωπικότητας. Σ’ αυτή την προσπάθεια πιστεύουμε συμβάλει και η έκδοση αυτού του μικρού οδηγού μελέτης και επαφής με το μαρξιστικό-λενινιστικό, πολιτικό και προοδευτικό βιβλίο.

Δείτε και Η γνώση είναι δύναμη και φωτίζει την πραγματική διέξοδο | Συζήτηση με τον Δημήτρη Ξεκαλάκη, υπεύθυνο των εκδόσεων της «Σύγχρονης Εποχής» και μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ
ΕΣΣΔ
Άδοξο τέλος μιας ένδοξης ιστορίας
Η Σοβιετική Ένωση (ΕΣΣΔ) χαρακτηριζόταν από εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανάγνωσης βιβλίων, με την ανάγνωση να αποτελεί μια καθημερινή, μαζική ανάγκη για τους πολίτες.
- Μετά το 1917, εκδόθηκαν ~900 χιλιάδες τίτλοι βιβλίων, με συνολικό τιράζ που ξεπερνούσε τα 10 δισεκατομμύρια αντίτυπα.
- Τα βιβλία εκδίδονταν σε 115 γλώσσες, καλύπτοντας τις ανάγκες των πολυάριθμων εθνοτήτων της χώρας.
- Ήταν εξαιρετικά προσιτό οικονομικά, γεγονός που ευνοούσε την ευρεία κυκλοφορία του.
- Η λογοτεχνία της εποχής, με συγγραφείς και ποιητικά έργα, αποτελούσε κεντρικό κομμάτι της πολιτιστικής ζωής
Αυτά έχουν να κάνουν με την πολιτικής ζωής της χώρας όπου παίρνουν μέρος όλα τα κοινωνικά συμμετέχουν ενεργά στη διακυβέρνησή της και στις μαζικές οργανώσεις, το επίπεδο των σοβιετικών σχολείων η ανάπτυξη του πολιτισμού κλπ. Με την εγκαθίδρυση του καθεστώτος των μπολσεβίκων, δημιουργείται _βασανιστικά στην αρχή ένας νέος τύπος αναγνώστη που είναι εμψυχωμένος από μια σταθερή επιθυμία να μάθει και δεν μπορεί να ζήσει χωρίς βιβλία. Ενώ πριν την Επανάσταση τα βιβλία εκδίδονταν από ιδιωτικούς εκδοτικούς οίκους και το βιβλίο κόστιζε ακριβά και στον λαό ήταν άγνωστο, μια και στη μεγάλη του πλειοψηφία δεν ήξερε να διαβάζει ύστερα απ’ το 1917 η έκδοση των βιβλίων έγινε υπόθεση του κράτους. Τα περισσότερα βιβλία πριν απ’ την Επανάσταση βγαίνανε σε ρωσική γλώσσα και μόνο σε Αγία Πετρούπολη και Μόσχα. Στα 1937 το ¼, ήταν τυπωμένα στις εθνικές γλώσσες των διαφόρων εθνοτήτων _μάλιστα ύστερα απ’ την Επανάσταση 40 εθνότητες απέκτησαν γραπτή γλώσσα που ποτέ δεν είχαν. Πριν απ’ την Επανάσταση κυριαρχούσαν τα ανούσια θέματα, οι διαστρεβλωμένες απόψεις της ζωής, οι υποθέσεις που έκαναν τον αναγνώστη να δεχτεί την καταπιεστική κυριαρχία των εκμεταλλευτικών τάξεων, τώρα κυριαρχούν τα επιστημονικά και πολιτικά βιβλία, όπως και τα μυθιστορήματα. Σε πρώτη σειρά έρχονται τα έργα με κοινωνικά και οικονομικά θέματα. Ως τα 1937 τα έργα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Στάλιν εκδόθηκαν σε 360 εκατομμύρια αντίτυπα σε 10άδες γλώσσες των λαών της ΕΣΣΔ. Το 1913 είχαν εκδοθεί 16.000.000 αντίτυπα μυθιστορημάτων, το 1937 118.000.000 __
Άδοξο τέλος μιας ένδοξης ιστορίας
















