Όταν η επίκληση της ζωής γίνεται άλλοθι για τη ρατσιστική βία – Η κοινωνία δεν μπορεί να σιωπήσει απέναντι στη φασιστική απειλή
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Η ακροδεξιά πολιτικός Καρυστιανού, με αφορμή το νέο κρατικό και ρατσιστικό έγκλημα ανοιχτά της Χίου που οδήγησε στο θάνατο δεκαπέντε πρόσφυγες/ισσες, επαναφέρει με θράσος ρατσιστικά και εθνικιστικά επιχειρήματα που υπονομεύουν την έννοια της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας. Οι δηλώσεις της δεν αποτελούν απλώς μια ακραία πολιτική θέση, αλλά προσπαθούν να μετατρέψουν την πολιτική βία σε κανονικότητα.
Το χειρότερο είναι ότι η κυβέρνηση, αντί να υπερασπιστεί την ανθρώπινη ζωή, οργανώνει με όρεξη τον πόλεμο κατά της προσφυγιάς, σύμφωνα με την πολιτική που έχει χαράξει από κοινού με την ΕΕ και την FRONTEX. Το Λιμενικό και η Ακτοφυλακή βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της “αποτροπής με κάθε μέσο”. Όπως έλεγε παλιότερα ο Θ. Πλεύρης, υπουργός καταδίωξης των μεταναστών, πρέπει να υπάρξουν νεκροί για να σταλεί το μήνυμα να μην έρχονται. Τέτοιες πολιτικές αφήνουν ελεύθερο το έδαφος στις ρατσιστικές φωνές, από τα ορφανά της εγκληματικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής μέχρι τον Βελόπουλο, τον Νατσιό και την Καρυστιανού, να διεκδικούν μεγαλύτερη κλιμάκωση των ρατσιστικών πογκρόμ. Είναι οι ίδιοι που στηρίζουν το κράτος-τρομοκράτη του Ισραήλ στη γενοκτονική του δράση στην Παλαιστίνη και δεν έχουν πει ούτε μία λέξη καταδίκης του μεγαλύτερου εγκλήματος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η αντίφαση στις δηλώσεις της Καρυστιανού είναι εξόφθαλμη. Από τη μια, δηλώνει υποκριτικά ότι η ανθρώπινη ζωή είναι σημαντική και αδιαπραγμάτευτη, και ότι πρέπει να εξαντλήσουμε όλα τα μέσα για να την προστατεύσουμε. Από την άλλη, καλεί την κυβέρνηση σε μέτρα που στην πράξη σημαίνουν νέες δολοφονίες προσφύγων, των παιδιών τους και των εμβρύων. Αλήθεια, για την κυρία Καρυστιανού φαίνεται πως μόνο οι ζωές των εμβρύων ελληνικής καταγωγής αξίζουν, και ας πεθάνουν τα ξένα μαζί με τους γονείς και τα αδέρφια τους. Και όμως, η θέση αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον: από τη μια τονίζει ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αποδεικνύεται ανίκανη να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή, και από την άλλη διεκδικεί περισσότερους θανάτους, ζητώντας το από τους πολιτικά και ηθικά υπεύθυνους για το ναυάγιο της Πύλου με τους πάνω από 600 νεκρούς αποδεικνύοντας ότι η πολιτική της ρατσιστικής και ακροδεξιάς βίας δεν έχει όρια και δεν γνωρίζει φραγμούς.
Όμως, όσο και να προσπαθούν πρόσωπα όπως η Καρυστιανού να βγουν στον αφρό της φυλετικής μισαλλοδοξίας, κανείς δεν ξεπερνά την κυβέρνηση Μητσοτάκη στη ρατσιστική πλειοδοσία. Η παρουσία του Πλεύρη στο σχετικό υπουργείο, όπως και του Βορίδη πριν από αυτόν, εγγυάται τη συνέχεια της τακτικής καταδιώξεων που κοστίζει ανθρώπινες ζωές, με εμπλοκή του αρχηγού του Λιμενικού Τ. Κοντιζά στο φονικό ναυάγιο της Πύλου, για το οποίο διώκεται μαζί με άλλους 20 αξιωματικούς του Λιμενικού. Χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς, η ανοχή απέναντι σε ακροδεξιά επιχειρήματα και η πολιτική της κυβέρνησης θα δημιουργήσουν, αν το επιτρέψουμε, ένα σοβαρό κενό δικαίου και ηθικής. Η αναγνώριση ότι η κυβέρνηση δολοφονεί με τις ιδιωτικοποιήσεις, με τη θυσία χιλιάδων ανθρώπινων ζωών στο βωμό του κέρδους και μετατρέποντας τους χώρους δουλειάς σε παγίδες θανάτου, δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά προϋπόθεση για την υπεράσπιση των εργατικών δικαιωμάτων, των δημοκρατικών θεσμών και της κοινωνικής συνοχής.
Κάθε στιγμή που η Καρυστιανού και η κάθε Καρυστιανού δίνει άλλοθι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη να συνεχίσει το εγκληματικό της έργο, μετατρέπει την επίκληση της ζωής σε άλλοθι για βία. Η κοινωνία καλείται να αντισταθεί, να μην αφήσει τη βία να νομιμοποιηθεί και να υπερασπιστεί τη συλλογική αξιοπρέπεια. Η εξέλιξη των ακροδεξιών σχηματισμών, που αντλούν δύναμη από τη δράση των τραμπικών φασιστικών ταγμάτων εφόδου της ICE, είναι ανησυχητική. Αλλά η κοινωνία και κυρίως η εργατική τάξη διαθέτουν τη δύναμη να αποτρέψουν την κανονικοποίηση της αδικίας. Η συλλογική εγρήγορση, η αντίσταση στις ρατσιστικές κραυγές και η απαίτηση για ουσιαστική προστασία της ζωής είναι το μόνο όπλο απέναντι σε μια κυβέρνηση που κωφεύει και στους ακροδεξιούς που προσπαθούν να επιβληθούν ως “φυσιολογικοί σωτήρες”.
Η κοινωνία οφείλει να αναλάβει δράση, να επαναφέρει την ηθική και την πολιτική ευθύνη στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης και να υπερασπιστεί την ανθρώπινη ζωή χωρίς συμβιβασμούς. Η δυναμική υπάρχει και ο δρόμος είναι δύσκολος, αλλά είναι κι ο μόνος που υπάρχει για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας και της ζωής. Αυτό σημαίνει οργάνωση και βάθεμα των απεργιακών και αγωνιστικών κινητοποιήσεων για να ρίξουμε την κυβέρνηση των δολοφόνων. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η 48ωρη Απεργία στις 27-28 Φλεβάρη, στα τρία χρόνια από το έγκλημα των Τεμπών, όπως πρότεινε και ο Πάνος Ρούτσι, είναι ώρα να αγκαλιαστεί και να οργανωθεί ώστε να περάσει το κατάλληλο μήνυμα.







