Μακροζωία … μεγάλη κουβέντα. Μελέτες έχουν υπολογίσει ότι ~ 20-30% της διακύμανσης της ανθρώπινης διάρκειας ζωής μπορεί να έχει σχέση με τη γενετική, ενώ το υπόλοιπο _λένε έχει σχέση και με ατομικές συμπεριφορές καθώς και περιβαλλοντικούς παράγοντες οι οποίοι είναι δυνατόν να τροποποιηθούν. Το κοινό στοιχείο όσων ζουν μέχρι τα 100+ δεν έχει να κάνει με διατροφή ή άσκηση, υποστηρίζει μελέτη. Στο μεταξύ οι πλούσιοι ζουν αποδεδειγμένα (στατιστικά) περισσότερα χρόνια από τους φτωχούς. Σύμφωνα με έρευνες, το πλουσιότερο μέρος του πληθυσμού έχει έως και 20 χρόνια!! μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής συγκριτικά με τα φτωχότερα στρώματα
Γράφει ο // Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
Αλλά πάμε στη μελέτη: Η διατροφή, η άσκηση και οι κοινωνικές σχέσεις θεωρούνται βασικοί παράγοντες στη μακροζωία. Ωστόσο, νέα έρευνα υποδεικνύει ότι σημαντικό ρόλο μπορεί να παίζει και ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται: η προσωπικότητα. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε κατοίκους της Σαρδηνίας, μιας από τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί “Μπλε Ζώνες”, επειδή εμφανίζουν υψηλά % μακροζωίας και μεγάλο αριθμό ανθρώπων που φτάνουν ή ξεπερνούν τα 100 χρόνια ζωής, αναφέρει το Science Alert _ansa.it __σσ. οιι μπλε ζώνες είναι περιοχές του κόσμου οι οποίες πιστεύεται ότι έχουν μεγαλύτερο από το συνηθισμένο αριθμό ανθρώπων που ζουν πολύ περισσότερο από τον μέσο όρο, όπως προσδιορίστηκαν από τους Τζάνι Πες και Μισέλ Πουλέν. Έχουν τεθεί πέντε “μπλε ζώνες”: Οκινάουα (Ιαπωνία), Σαρδηνία (Ιταλία), Χερσόνησος Νικόγια (Κόστα Ρίκα), Ικαρία (Ελλάδα) και Λόμα Λίντα (Καλιφόρνια, ΗΠΑ). Η έννοια των Μπλε Ζωνών προέκυψε από τη δημογραφική εργασία των Τζάνι Πες και Μισέλ Πουλέν, που δημοσιεύτηκε το 2004 από το περιοδικό Experimental Gerontology οι οποίοι προσδιόρισαν την επαρχία Nuoro της Σαρδηνίας ως την περιοχή με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αρρένων αιωνόβιων. Καθώς οι δύο άντρες έφτασαν στο συγκρότημα των χωριών με τη μεγαλύτερη μακροζωία, άρχισαν να αναφέρονται στην περιοχή ως “Γαλάζια Ζώνη “. Οι Μπλε ζώνες υποστηρίζουν τις ιδέες της υγιεινής διατροφής, του ενεργού τρόπου ζωής και της συμμετοχής της κοινότητας
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την ψυχολόγο Maria Chiara Fastame από το Πανεπιστήμιο του Κάλιαρι στην Ιταλία, εξέτασαν κατά πόσο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας συνδέονται με την ψυχολογική ευεξία, την ποιότητα ζωής και έναν πιο δραστήριο τρόπο ζωής κατά την τρίτη ηλικία. Στην έρευνα συμμετείχαν άτομα ηλικίας από 71 έως 101 ετών. Από αυτά, τα 55 ζούσαν στη Μπλε Ζώνη της Σαρδηνίας, ενώ τα υπόλοιπα 70 προέρχονταν από γειτονική περιοχή εκτός της ζώνης. Οι δύο πληθυσμοί είχαν παρόμοιο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, καθώς και πρόσβαση στο ίδιο δημόσιο σύστημα υγείας.
5 βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τεστ, ερωτηματολόγια και συνεντεύξεις σχετικά με τη σωματική και ψυχική τους υγεία, τις καθημερινές τους δραστηριότητες, τα ενδιαφέροντα και τα χόμπι τους. Παράλληλα αξιολογήθηκαν με βάση τα πέντε βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας: εξωστρέφεια, δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες, ευσυνειδησία, προσήνεια και νευρωτισμός. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα ήταν ότι οι κάτοικοι της Μπλε Ζώνης δεν εμφάνιζαν σημαντικά καλύτερη ποιότητα ζωής σε σχέση με όσους ζούσαν εκτός αυτής. Παρουσίαζαν, όμως, πολύ υψηλότερα επίπεδα δεκτικότητας σε νέες εμπειρίες.
Το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό συνδέεται με την περιέργεια, τη διάθεση για μάθηση, το ενδιαφέρον για νέες ιδέες και την προθυμία δοκιμής διαφορετικών δραστηριοτήτων. Οι κάτοικοι της Μπλε Ζώνης εμφάνισαν επίσης καλύτερες δεξιότητες αντιμετώπισης δυσκολιών, μεγαλύτερη συναισθηματική επάρκεια και περισσότερη ενασχόληση με δραστηριότητες που κρατούν ενεργό το μυαλό ή το σώμα. Στο σύνολο των συμμετεχόντων, όσοι είχαν μεγαλύτερη δεκτικότητα σε νέες εμπειρίες παρουσίαζαν καλύτερη ψυχολογική ευεξία και αφιέρωναν περισσότερο χρόνο σε χόμπι. Τα υψηλότερα επίπεδα ευσυνειδησίας συνδέονταν με μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή και καλύτερη διαχείριση των προβλημάτων. Αντίθετα, ο αυξημένος νευρωτισμός συσχετίστηκε με χαμηλότερη ποιότητα ζωής.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η προσωπικότητα πιθανότατα δεν επηρεάζει άμεσα τη μακροζωία. Μπορεί, όμως, να διαμορφώνει συνήθειες που ευνοούν την υγιή γήρανση. Ένας περίεργος και ανοιχτός άνθρωπος είναι πιθανότερο να αναζητά νέες εμπειρίες, να διατηρεί κοινωνικές επαφές, να μαθαίνει, να ασχολείται με χόμπι και να παραμένει δραστήριος. Η μελέτη ήταν μικρή και παρατηρητική, επομένως δεν μπορεί να αποδείξει ότι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προκαλούν καλύτερη γήρανση. Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό International Journal of Applied Positive Psychology, ενισχύουν πάντως την άποψη ότι η ψυχολογία μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά προς τη διατροφή, την άσκηση και την κοινωνική ζωή.
Πέθανε ο γηραιότερος άνθρωπος στον κόσμο στη Βενεζουέλα _ηλικία 114 ετών
Νέα έρευνα για τη μακροζωία:
Οι άνθρωποι ζουν πιο πολύ αλλά με προβλήματα υγείας –
Τι ισχύει για Ελλάδα
Όπως προκύπτει από την έρευνα, το χάσμα νοσηρότητας, δηλαδή ο αριθμός των χρόνων που οι άνθρωποι ζουν με κακή υγεία, αυξήθηκε σχεδόν σε όλες τις χώρες Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο – και στην Ελλάδα- ζουν πλέον περισσότερο, ωστόσο περνούν μεγαλύτερο μέρος αυτών των επιπλέον ετών αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας, σύμφωνα με νέα έρευνα του Ινστιτούτου Μετρήσεων και Αξιολόγησης Υγείας (IHME) του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The Lancet Public Health». Όπως προκύπτει από τη μελέτη, το χάσμα νοσηρότητας, δηλαδή ο αριθμός των χρόνων που οι άνθρωποι ζουν με κακή υγεία, αυξήθηκε σχεδόν σε όλες τις χώρες και περιοχές του κόσμου που αναλύθηκαν από το 1990 ως το 2023.
Μεταξύ 1990 και 2023, το παγκόσμιο προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση αυξήθηκε από 64,6 σε 73,8 έτη, ενώ το προσδόκιμο υγιούς ζωής αυξήθηκε από 55,9 σε 63,1 έτη. Ωστόσο, επειδή η αύξηση της επιβίωσης ήταν μεγαλύτερη από την αύξηση των ετών που οι άνθρωποι ζουν με καλή υγεία, το αποτέλεσμα είναι οι άνθρωποι να περνούν περισσότερα χρόνια με χρόνιες παθήσεις και αναπηρίες. Αν και η πανδημία COVID-19 προκάλεσε προσωρινή μείωση τόσο του προσδόκιμου ζωής όσο και του προσδόκιμου υγιούς ζωής, δεν ανέτρεψε τη μακροπρόθεσμη τάση διεύρυνσης του χάσματος νοσηρότητας.
Μέσα σε μόλις μία γενιά, το παγκόσμιο χάσμα νοσηρότητας αυξήθηκε σχεδόν κατά δύο χρόνια, από 8,8 έτη το 1990 σε 10,7 έτη το 2023 (αύξηση κατά 21,9%). Κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο πέρασαν το 14,5% της ζωής τους με κακή υγεία το 2023, έναντι 13,6% το 1990.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αύξηση αυτή δεν περιορίζεται πλέον στα τελευταία χρόνια της ζωής. Αντίθετα, καταγράφεται σε όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής, γεγονός που δείχνει ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια με χρόνιες ασθένειες και αναπηρίες. Λίγες μόλις χώρες είδαν το ποσοστό της ζωής που οι άνθρωποι περνούν με κακή υγεία να μειώνεται.
Το μεγαλύτερο χάσμα στις πλούσιες χώρες
Το βάρος της κακής υγείας διαφέρει σημαντικά μεταξύ χωρών και περιοχών, αλλά και η αύξηση καταγράφηκε και στις επτά μεγάλες γεωγραφικές περιφέρειες του κόσμου που μελετήθηκαν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι οι μεγαλύτερες περίοδοι ζωής με προβλήματα υγείας καταγράφονται συνήθως στις χώρες όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Το 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής εμφάνισαν το μεγαλύτερο χάσμα νοσηρότητας παγκοσμίως (14 χρόνια), ενώ ακολουθούσαν η Αυστραλία (13,9 έτη) και ο Καναδάς (13,7 έτη). Γενικότερα, οι χώρες με υψηλότερο Κοινωνικοδημογραφικό Δείκτη (Socio-demographic Index – SDI) παρουσιάζουν τόσο μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής όσο και περισσότερα χρόνια ζωής με κακή υγεία, γεγονός που δείχνει ότι η αύξηση της μακροζωίας δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη βελτίωση της υγείας. Το μικρότερο χάσμα καταγράφηκε το 2023 στην υποσαχάρια Αφρική (9 έτη).
Τα στοιχεία για την Ελλάδα
Το χάσμα νοσηρότητας διευρύνθηκε σχεδόν παντού στην Ευρώπη, όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, ο καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον και διευθυντής Στρατηγικής Έρευνας στο IHME, Σάιμον Χέι (Simon I. Hay). Στην Ελλάδα, όπου κάτι έχει μείνει από τη Μεσογειακή Διατροφή το 2023 ήταν 11,9 έτη από 10 το 1990. Πρόκειται για αύξηση 1,9 ετών ή περίπου 18%. Υπολογίζεται ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα περνούν το 14,7% της ζωής τους με κακή υγεία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 1990 ήταν 13%. Τα παραπάνω, επισημαίνει ο κ. Χέι, τοποθετούν την Ελλάδα περίπου στο μέσο της δυτικής Ευρώπης: κοντά στη Γερμανία (11,9 χρόνια ή 14,7% της ζωής με κακή υγεία), λίγο πιο κάτω από τη Γαλλία (12,5 χρόνια ή 15,2%), το Ηνωμένο Βασίλειο (12,7 χρόνια, 15,7%) και την Ολλανδία (12,9 χρόνια ή 15,7%). Λίγο κάτω από την Ελλάδα βρίσκονται η Ιταλία (11,8 χρόνια ή 14,2%) και η Ισπανία (12,1 χρόνια ή 14,5%).
σσ. Το χάσμα νοσηρότητας (healthspan-lifespan gap) είναι η διαφορά ανάμεσα στο συνολικό προσδόκιμο ζωής και στα χρόνια που ζει κάποιος με καλή υγεία. Δείχνει πόσο διάστημα περνά ένας άνθρωπος στο τέλος της ζωής του αντιμετωπίζοντας χρόνιες παθήσεις, πόνους ή αναπηρίες. Παγκόσμια αύξηση: Το χάσμα ανέβηκε από τα 8,8 έτη (1990) στα 10,7 έτη (2023) δλδ. η ιατρική πρόοδος παρατείνει τη ζωή, αλλά όχι αναλογικά και τα χρόνια πλήρους ευεξίας.
Σε όλη την Ευρώπη, όπως και στον υπόλοιπο κόσμο, το χάσμα νοσηρότητας οφείλεται στις ίδιες χρόνιες και σε μεγάλο βαθμό μη θανατηφόρες παθήσεις: κυρίως μυοσκελετικές παθήσεις, όπως η οσφυαλγία, ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και το άγχος, η ηλικιακή απώλεια ακοής και οι πτώσεις, μαζί με παράγοντες κινδύνου, όπως το υψηλό σάκχαρο στο αίμα, ο υψηλός δείκτης μάζας σώματος και το κάπνισμα.
Σε όλες τις περιοχές του κόσμου οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες, αλλά περνούν και περισσότερα χρόνια με προβλήματα υγείας. Το 2023, το μέσο χάσμα νοσηρότητας για τις γυναίκες ήταν τα 12,1 χρόνια, έναντι 9,3 ετών για τους άνδρες. Το μοτίβο αυτό ήταν σταθερό σε όλες τις κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες. Πολλά από τα χρόνια κακής υγείας συνδέονται με παράγοντες κινδύνου που μπορούν να προληφθούν ή να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι κυριότεροι ήταν τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, ο αυξημένος δείκτης μάζας σώματος, ο παιδικός και μητρικός υποσιτισμός και το κάπνισμα. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι, καθώς οι πληθυσμοί γηράσκουν, απαιτείται μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη των χρόνιων νοσημάτων, στην καθυστέρηση της αναπηρίας, καθώς και στη διασφάλιση πρόσβασης σε υπηρεσίες αποκατάστασης, ψυχικής υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας.
Με πληροφορίες από Lancet Public Health, __δείτε εδώ ΑΠΕ-ΜΠΕ








