Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Το Sinners (Αμαρτωλοί) του Ράιαν Κούγκλερ δεν είναι απλώς μια καλοφτιαγμένη ταινία τρόμου με υπερφυσικά στοιχεία. Πρόκειται για ένα σοβαρό και αξιόλογο κινηματογραφικό έργο που χρησιμοποιεί το είδος του τρόμου για να μιλήσει βαθιά για τη σύγχρονη Ιστορία, τη συλλογική μνήμη και τις ρωγμές μιας κοινωνίας που συνεχίζει να επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα βίας, αλλάζοντας κάθε φορά μόνο τα πρόσωπα που τα ενσαρκώνουν. Αντίστοιχο είναι το μοτίβο και στην ενδιαφέρουσα σειρά Lovecraft Country του HBO που παρακολουθήσαμε το καλοκαίρι του 2020 αλλά και στο εξίζου σημαντικό, Them (2021) του Amazon Prime.

Στο Δέλτα του Μισισιπή το 1932, τα δίδυμα αδέρφια Σμόουκ και Στακ Μουρ επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους με την πρόθεση να στήσουν έναν χώρο μουσικής και συνάντησης για τη μαύρη κοινότητα. Όμως η επιστροφή τους δεν θα είναι χωρίς εμπόδια καθώς, έστω και άθελα τους, φέρνουν στην επιφάνεια όχι μόνο ένα υπερφυσικό κακό, αλλά και ένα απολύτως γήινο, καθημερινό και πολύ πιο επικίνδυνο: τον ρατσισμό, την κοινωνική καταπίεση και τη βία που κρύβεται πίσω από την δήθεν κανονικότητα και τους θεσμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι οι λευκοί ρατσιστές απεικονίζονται ως βρικόλακες, πλάσματα της νύχτας, απέθαντοι που διψούν για αίμα. Ο μύθος του βρικόλακα εδώ λειτουργεί ως ισχυρή αλληγορία: αποτυπώνει την αιώνια δίψα για εξουσία, την αδυσώπητη επιβολή και τον φόβο που παράγει η αδικία, ενώ ταυτόχρονα συνδέει το παρελθόν με το σήμερα. Η υπερφυσική εικόνα τους ως πλάσματα της νύχτας ενισχύει την αίσθηση ότι η ρατσιστική βία είναι διαχρονική, σχεδόν αθάνατη, και ότι η κοινωνία εξακολουθεί να υποφέρει από την ίδια “κατάρα”, και θα υποφέρει μέχρι να την αντιμετωπίσει οριστικά και αμετάκλητα. Όχι χωρίς πόνο και θυσίες.
Ο Κούγκλερ είναι ειλικρινής. Δεν ενδιαφέρεται να τρομάξει τον θεατή με εύκολους ή απλοικούς τρόπους. Στην πραγματικότητα, ο τρόμος στην ταινία του – όπως και στην κοινωνία – είναι αργός, υπόγειος και βαθιά ριζωμένος στη μνήμη. Τα σκηνικά μοιάζουν φορτωμένα με παρελθόν, ενώ τα χωράφια και οι δρόμοι κουβαλούν ακόμη τους άγραφους νόμους του κοινωνικού, φυλετικού και – γιατί όχι – του ταξικού διαχωρισμού. Το κακό δεν εμφανίζεται ως εξαίρεση, αλλά ως συνέχεια, κάτι που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά ή συνδέεται με τη δομή της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας. Στον πυρήνα της ταινίας δεσπόζει η εξαιρετική ερμηνεία του Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, βραβευμένου με το φετινό Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου, σε έναν απαιτητικό διπλό πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Στακ κοιτάζει μπροστά και εξακολουθεί να πιστεύει στην επανεκκίνηση, ενώ ο Σμόουκ είναι πιο βαρύς, εσωστρεφής και στοιχειωμένος από τις δικές του απώλειες. Δεν πρόκειται για δύο αντίθετους χαρακτήρες, αλλά για δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, της ίδιας κοινωνικής εμπειρίας. Η διπλή αυτή παρουσία λειτουργεί ως σχόλιο στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αναγκάζει τους ανθρώπους να ζουν μόνιμα διχασμένοι. Η ψυχική τους ένταση και οι λεπτές αποχρώσεις της εσωτερικής τους πάλης βρίσκουν αντίκρισμα και στη μουσική, που λειτουργεί ως συμπλήρωμα της αφήγησης και επέκταση των συναισθημάτων τους.

Η μουσική των μπλουζ δεν λειτουργεί απλώς ως ατμόσφαιρα ή διακόσμηση – αποτελεί έναν ακόμη τρόπο αφήγησης, το μέσο με το οποίο οι χαρακτήρες εκφράζονται όταν οι λέξεις δεν αρκούν. Στο μαγαζί των διδύμων η μουσική μετατρέπεται σε χώρο συλλογικής ανάσας και διαχρονικής μνήμης, σε μια σύντομη αλλά αληθινή στιγμή όπου η κοινότητα υπάρχει πραγματικά, έστω και κάτω από την απειλή. Αυτή η αίσθηση εξηγεί γιατί ο Λούντβιχ Γκόρανσον βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερης μουσικής σύνθεσης, ανάμεσα σε σπουδαίους αντιπάλους, όπως οι Τζέρσκιν Φέντριξ για τη «Βουγονία». Παράλληλα, της διευθύντριας φωτογραφίας Ότομ Ντάραλντ, βραβευμένης με Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας, ενισχύει αυτή την ατμόσφαιρα – τα σκηνικά, τα χωράφια και οι δρόμοι αποτυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε το παρελθόν και οι κοινωνικές εντάσεις να γίνονται ορατές σε κάθε πλάνο.
Χωρίς να το διατυμπανίζει ή να επιχειρεί να μετατραπεί σε μάθημα Ιστορίας, η ταινία Sinners συνομιλεί με σαφήνεια και ειλικρίνεια με πρόσφατα πολιτικά γεγονότα. Τραγική ειρωνεία ή όχι, κυκλοφόρησε την περίοδο έναρξης της δεύτερης διακυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Έναν χρόνο αργότερα, με φόντο τα γεγονότα στη Μινεάπολη, η αμερικανική κοινωνία βρισκόταν αντιμέτωπη με εντατικοποιημένους ελέγχους, επιτήρηση, καταστολή και δολοφονίες πολιτών, αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, αλλά και γενικευμένη κοινωνική οργή και μαζικές κινητοποιήσεις και πλέον με τον πόλεμο στο Ιράν, η ταινία μοιάζει λιγότερο ως ένα έργο εποχής και περισσότερο ως ένα επίκαιρο σχόλιο. Υπενθυμίζει έτσι ότι οι μηχανισμοί φόβου αλλάζουν μορφή, όχι όμως και την ουσία της λειτουργίας τους.
Ωστόσο, και αυτό αποτελεί ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της ταινίας: ο Ράιαν Κούγκλερ, δίκαια βραβευμένος με Όσκαρ σεναρίου, αποφεύγει τον διδακτισμό και τα εύκολα συνθήματα. Αφήνει τις εικόνες, τους ήχους, τις σιωπές και την ένταση των σκηνών δράσης να μιλήσουν από μόνα τους. Η ταινία Sinners χρησιμοποιεί τον τρόμο για να υπενθυμίσει ότι το παρελθόν δεν είναι ποτέ ουδέτερο και ότι η μνήμη, η αγάπη για τον άλλον και οι δεσμοί της οικογένειας συνιστούν συχνά την πιο ήσυχη, αλλά και ακατάβλητη μορφή αντίστασης.








