Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Μια εντυπωσιακή αλλά βαθιά συστημική δυστοπία που αδυνατεί – και δεν θέλει – να αρθρώσει αληθινό αντιπολεμικό λόγο
Στο σύγχρονο κινηματογραφικό τοπίο της απόλυτης εμπορευματοποίησης, όπου η βιομηχανία του θεάματος επιχειρεί συχνά να ιδιοποιηθεί τις κοινωνικές αγωνίες και τον διάχυτο φόβο της κατάρρευσης για να τα μετατρέψει σε κερδοφόρο προϊόν, ο Άλεξ Γκάρλαντ επιστρέφει με τον «Εμφύλιο Πόλεμο» (Civil War, 2024), μια παραγωγή της A24 που πλασάρεται ως μια εφιαλτική, προειδοποιητική δυστοπία για το αύριο των καπιταλιστικών μητροπόλεων. Η ταινία, δομημένη πάνω στις ράγες μιας γρήγορης και αγωνιώδους περιπέτειας δρόμου, μας μεταφέρει σε ένα κοντινό, κατακερματισμένο μέλλον όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παραδοθεί στη δίνη ενός σφοδρού δεύτερου εμφυλίου πολέμου, ακολουθώντας μια μικρή ομάδα πολεμικών ανταποκριτών και φωτορεπόρτερ στο θανάσιμα επικίνδυνο ταξίδι τους από τη Νέα Υόρκη προς την αποκλεισμένη Ουάσιγκτον. Μέσα από το φακό του Γκάρλαντ, το κοινό παρακολουθεί τις προσπάθειες αυτών των δημοσιογράφων να αποσπάσουν μια τελευταία, ιστορική συνέντευξη από τον αυταρχικό Πρόεδρο των ΗΠΑ προτού οι επαναστατικές συμμαχίες καταλάβουν τον Λευκό Οίκο, σε ένα οδοιπορικό που φιλοδοξεί να καταγράψει τη φρίκη του πολέμου και την ψυχολογική αποσύνθεση των ανθρώπων που τάχθηκαν να υπηρετούν την αντικειμενικότητα μέσα στο απόλυτο χάος.

Η ψευδαίσθηση της ουδετερότητας και το αμερικανοκεντρικό θέαμα
Παρά την αναμφισβήτητη τεχνική της αρτιότητα, την αψεγάδιαστη διεύθυνση φωτογραφίας και τη δυναμική, καλογυρισμένη ροή που κρατά τον θεατή σε διαρκή ένταση, η ταινία εγκλωβίζεται γρήγορα σε μια κραυγαλέα αντίφαση, καθώς το υποτιθέμενο αντιπολεμικό της μήνυμα καταρρέει κάτω από το βάρος μιας αισθητικοποιημένης και σχεδόν ηδονοβλεπτικής καταγραφής της βίας. Ο Γκάρλαντ, στην προσπάθειά του να αποφύγει την πολιτική στρατεύση και να διατηρήσει μια δήθεν αντικειμενική απόσταση από τα στρατόπεδα της σύγκρουσης, απογυμνώνει το φιλμ από κάθε ουσιαστικό κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο, με αποτέλεσμα ο πόλεμος να παρουσιάζεται όχι ως το ιστορικό παράγωγο των ταξικών αντιθέσεων και της ιμπεριαλιστικής σήψης, αλλά ως ένα αναπόφευκτο, σχεδόν μεταφυσικό φαινόμενο. Αυτή η επιλογή στερεί από το έργο κάθε αληθινή αντιπολεμική δυναμική, μετατρέποντάς το σε μια άνιση δημιουργία που απευθύνεται προνομιακά –και πάλι με σοβαρές επιφυλάξεις– στο αμερικανικό κοινό, το οποίο είναι εθισμένο στην εσωτερική κατανάλωση των δικών του εθνικών φοβιών, αδυνατώντας όμως να αγγίξει τις παγκόσμιες μάζες που βιώνουν τον πόλεμο όχι ως ένα δυστοπικό σενάριο του μέλλοντος, αλλά ως την καθημερινή, βίαιη πραγματικότητα που επιβάλλει η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη πραγμάτων.

Παιδαριώδεις προβληματισμοί κάτω από την επιφάνεια των εκλεκτών ερμηνειών
Εκεί όμως όπου η ταινία αποτυγχάνει παταγωδώς να δικαιώσει τις καλλιτεχνικές της φιλοδοξίες είναι η διαχείριση του ηθικού και πρακτικού βάρους της δημοσιογραφικής ιδιότητας, καθώς τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι πολιτικοί ρεπόρτερ κατά τη διάρκεια της διαδρομής τους αποδεικνύονται παιδαριώδη, αφελή και στερούμενα οποιασδήποτε πρωτοτυπίας. Εκεί που θα περίμενε κανείς μια βαθιά ανατομία της συνενοχής των μέσων μαζικής ενημέρωσης στην κατασκευή της συναίνεσης ή μια ειλικρινή σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη ενσυναίσθηση και τον κυνισμό του επαγγελματικού καθήκοντος, ο Γκάρλαντ σερβίρει κοινότυπα κλισέ για τη «θυσία στο βωμό της αλήθειας», τα οποία έχουν απαντηθεί και αναλυθεί πολύ πιο ώριμα στο παγκόσμιο σινεμά εδώ και δεκαετίες. Το μόνο στοιχείο που κατορθώνει να διασώσει το έργο από το τέλμα της ιδεολογικής του ρηχότητας είναι οι εκλεκτές ερμηνείες ενός εξαιρετικά δεμένου καστ, με την Κίρστεν Ντανστ να αποδίδει με σπαρακτική εσωτερικότητα τη φθαρμένη από τα τραύματα φωτορεπόρτερ, τον Βάγκνερ Μούρα να ηλεκτρίζει την οθόνη με την απεγνωσμένη του ενέργεια, και τους Κέιλι Σπέινι και Στίβεν ΜακΚίνλεϊ Χέντερσον να προσφέρουν τις απαραίτητες συναισθηματικές άγκυρες, πλαισιωμένοι ιδανικά από τους Νέλσον Λι, Έβαν Λάι, Τζέφερσον Γουάιτ και τη Μελίσα Σεντ-Άμαντ. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Νικ Όφερμαν στον ρόλο του αυταρχικού Προέδρου, αλλά και στον συγκλονιστικό Τζέσι Πλέμονς, ο οποίος σε μια ολιγόλεπτη, ανατριχιαστική εμφάνιση ενσαρκώνει όλο το φασιστικό, ρατσιστικό υπόστρωμα που ελλοχεύει στα σπλάχνα της αμερικανικής ακροδεξιάς. Και, αν υπάρχει μία στιγμή στην ταινία που υπερβαίνει πραγματικά τις σεναριακές και ιδεολογικές της αδυναμίες, είναι αυτή ακριβώς: μια σκηνή σύντομης διάρκειας αλλά τεράστιας έντασης, όπου ο φόβος, ο ρατσισμός, η αυθαίρετη εξουσία και η απειλή της ακροδεξιάς βίας συμπυκνώνονται σε μια σχεδόν εφιαλτική κινηματογραφική παρουσία. Είναι, χωρίς υπερβολή, η καλύτερη και ουσιαστικότερη στιγμή του «Εμφυλίου Πολέμου», αποδεικνύοντας ότι, όταν το φιλμ παύει να φοβάται να γίνει συγκεκριμένο, ακόμη και για ελάχιστα λεπτά, μπορεί να αποκτήσει μια πολιτική δύναμη που κατά τα άλλα του λείπει.
Αυτή η σεναριακή και ιδεολογική ένδεια της ταινίας αποτυπώνεται με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο στο πολυδιαφημισμένο φινάλε της, όπου η κάμερα του Γκάρλαντ εισβάλλει μαζί με τις επαναστατικές δυνάμεις στα άδυτα του Λευκού Οίκου, μετατρέποντας την υποτιθέμενη ιστορική κάθαρση σε μια θορυβώδη, σχεδόν τηλεοπτική επιχείρηση εξόντωσης. Αντί το φιλμ να εκμεταλλευτεί την πτώση του αμερικανικού ιμπεριαλιστικού συμβόλου για να αναδείξει την ιστορική νομοτέλεια της κατάρρευσης των αυταρχικών καθεστώτων, εγκλωβίζεται σε μια φετιχιστική καταγραφή της τακτικής των ειδικών δυνάμεων, όπου οι δημοσιογράφοι μετατρέπονται από παρατηρητές σε κυνηγούς της απόλυτης «αποκλειστικότητας». Η στιγμή της εκτέλεσης του Προέδρου, απογυμνωμένη από κάθε πολιτικό βάρος ή θεσμική αποτίμηση, σερβίρεται ως το απόλυτο καταναλωτικό προϊόν για τα μάτια μιας νεαρής φωτογράφου που έχει ήδη απολέσει την ανθρώπινη υπόστασή της, αποδεικνύοντας ότι για το Χόλιγουντ η βία δεν αποτελεί εργαλείο αφύπνισης, αλλά το έσχατο καταφύγιο ενός εντυπωσιασμού που καταναλώνεται γρήγορα και δεν αφήνει πίσω του κανένα απολύτως πνευματικό ίζημα.
Αποτυχία
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της αποτυχίας του Γκάρλαντ να αρθρώσει έναν ουσιαστικό ριζοσπαστικό λόγο, αρκεί να αντιπαραβάλει τον «Εμφύλιο Πόλεμο» με άλλες, εμβληματικές πολιτικές δυστοπίες του σύγχρονου κινηματογράφου, οι οποίες δεν φοβήθηκαν να λερώσουν τα χέρια τους με την ανάλυση των ταξικών και κοινωνικών δομών. Εκεί όπου το «Τα Παιδιά των Ανθρώπων» (Children of Men) του Αλφόνσο Κουαρόν μετέτρεπε το δυστοπικό Λονδίνο σε ένα ζωντανό μνημείο της κρατικής καταστολής, του ρατσισμού και της προσφυγικής εξαθλίωσης, ή εκεί όπου το «V for Vendetta» αποκρυστάλλωνε τη συλλογική ανάγκη για εξέγερση ενάντια στην δικτατορία του ενός, το φιλμ του Γκάρλαντ μοιάζει με μια φοβική, μεσοαστική άσκηση ισορροπίας που τρέμει στην ιδέα να κατονομάσει τον ένοχο. Αντίθετα με τις μεγάλες δημιουργίες του είδους που λειτουργούν ως προειδοποίηση ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα αλλά και ως κινηματογραφικά έργα αξιώσεων, ο «Εμφύλιος Πόλεμος» αρνείται να πάρει θέση, αποδεικνύοντας ότι όταν η τέχνη αποκόπτεται από την πολιτική στράτευση και την ταξική συνείδηση, έστω και τη στοιχειώδη πολιτική αντίληψη, καταλήγει μοιραία να υπηρετεί το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι επικρίνει, προσφέροντας απλώς ένα εκτονωτικό υπερθέαμα για το εφησυχασμένο κοινό των μητροπόλεων.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να παρατηρήσουμε ότι η πολιτική πραγματικότητα των αμερικανικών μητροπόλεων ξεσκεπάζει πανηγυρικά την εθελοτυφλία του Γκάρλαντ, καθώς το υποτιθέμενο «εφησυχασμένο» κοινό της Νέας Υόρκης και των άλλων μεγάλων αστικών κέντρων βρίσκεται σταθερά στους δρόμους, δίνοντας καθημερινούς, σκληρούς κοινωνικούς αγώνες ενάντια στην κρατική καταστολή και τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, προσπαθώντας να χτίσει συνδικάτα στα χειρότερα εργοδοτικά κάτεργα και στηρίζοντας εκλογικά προοδευτικές -αλλά όχι ριζοσπαστικές- φωνές, όπως ο Ζόχραν Μαμντάνι. Αυτή η δυναμική κοινωνική βάση αποδεικνύει έμπρακτα ότι διαθέτει πολύ πιο προχωρημένα πολιτικά αντανακλαστικά από τους ελιτιστές δημιουργούς του Χόλιγουντ, οι οποίοι, εγκλωβισμένοι -όχι όλοι- σε έναν διάχυτο τρόμο απέναντι στο τραμπικό ακροατήριο και στις συντηρητικές μάζες της επαρχίας, επέλεξαν την πλήρη αποπολιτικοποίηση του σεναρίου, ώστε να μη ρισκάρουν τις εισπράξεις τους. Η άρνηση του Γκάρλαντ να πάρει θέση και η εφεύρεση μιας αυθαίρετης συμμαχίας ανάμεσα στο… «προοδευτικό» Τέξας και την υπερσυντηρητική Καλιφόρνια συνιστούν ένα μνημείο εμπορικού καιροσκοπισμού, σχεδιασμένο αποκλειστικά για να μην ταυτιστεί κανένας πραγματικός πολιτικός πόλος με την μία ή την άλλη πλευρά, επιβεβαιώνοντας ότι η ουδετερότητα της ταινίας αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια έμμεση συνθηκολόγηση με το κυρίαρχο σύστημα.

Συμπερασματικά, ο «Εμφύλιος Πόλεμος» παραμένει ένα εντυπωσιακό κινηματογραφικό πυροτέχνημα, μια γρήγορη και αγωνιώδης περιπέτεια που, ενώ διαθέτει όλα τα φόντα για να καθηλώσει τις αισθήσεις, αρνείται πεισματικά να αναμετρηθεί με τις πραγματικές αιτίες της βαρβαρότητας που απεικονίζει, καταλήγοντας σε μια συντηρητική άσκηση ύφους που ανακυκλώνει την αστική αφέλεια περί «ουδετερότητας» σε περιόδους κρίσης.
Βαθμολογία: 5/10








