Με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις του Λαβρόφ για την Τουρκία για μία ακόμη φορά χύθηκε άφθονη «χολή» μέσα από μια σειρά άρθρα που προσπαθούν να αποδείξουν ότι η νεαρή ΕΣΣΔ και ο ηγέτης της Β.Ι Λένιν ήταν από πάντα «φιλότουρκοι» και άρα εχθροί του ελληνικού λαού. Φυσικά από τη πρώτη στιγμή να ξεκαθαρίσουμε ότι η καπιταλιστική Ρωσία και η πολιτική της, δεν είναι συνέχεια της σοσιαλιστικής ΕΣΣΔ.
Το κύριο χαρακτηριστικό των άρθρων αυτών είναι η προσπάθεια να αντιμετωπίσουν το όλο ζήτημα των σχέσεων της νεαρής ΕΣΣΔ με την τότε αστική Τουρκία και τον Κεμάλ αν-ιστορικά, δηλαδή έξω από το πραγματικό κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο της εποχής, χρησιμοποιώντας διαστρεβλώσεις ή και ελλειπή στοιχεία…
Να τι έγραφε ο Β.Ι Λένιν π.χ για την επανάσταση των νεοτούρκων και τον ταξικό της χαρακτήρα: «Αν πάρουμε για παράδειγμα τις επαναστάσεις του 20ού αιώνα, τότε και την πορτογαλική και την τουρκική (επανάσταση) πρέπει φυσικά να τις παραδεχθούμε για αστικές. Αλλά “λαϊκή” ούτε η μία ούτε η άλλη είναι, γιατί η μάζα του λαού, η τεράστια πλειοψηφία του, ενεργά, αυτοδύναμα, με τα δικά της οικονομικά και πολιτικά αιτήματα, ούτε στη μία ούτε στην άλλη επανάσταση προβάλλει αισθητά» (Η παραπομπή στον Λένιν είναι από το έργο «Κράτος και Επανάσταση.)
Ας δούμε ορισμένα ζητήματα για το ιστορικό πλαίσιο τη εποχής
Αμέσως μετά τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι ηγετικές δυνάμεις του καπιταλιστικού κόσμου, η Αντάντ δηλαδή, έμπαιναν σε μια διαπάλη για την ανάπτυξη της επιρροής τους – η καθεμιά για δικό της λογαριασμό – πάνω στις πρώην γερμανικές αποικίες αλλά και σε άλλες περιοχές. Ξέχωρη σημασία γι’ αυτές τις δυνάμεις θα έχει ο χώρος της Εγγύς Ανατολής (Στενά, σύνορα με σοβιετική Ρωσία, πετρέλαια Μοσούλης). Ο ηγετικός ρόλος στην πολιτική των ιμπεριαλιστικών δυνάμενων ανήκε στην Αγγλία που είχε εδώ τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις. Το σχέδιο της Αγγλίας ήταν το κομμάτιασμα της Τουρκίας, ενώ μερίδιο στη μοιρασιά διεκδικούσαν Ιταλία και Γαλλία. Φυσικά το μοίρασμα αυτό περιέκλειε και βαθιές αντιθέσεις.
Στις 30 Οκτώβρη 1918, υπογράφηκε μεταξύ αντιπροσωπείας της Αντάντ και του σουλτάνου η λεγόμενη Ανακωχή του Μούδρου, η οποία επέβαλε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποικιακούς όρους εξάρτησης από τις νικητήριες Δυνάμεις (η Αντάντ, για παράδειγμα, διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει στρατιωτικά για οποιοδήποτε λόγο, όπου και όποτε επιθυμούσε κ.ά.). Ο ιμπεριαλιστικός διαμελισμός της επικυρώθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920.
Στις 16 Μάρτη του 1920, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αντάντ -κυρίως Βρετανικές- κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, το κοινοβούλιο διαλύθηκε και όλες οι εξουσίες πέρασαν ουσιαστικά σε διοικητικά όργανα που επιβλήθηκαν από τις κατοχικές αρχές. Τον επόμενο μήνα (στις 23 Απρίλη 1920), συγκλήθηκε στην Αγκυρα η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας, η οποία σχημάτισε κυβέρνηση με επικεφαλής τον Κεμάλ Ατατούρκ. Αρχικά, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός ανέθεσε το έργο της αντιμετώπισης του κινήματος της Ανατολίας στο σουλτάνο. Ομως, όλες οι υπονομευτικές ενέργειες, καθώς και ο στρατός που εστάλη με σκοπό τη συντριβή του απέτυχαν παταγωδώς. Τότε, την επέμβαση ανέλαβε να πραγματοποιήσει η Ελλάδα.
Σχεδόν αναπόφευκτα, η κατάσταση που διαμορφώθηκε μεταπολεμικά έθεσε σε κίνηση νέες εξελίξεις: «Στην Τουρκία αναπτύχθηκε ένα πλατύ εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν αυθόρμητο. Βασική του κινητήρια δύναμη ήταν οι εργαζόμενες μάζες που από τα δεινά του παγκοσμίου πολέμου, από το διαφέντεμα των Γερμανών ιμπεριαλιστών και το αντιδραστικό σουλτανο-νεοτουρκικό καθεστώς είχαν φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι της εξαθλίωσης και της απόγνωσης. Στη διάρκεια του πολέμου οι Τούρκοι στρατιώτες μη θέλοντας να πολεμάνε για ξένα συμφέροντα γύριζαν ένοπλοι στα χωριά τους και στις πόλεις και σχημάτιζαν παρτιζάνικα σώματα. Οταν η Τουρκία βρέθηκε κάτω από ξενική κατοχή και κινδύνευε να χάσει πέρα για πέρα την ανεξαρτησία της σαν κράτος, τα παρτιζάνικα αυτά σώματα ήταν τα πρώτα που ξεσηκώθηκαν για να την υπερασπιστούν». (Παγκόσμια Ιστορία Ακαδημίας ΕΣΣΔ).
Οι δυνάμεις που τέθηκαν επικεφαλής του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα καθόρισαν εν πολλοίς τη μορφή, το χαρακτήρα και την πορεία που ακολούθησε: «Η εργατική τάξη της Τουρκίας έπαιρνε μέρος στο λαϊκό αγώνα, αλλά ήταν πολύ ολιγάριθμη και αδύνατη για να τον καθοδηγήσει. Σε ολόκληρη την Τουρκία δεν υπήρχαν τότε περισσότεροι από 60-70 χιλ. εργάτες. Ούτε συνδικαλιστικές οργανώσεις υπήρχαν ούτε πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου… Αυτός ήταν ο λόγος που η ηγεσία του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος βρέθηκε στα χέρια της εθνικής αστικής τάξης της Ανατολίας (προπάντων της εμπορικής)» ( Παγκόσμια Ιστορία Ακαδημίας ΕΣΣΔ).
Αλλά και ο ίδιος ο Β.Ι Λένιν τόνιζε: «…Η λεηλασία στην οποία οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις καταδίκασαν την Τουρκία προκάλεσε μια τέτοια αντίδραση που ανάγκασε τα πιο ισχυρά κράτη να μαζέψουν τα χέρια τους» ( 28/2/1921)
Περί Κεμάλ
Η αστική τάξη της Ανατολίας έβλεπε πως η ξενική κατοχή και τα ιμπεριαλιστικά σχέδια για το κομμάτιασμα της Τουρκίας ήταν άμεσοι κίνδυνοι για τα ταξικά της συμφέροντα σε αντίθεση με την κομπραδόρικη αστική τάξη της Κων/λης που τα έβλεπε σε συνάρτηση με αυτά των μεγάλων χωρών. Η πρώτη επεδίωκε την ίδρυση ενός καινούριου αστικού- εθνικού κράτους. Από του κύκλου των ταξικών συμφερόντων της πρώτης (αξιωματικοί) αναδείχθηκε ο Κεμάλ.
Η παραπάνω κοινωνική διαστρωμάτωση καθόριζε σε γενικές γραμμές το συσχετισμό δυνάμεων μέσα στο τουρκικό κίνημα. Στα συνέδρια του Ερζερούμ (Αύγουστος 1919) και της Σεβαστείας (Σεπτέμβρης 1919, βλ. σχολικό εγχειρίδιο, σελ. 306) εκδηλώθηκαν τρεις τάσεις, συντηρητική, κεντρώα, προοδευτική, ενώ ουσιαστικά δύο ήταν τα ρεύματα που πάλευαν εκεί μέσα: φιλοϊμπεριαλιστικό και αντιιμπεριαλιστικό. Τελικά επικράτησε το δεύτερο. Ετσι η επανάσταση του τουρκικού λαού, κρατώντας το αντιφεουδαρχικό της περιεχόμενο, θα μπολιαστεί με το αντιαποικιακό, αντιιμπεριαλιστικό πνεύμα.
Ο Κεμάλ εκπροσωπούσε την κεντρώα τάση. Το ότι τελικά θα πειστεί στην αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση του αγώνα, αυτό θα γίνει κάτω από την πίεση κάποιων γεγονότων, που δεν μπορούν να αποσιωπηθούν. Στην ύπαιθρο ήδη, ανοργάνωτα στην αρχή, έχει αρχίσει από νωρίς η αντιφεουδαρχική πάλη, που θα ενταθεί κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Οι αγροτικές εξεγέρσεις είναι συχνές. Παράλληλα, και στα αστικά κέντρα κάνει τα πρώτα του βήματα το εργατικό κίνημα.
Μόλις το 1919-20 άρχισαν να δημιουργούνται στις μεγάλες πόλεις οι πρώτοι κομμουνιστικοί πυρήνες. Το Μάρτη 1920 ιδρύεται στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν το Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, με ηγέτη τον Μουσταφά Σουπχί, το οποίο μέσα στο καλοκαίρι θα μεταφέρει την έδρα του στις απελευθερωμένες ζώνες της Ανατολίας. Το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς ιδρύεται ένα δεύτερο αριστερό κόμμα, το Εθνικό Κομμουνιστικό Κόμμα Τουρκίας, με αρχηγό τον Σαλίχ Χατζιόγλου. Αυτό ξεπήδησε από την αριστερή πτέρυγα του «Πράσινου Στρατού». Ο «Πράσινος Στρατός» είχε εμφανιστεί την άνοιξη του 1920 στην ύπαιθρο της Ανατολίας, πολεμούσε τους ξένους στρατούς και τους ντόπιους φεουδάρχες, και «σκόπευε να εγκαθιδρύσει έναν ισλαμικό σοσιαλισμό». Επίσης δρούσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα Εργατών και Αγροτών Τουρκίας, καθώς και άλλες μικρότερες οργανώσεις.
Αυτή όμως η προοδευτική κατεύθυνση της κυβέρνησης της Αγκυρας και ο αντιιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της τουρκικής επανάστασης σιγά σιγά περιορίζονται. Το αντιφεουδαρχικό περιεχόμενο εκφυλίζεται. Κράτησε βέβαια τον εθνικό, αντιαποικιακό της χαρακτήρα. Αυτή η μεταβολή είχε τα αποτελέσματά της. Από την αστική ηγεσία της επανάστασης, τόσο το αγροτικό κίνημα στην ύπαιθρο, όσο και το εργατικό κίνημα στις πόλεις θεωρήθηκαν «επικίνδυνα» για την ανεξαρτησία του τουρκικού έθνους. Μια προσπάθεια αντιπερισπασμού του Κεμάλ ήταν να προχωρήσει στην ίδρυση δικού του κομμουνιστικού κινήματος…θα δείξει επίσης σκληρότητα γενικότερα στο λαϊκό κίνημα. Η δολοφονία του ηγέτη του ΚΚΤ Μουσταφά Σουπχί και των δεκατεσσάρων συντρόφων του (Γενάρης 1921) αποκαλύπτει μέχρι πού έφτασε η αντιλαϊκότητα των ενεργειών και μεθοδεύσεων των κεμαλικών. Να σημειώσουμε ακόμη ότι η «Κεμαλική επανάσταση» δεν έλυσε τα αστικοδημοκρατικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η Τουρκία, ενώ π.χ η αγροτιά που σήκωσε μεγάλο βάρος του αγώνα δεν ανακουφίστηκε, ενώ η θέση του προλεταριάτου εξακολουθούσε να είναι βαριά.
Οι σχέσεις ΕΣΣΔ με την Τουρκία
Η σοβιετική εξουσία, εφαρμόζοντας σωστά και δημιουργικά τις αποφάσεις της 3ης Διεθνούς, επιζητούσε την ειλικρινή φιλία με όλους τους λαούς, προσανατολιζόταν στην ειρηνική συνύπαρξη ανάμεσα σε κράτη με διαφορετικό κοινωνικό σύστημα και βοηθούσε τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντιαποικιακά κινήματα.
Η αλληλεγγύη της Σοβιετικής Ρωσίας στον αγώνα του τουρκικού λαού δε συνιστούσε ανθελληνική ενέργεια. Ούτε οι μεσολαβητικές προσπάθειες της σοβιετικής λενινιστικής κυβέρνησης για αυτονόμηση της περιοχής της Σμύρνης και γενικότερα για τον έγκαιρο τερματισμό του πολέμου δήλωναν αντιτουρκικές προθέσεις ή και καιροσκοπισμό.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις, σταθερά προσανατολισμένες στον αστερισμό της Αντάντ, δεν είχαν τα περιθώρια και την ευελιξία να εκμεταλλεύονται συγκυρίες, καταστάσεις, αντιθέσεις και ρευστούς συσχετισμούς προς όφελος των πραγματικών ελληνικών συμφερόντων.
Η σοβιετοτουρκική προσέγγιση πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια εφαρμογής της πολιτικής για την υποστήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών, αντιαποικιακών κινημάτων. Ναι, η νεαρή σοβιετική κυβέρνηση βοήθησε υλικά και στρατιωτικά το κίνημα του Κεμάλ, ως κίνημα αστικό-εθνικοαπελευθερωτικό, το οποίο αντιμαχόταν τη φεουδαρχία, την ιμπεριαλιστική διείσδυση και το διαμελισμό μιας χώρας. Αυτό δε σημαίνει πως συμμεριζόταν το ιδεολογικό του περιεχόμενο, το οποίο ήταν εθνικιστικό / αστικό, ή τις μεθόδους εφαρμογής του.
Επιπλέον, συνυπολογίζοντας το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων (καπιταλιστική περικύκλωση, ξένη στρατιωτική επέμβαση, κ.λπ.), η επαναστατημένη χώρα των Σοβιέτ είχε γνώση των κινδύνων που απέρρεαν από μια ενδεχόμενη μετατροπή της Τουρκίας σε στρατηγικό προγεφύρωμα εναντίον της ΕΣΣΔ.
Τον Μάρτη του 1920 συγκροτείται η επαναστατική κυβέρνηση της Αγκυρας, πρώτο το σοβιετικό κράτος θα την αναγνωρίσει. Ένα μήνα αργότερα ο ίδιος ο Κεμάλ, με επιστολή του στον ηγέτη της σοβιετικής Ρωσίας Β.Ι. Λένιν, ζητά τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων. Την επόμενη χρονιά, 1921, 16 του Μάρτη, υπογράφεται στη Μόσχα τουρκοσοβιετική συμφωνία φιλίας και συνεργασίας. (Στη σύσκεψη της Μόσχας, εκπροσώπησαν τον Κεμάλ, ο πασάς Αλή Φουάντ, ο δόκτωρ Ριζά Νουρ, ο μπέης Γιουσούφ Κεμάλ και την σοβιετική Ρωσία ο Γεώργιος Τσιτσέριν εκπρόσωπος εξωτερικών υποθέσεων και Δζελάλ, Κορκμαζόφ ως εκπρόσωποι του Λένιν. Οι συμφωνίες περιελάμβαναν την παραχώρηση των περιοχών του Αρνταχάν και Καρς στην Τουρκία, που είχαν καταληφθεί από τη Ρωσία κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1878) και συνεπώς την κατάργηση των συμφωνιών Τσαρικής Ρωσίας και Σουλτανικής Τουρκίας καθώς και την παραίτηση της ΕΣΣΔ από κάθε οικονομική απαίτηση από την Τουρκία. Επίσης κατήγγειλαν το καθεστώς που δρομολογούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στα τουρκικά εδάφη.) Αυτή η δραστηριότητα έκρυβε μέσα της μια σημαντική δυναμική, εγκυμονούσε ποιοτικά νέες, προοδευτικές αλλαγές. Επίσης στη συνέχεια υπογράφτηκαν και άλλες συνθήκες: Στις 13/10/ 1921 συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Σοβιετικών Δημοκρατιών Υπερκαυκασίας (Σύμφωνο Καρς) και στις 2/1922 συμφωνία Τουρκίας ΣΔ Ουκρανίας. Οι συμφωνίες ήταν οικονομικές και στρατιωτικές.
Από την πλευρά της σοβιετικής Ρωσίας, έβρισκε εφαρμογή η πολιτική της υποστήριξης του εθνικοαπελευθερωτικού, αντιαποικιακού κινήματος. Βέβαια, η στάση αυτή δε σήμαινε ότι η σοβιετική κυβέρνηση αποδεχόταν την ιδεολογία της κεμαλικής επανάστασης, η οποία ήταν εθνικοαστική, ούτε συμφωνούσε με συγκεκριμένες ενέργειες της κεμαλικής ηγεσίας. Μέσα από την αναγνώριση της κυβέρνησης της Αγκυρας ως ηγέτη του τουρκικού αγώνα και μέσα από τη σύναψη σχέσεων και συμφωνιών, δηλωνόταν η αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη προς τον τουρκικό λαό στην πάλη του για ανεξαρτησία και συγκρότηση ελεύθερου δημοκρατικού κράτους. Η παρακάτω φράση του Λένιν σε συνομιλία του με τον πρώτο σοβιετικό πρεσβευτή στην Αγκυρα Σ.Ι. Αράλοφ, αποκαλύπτει το χαρακτήρα, το νόημα της σοβιετικής βοήθειας: η βοήθεια προς τον Κεμάλ «είναι σημαντική βοήθεια προς τους Τούρκους εργάτες και αγρότες».
Από την άλλη πλευρά, η απόφαση του Κεμάλ να προσεγγίσει το σοβιετικό κράτος ήταν ενέργεια ρεαλιστική και τολμηρή. Με αυτή αναγνώριζε de facto το ειδικό βάρος της σοβιετικής εξουσίας και ίσως “αποδεχόταν” το νέο πνεύμα της εξωτερικής της πολιτικής.
Βέβαια αυτή η στάση της κεμαλικής ηγεσίας δεν ήταν πάντοτε σταθερή· είχε διακυμάνσεις, γεγονός που φανέρωνε και διαφορετικό κάθε φορά συσχετισμό των επιμέρους δυνάμεων – ομάδων, κινήσεων – μέσα στο κεμαλικό κίνημα. Για παράδειγμα, αργότερα, μετά την επικράτηση της επανάστασης, η κεμαλική αντιπροσωπεία στις διαπραγματεύσεις της Λοζάνης θα αντιταχθεί στη συμμετοχή σοβιετικών αντιπροσώπων στην επιτροπή από εμπειρογνώμονες για την εξέταση του προβλήματος των Στενών (Δεκέμβρης 1922) και θα αποδεχτεί το αγγλικό σχέδιο για το καθεστώς των Στενών. Εδώ να σημειώσουμε και το ρόλο των ιμπεριαλιστικών χωρών που προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μην αφήσουν τη προσέγγιση αυτή και να οδηγήσουν το εθνικό κίνημα ενάντια στην ιμπεριαλιστική επέμβαση σε σωβινιστική κατεύθυνση, αλλά και να τη στρέψουν ενάντια στους λαού του Καυκάσου. Να σημειώσουμε π.χ εδώ ότι στις αρχές του 1921 εισέβαλαν σε Αρμενία και Γεωργία.
Και η Ελλάδα;
Να θυμίσουμε αρχικά ότι η χώρα μας συμμετείχε στην εκστρατεία της Ουκρανίας από μέρους των ιμπεριαλιστικών κρατών . Από τη πλευρά της ΕΣΣΔ υπήρχε διαφορετική στάση, αρχών, πριν την ουκρανική εκστρατεία και το Μικρασιατικό πόλεμο. Για παράδειγμα με τη δημοσίευση των μυστικών διπλωματικών εγγράφων της τσαρικής Ρωσίας, ο ελληνικός λαός ανακάλυπτε με ποιους εκβιασμούς και ποιες υποσχέσεις σύρθηκε η χώρα του από την Αντάντ στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, με δήλωσή της η σοβιετική κυβέρνηση παραιτιόταν από το ρωσικό μερίδιο του βαρύτατου εξωτερικού χρέους της Ελλάδας. Ιδιαίτερη σημασία όμως έχει η προσέγγιση της χώρας αυτής για ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος, χωρίς όμως ανταπόκριση από την ελληνική κυβέρνηση. (Η παρέμβαση περιελάμβανε την υπογραφή ανακωχής ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Κεμάλ και προέβλεπε καθεστώς αυτονομίας για την περιοχή της Μικράς Ασίας. Ως αντάλλαγμα ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει, έστω και ντε φάκτο, τη σοβιετική εξουσία.)
Να τι αποκαλυπτικά γράφει ο τότε γραμματέας του ΣΕΚΕ Γιάννης Κορδάτος:
Δημοσιεύουμε ένα μέρος από το κεφάλαιο «Η Μικρασιατική Καταστροφή» από τη «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας» του Γιάννη Κορδάτου
«Η πρόταση των Σοβιετικών και η κατάληξή της
Τα σκάνδαλα που κάθε μέρα έρχονταν στο φως, κλόνισαν την κυβέρνηση Γούναρη. Τα σκάνδαλα μάλιστα της αλληλογραφίας των γουναρικών παραγόντων με Τούρκους βουλευτές, που συνεννοούντανε κρυφά με τον Κεμάλ και το Σουλτάνο, δημιούργησε μεγάλη πολιτική αναταραχή. Ακόμα και μερικοί γουναρικοί πολιτευτές και βουλευτές αγανάχτησαν. Γι’αυτό ο Γούναρης στις 28 τ’Απρίλη ανέβηκε στο βήμα της Βουλής και ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης. Ύστερα από την ψηφοφορία παραιτήθηκε, γιατί έδωκαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση 161 και 160 την καταψήφισαν.
Πριν όμως ιστορήσω το τι έγινε ύστερα από την παραίτηση του Γούναρη, θα εκθέσω κάποια μικρή «ιστοριούλα», που είναι άγνωστη ως τα σήμερα στους πολλούς (Σημείωση: Για την «ιστοριούλα» αυτή για πρώτη φορά έκανα λόγο σε διάλεξή μου στον «Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο» (1945).
Στις κρίσιμες αυτές μέρες που περνούσε η Ελλάδα, ήρθε από τη Μόσχα ένας απεσταλμένος της Τρίτης Διεθνούς και του υπουργείου Εξωτερικών και Στρατιωτικών. Είχε διαβατήριο σουηδικό. Έμεινε στο ξενοδοχείο «Ήβη» στην αρχή και ύστερα στο «Πάγγειο». Είχε κατηγορηματική εντολή να συναντήσει το γραμματέα του Σοσιαλεργατικού Κόμματος (Κομμουνιστικού) και μόνον αυτόν. Γραμματέας τότε ήταν ο συντάχτης τούτης της ιστορίας, γιατί ο Ν. Δημητράτος είχε παραιτηθεί ή πιο σωστά παραμεριστεί.
Η ΠΡΩΤΗ συνάντησή μου με το Ρώσο απεσταλμένο έγινε στους «Αέρηδες», στο τέρμα της οδού Αιόλου. Η δεύτερη στην Ακρόπολη και η τρίτη στην Κηφισιά. Ο σοβιετικός απεσταλμένος, αφού μου έδειξε τα διαπιστευτήριά του, που είχαν την υπογραφή Ζηνόβιεφ καθώς και του Τρότσκυ και Τσιτσέριν, μου ανακοίνωσε τα εξής: «Η ΕΣΣΔ είναι πρόθυμη να βοηθήσει την Ελλάδα να βγει από το αδιέξοδο της μικρασιατικής εκστρατείας. Πρώτα θα παύσει να ενισχύει υλικώς και ηθικώς τον Κεμάλ και δεύτερο θα ασκήσει όλη την επιρροή της να αυτονομηθεί μια παραλιακή ζώνη της Μικρασίας, όπου κατοικούν πολλοί χριστιανοί. Για να εξασφαλιστεί η αυτονομία της περιοχής αυτής, θα σταλθεί διεθνής στρατός από Ελβετούς, Σουηδούς και Νορβηγούς, από χώρες δηλαδή που δεν πήραν μέρος στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή η ΕΣΣΔ ζητεί σαν αντάλλαγμα την αναγνώρισή της, έστω και ντε φάκτο» (Σημειώνω πως η Αγγλία είχε αναγνωρίσει τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Ένωση (Ρωσία) de facto και ο πρώτος διπλωματικός αντιπρόσωπος της ΕΣΣΔ, Κράσσιν, είχε πάει στο Λονδίνο)
Ομολογώ πως η πρόταση αυτή μου έκανε κατάπληξη. Ρώτησα να μάθω από ποιες αιτίες έγινε η στροφή αυτή. Και πήρα την εξής απάντηση: «Το κίνημα του Κεμάλ είναι απελευθερωτικό και σαν τέτοιο το υποστηρίξαμε όσο μπορούσαμε. Δεν έχουμε όμως καμία εγγύηση αν ύστερα από την ολοκληρωτική επικράτησή του, οι παλιές αντιδραστικές δυνάμεις στην Τουρκία (μπέηδες και πασάδες) δεν πάρουν αυτοί τα ηνία της εξουσίας. Έχουμε το παράδειγμα της νεοτουρκικής επανάστασης του 1908. Αλλιώτικα ξεκίνησαν οι Νεότουρκοι κι αλλιώτικα πολιτεύτηκαν. Κατάντησαν τελευταία λακέδες του γερμανικού ιμπεριαλισμού και μιλιταρισμού. Ο Κεμάλ έχει γόητρο για την ώρα, αλλά οι στρατηγοί και πολιτικοί που τον υποστηρίζουν –έξω από λίγες εξαιρέσεις– είναι αντιδραστικοί. Ήδη έχουμε όχι ενδείξεις, αλλά αποδείξεις, ότι έχουν μυστικές επαφές με τους Γάλλους κεφαλαιοκράτες και ιμπεριαλιστές και αύριο μεθαύριο, αν νικήσουν και διώξουν τους Έλληνες από τη Μικρασία και Θράκη, η Τουρκία με τον Κεμάλ ή χωρίς τον Κεμάλ θα προσανατολιστεί προς τη Δύση. Η αστική τάξη της Τουρκίας είναι αδύναμη να συνεχίσει μόνη της την αναδιοργάνωση της χώρας της. Θα κάνει μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν θα μπορεί να σταθεί στα πόδια της, αν δεν πάρει δάνεια από τη Γαλλία ή Αγγλία και, όπως ξέρετε, τα δάνεια υποδουλώνουν τις χώρες που τα παίρνουν.
Γι’αυτό θέλουμε να μείνουν οι Έλληνες στη Μικρασία, όχι από κούφιο αισθηματισμό, αλλά από ρεαλιστική αντίληψη για το αύριο και μεθαύριο. Οι μειονότητες στην Τουρκία στάθηκαν από τη μια μεριά η τροχοπέδη στον ολοκληρωτικό εξισλαμισμό της Βαλκανικής και της Ανατολής και από την άλλη έγιναν η πηγή που τροφοδότησε τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Βαλκανικής από το 1770 ως τα χτες».
Πώς μπορούσε όμως νάρθει σε επαφή ο σοβιετικός απεσταλμένος με την κυβέρνηση; Αυτό ήταν το άλυτο πρόβλημα. Δηλώθηκε σ’αυτόν πως το Σοσιαλεργατικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα είναι μικρό και δεν παίζει ενεργητικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας. Συνεπώς ο γραμματέας του δεν έχει το ανάλογο κύρος για να διαπραγματευθεί μυστικά ένα τόσο λεπτό και σπουδαίο ζήτημα. Ο σοβιετικός όμως απεσταλμένος επέμενε και δέχτηκε να αρχίσει η επαφή με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Στράτο. Ύστερα από την επιμονή του αναγκάστηκα να ζητήσω ακρόαση από το Στράτο. Με πολλές επιφυλάξεις και προεισαγωγές, για το ποιος ήταν ο σκοπός της επίσκεψής μου, μπήκα στο θέμα. (Σημείωση: Πρέπει να ομολογήσω πως ο Στράτος με δέχτηκε πολύ καλά. Καθόταν τότε στου Πεσματζόγλου το μέγαρο – κάτω πάτωμα (οδός Πατησίων, σήμερα Βασιλίσσης Σοφίας). Ήταν την ώρα που πήγα (11 το πρωΐ) στο γραφείο του Στράτου ο βουλευτής Χατζίσκος. Όταν σε λίγο έφυγε, άρχισε η συζήτηση και ο Στράτος άκουσε με προσοχή τα όσα του είπα.)
Ο Στράτος με άκουσε με μεγάλη προσοχή: «Είμαι σύμφωνος, μου είπε. Αυτές τις μέρες θα έχουμε κυβερνητική μεταβολή και αν πετύχει ο αρχιστράτηγος Παπούλας, τότε όλα θα πάνε καλά (Σημείωση: Ο Παπούλας είχε συνεννοηθεί με ανώτερους αξιωματικούς και οργάνωνε πραξικόπημα. Ήταν συνεννοημένος με το Στράτο και άλλους παράγοντες και έχοντας την εξουσιοδότηση του στρατού θα ζητούσε να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό το Στράτο και θα απαιτούσε από τους συμμάχους να δώσουν άμεση λύση του μικρασιατικού προβλήματος). Αν σχηματίσω κυβέρνηση θα σας ειδοποιήσω αφού μελετήσω τους φακέλλους του υπουργείου Εξωτερικών και ιδώ ότι δεν υπάρχει ανυπέρβλητον εμπόδιον από τους Άγγλους και Γάλλους, θα σας ειδοποιήσω να με φέρετε εις επαφήν με τον Ρώσον απεσταλμένον. Κρίνω όμως καλόν, αν σας είναι εύκολο να κάνετε βολιδοσκόπησιν εις τον κ. Αντώνιον Καρτάλην, τον συμπολίτην σας. Ίσως εκμαιεύσετε τας διαθέσεις της κυβερνήσεως». Και την τελευταία στιγμή, όταν τον αποχαιρετούσα, σφίγγοντας το χέρι μου και κοιτάζοντάς με κατάματα πρόσθεσε: «Έχω εμπιστοσύνη ότι τα όσα σας είπα για τον Παπούλα και τον Γούναρη, θα μείνουν αναμεταξύ μας (Σημείωση: Κοντά ένα τέταρτο της ώρας έψαλλε τον αναβαλλόμενο του Γούναρη. Από όσα έλεγε, φαινόταν αγαναχτισμένος κατά του τότε πρωθυπουργού για την εσωτερική και εξωτερική του πολιτική) Προσέξατε όμως κατά την έξοδο, οι γουναρικοί σπιούνοι παρακολουθούν την οικίαν μου και τας κινήσεις μου. Προσοχή και στο καλό».
Την άλλη μέρα επισκέφτηκα τον Αντ. Καρτάλη στο ξενοδοχείο της «Αγγλίας» όπου έμενε. Ήταν υπουργός και από τους παράγοντες μάλιστα του γουναρισμού. Όταν του έκανα νύξεις για τη μεσολάβηση της Σοβιετικής Ρωσίας (χωρίς να του πω πως ήταν εδώ απεσταλμένος των Σοβιέτ) με έβρισε και με έδιωξε (Σημείωση: «Παλιόπαιδο, από πότε έγινες πολιτικός και αρχηγός ώστε να τολμάς να συζητάς για τόσο σπουδαία ζητήματα; Άϊντε να χαθής! Αν δεν ήσουν παιδί του Κωστή (ο Κωστής ήταν ο πατέρας μου), που τον ξέρω πολύ καλά και έχω κοιμηθεί το 1900 στο σπίτι σας, στη Ζαγορά, θα σε παρέδιδα στο Γάσπαρη (το διευθυντή της αστυνομίας) να σου βάλλη με το βούρδουλα μυαλό. Ακούς εκεί, να τολμάς να λες πως οι Μπολσεβίκοι, οι άθεοι, οι καταδρομείς και λυμεώνες της Μεγάλης Ρωσίας, μπορούν να μεσολαβήσουν και να μας βγάλουν από το αδιέξοδο της μικρασιατικής εκστρατείας! Αυτοί, βρε, είναι νηστικοί και πεινούν. Ήρθεν η ώρα τους, σε 5-6 μήνες θα τους λιντζάρη ο ρωσικός λαός!!…». Από τα λόγια αυτά του Καρτάλη καταλαβαίνει ο καθένας πόση μούχλα είχαν στο κεφάλι τους οι συνεργάτες του Γούναρη.).







