«Σε έχασα μάνα», η απελπισμένη κραυγή του, ξήλωσε το ανήλιαγο αμπάρι και φανερώθηκε ο ουρανός.
Απέραντος, μυρωδάτος, λεύτερος. Τα άπιαστα αστέρια του, τ’ αμέτρητα, φώτισαν για λίγο την ψυχή της Λεїλά. Τα φωτισμένα φανάρια του ουρανού φέραν μεμιάς στην ποδιά της, όλα όσα είχε ονειρευτεί. Ένα όνειρο είχε, από όταν ήταν κοριτσάκι… Μια χωμάτινη καμαρούλα λαχταρούσε, με κόκκινα κεραμίδια και δυο ξύλινα στρόγγυλα παράθυρα, σαν τον ήλιο. Και μια αυλίτσα τριγύρω, με κίτρινες μαργαρίτες και κρινάκια, δίπλα στο ρυάκι, που διάβαινε τραγουδώντας, στα πλάγια του χωριού της. Να κυλιέται στο χώμα ονειρευότανε, μαζί με τα παιδιά της. Και τη γιαγιάκα της, να της τραγουδά, με τη μαντήλα τυλιγμένη στον μακρύ λαιμό της. Έτσι τη θυμόταν τη γιαγιά της, με την ασπρόμαυρη μαντήλα της, να της τραγουδά. Ώσπου, ένα βράδυ, η γιαγιά σκοτώθηκε. Η Λεїλά είχε κλείσει τα μάτια της τότε, φοβόταν από τις βόμβες και τα κλάματα. Και δεν την ξανάδε… Να παίζουνε μαζί το σκοινάκι, λαχτάραγε, να σκαρφαλώνουν να κόβουνε τα βύσσινα από τη βυσσινιά τους, να βάφει τα νύχια της με τα πέταλα από τα γεράνια.
«Δεν θα σε φτάσω» αποκρίθηκε.
Ευτυχώς, εκείνος δεν άκουσε.
Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Τα μάτια της κλείνανε, σαν τα ξύλινα παραθυρόφυλλα στο σπιτικό τους, όταν λυσσομανούσε ο αγέρας, ανεξέλεγκτα. Το κορμί της ανήμπορο για το οτιδήποτε, σέρνονταν στο λιγδιασμένο πάτωμα. Τέσσερις μέρες, άυπνη, νηστική, διψασμένη, άπλυτη. Και η ανάγκη της στραγγισμένη. Τέσσερις μέρες ακατούρητη. Ήταν τόσοι πολλοί… αμέτρητοι. Τόσες στοιβαγμένες ψυχές σε εκείνο το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, που έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Το όνειρο, που έγινε εφιάλτης. Με δυσκολία διέκρινες που τέλειωνε το ένα κορμί και άρχιζε το άλλο. Βρώμα από τον ιδρώτα, την απλυσιά των στοιβαγμένων κορμιών, αντάμα με τις μυρωδιές του σαπιοκάραβου, των μηχανών, της σκουριάς, της αλμύρας της θαλασσινής, της υγρασίας, τις κραυγές…
«Μάνα, πάμε πίσω στη μπέμπα μας», ξαναφώναξε το αγόρι.
Το μικρότερό της, την κουκλίτσα τους, τη μπέμπα τους, το στερνοπαίδι της, με τις μακριές πλεξούδες, τα χειλάκια της, που μοιάζανε στα ώριμα κεράσια, τα ματάκια της τα βελούδινα, την είχαν αφήσει πίσω…
«Δε θα αντέξει κόρη μου», της είχε πει η μάνα της.
Και μήπως εμείς, θ’ αντέξουμε; η σκέψη αυτή σφράγισε το μυαλό της απ’ την ώρα που ανέβηκαν στο σκαρί ετούτο, του θανάτου… Να γυρίσουμε πίσω, είπε μέσα της, τότε. Όμως δεν πρόλαβε, και τον άντρα της δεν τον ξαναείδε, τον έχασε στην αναμπουμπούλα. Τα δυο της αγόρια, ήταν ότι της είχε απομείνει.
Έκανε να σηκωθεί. Αδύνατο. Με τα μάτια, προσπάθησε να τον ξεδιαλύνει, μέσα στο ατέλειωτο κουβάρι των ψυχών, τριγύρω. Γριές, νιες, αγόρια, κορίτσια, βυζανιάρικα κολλημένα στο βυζί των μανάδων τους… κι ο γείτονας τους ο Αζίζ, που είχε χάσει το ένα του χέρι στον πόλεμο.
«Πουλί μου, παλικάρι μου, αητέ μου, αστέρι του ουρανού μου, σφιχτά κράτα το μικρό μας, μην αφήσεις το χέρι του και γλιστρήσει στα μαύρα νερά. Θα σμίξουμε ξανά… και η μπέμπα μας…». Ξεψυχισμένα βγήκε η φωνή από τα σωθικά της.
Εκείνος δεν άκουσε.
Τα μάτια της έκλεισαν. Τα δάκρυά της είχαν αποκάμει και αυτά. Δε μπόρεσε ούτε μια στάλα δάκρυ να χύσει. Είχε στεγνώσει η ψυχή της.
«Κουράγιο», ψιθύρισε.
Εκείνος δεν άκουσε.
Ήταν ο πρώτος της γιος. Ήτανε άνοιξη, Μάης. Ήταν ακόμη βουτηγμένος στο αίμα όταν η μαμή τον είχε βάλει στα στήθια της να τον χαρεί. Ήταν η πιο όμορφη στιγμή τους… Μετά τρεχαλητά, κυνηγητά, πείνα, δυστυχία…
Πόσο περήφανη με έκανες… Τόσο όμορφο αγόρι… Μεγάλα μάτια, αμυγδαλωτά, κατάμαυρα, γυαλιστερά τσουλούφια, τόσο ροδαλό προσωπάκι, κι ένα χαμόγελο… Πόσο λαχταρώ να σου πλύνω το πρόσωπο, να χτενίσω τα μαλλιά σου… Του δώσανε το όνομα του πατέρα της, Ρεφίκ. Εκείνος είχε σκοτωθεί νωρίς, σε μια συμπλοκή στο συσσίτιο. Ήταν ακόμη πολύ μικρή, ίσα που τον θυμόταν.
Πόσο λαχτάρησα την αγκαλιά σου πατέρα, ακόμη λαχταρώ να κάτσω στα γόνατα σου, αν είχες προλάβει να χαϊδέψεις τα μαλλιά μου, όλα θα ήταν αλλιώς. Το αίμα, που ήταν βουτηγμένο το κορμάκι σου, θέριεψε την οργή μου, πατέρα, για το άδικο. Είχαν σκεφτεί να τον αφήσουν πίσω τον Ρεφίκ να πολεμήσει, όμως πόσα στόματα μπορούσε να θρέψει η δόλια η μάνα της; Κι από την άλλη, αμούστακο παιδί ήταν ακόμα… Χαΐρι στην πατρίδα, δεν είχε κανείς τους. Ο πόλεμος έσπερνε ανελέητα το θάνατο, κανείς δεν θα είχε γλιτωμό, τα κοράκια του πολέμου με τις μπόμπες και τα τανκς τους, τους είχαν βάλει στόχο.
Ξάφνου, τ’ αμπάρι φώτισε. Το σκοτάδι παραμέρισε για λίγο. Τι ομίχλη… Άσπρες γυαλιστερές νιφάδες χοροπηδάγανε δίπλα της. Στην πατρίδα δεν χιονίζει ποτές… Ούτε βουνά έχει η πατρίδα. Τι σκιερά μονοπάτια, και τι ανηφοριές… Το ουρλιαχτό του λύκου, που ετοιμάζει επίθεση, τρύπωσε με βία στο μυαλό της. Θεέ μου χάνω το μυαλό μου… Κρυώνω τόσο… Αν έβρισκα ένα αποκούμπι… Η λασπουριά στο μονοπάτι δεν έχει τελειωμό. Να γυρίσω πίσω, δεν ξέρω άλλο δρόμο. Να πάω πίσω. Γιατί ζεσταίνομαι τόσο… Γιατί τραντάζει έτσι η γης;
Κατρακυλάει. Δεν μπορεί να κρατηθεί από πουθενά. Ο πόνος στο πόδι της όλο κι αυξάνει. Κάνει να πιάσει την πληγή. Δε βρίσκει το πόδι της…
«Πονάω», φωνάζει.
Κάποιος δίπλα της κλαίει.
«Μην κλαις, αρκεί να φτάσουμε», του φωνάζει. «Σαν ξημερώσει θα έχουμε φτάσει… μια, δυο μέρες ακόμη». Ο πόνος στο πόδι της όλο και δυναμώνει. Γιατί τραντάζει έτσι η γης; Τα παιδιά… Το ουρλιαχτό του λύκου όλο και δυναμώνει.
«Θέλω να κατουρήσω», ουρλιάζει. Κάποιος άλλος δίπλα της έχει μόλις κατουρήσει. Νιώθει το ζεστό κάτουρο να φτάνει μέχρι το λαιμό της. Με το χέρι αγγίζει το ζεστό κιτρινόχρωμο κάτουρο.
«Διψάω», φωνάζει. Να ξεδιψάσω…
«Μάνα, σφίξε με», το παιδί κούρνιασε άτσαλα στην αγκαλιά της. Μισανοίγει τα μάτια, με τα χέρια ψαχουλεύει το κορμί του. Τι γίνανε τα κατάμαυρα, γυαλιστερά τσουλούφια του; Τα χείλια του είναι ξερά από τη δίψα. «Σ’ αγαπώ», της λέει. Τα μικρά του χέρια βρίσκουν το δρόμο για το λαιμό της.
Σφίγγεται στο κορμί της, «μάνα φοβάμαι…» λέει.
Δεν είναι ο γιος της… μα έχει τα ίδια μεγάλα, αμυγδαλωτά μάτια με εκείνον, το ροδαλό του προσωπάκι.
«Γιατί τραντάζει έτσι η γης, μάνα;»
«Είναι ο Ποσειδώνας, γιε μου, κάνει γιορτή που θα μας συναντήσει. Γύρε γιε μου και κοιμήσου. Σα φτάσουμε, με ένα φιλί θα σε ξυπνήσω. Κοιμήσου κι ονειρέψου το φαγί, που δε χόρτασες, γιε μου, και τα παιχνίδια».
«Δεν θα σε φτάσω» είπε.
Ευτυχώς, κανείς δεν την άκουσε.
«Θα είμαι εκεί, γιε μου, να σε περιμένω». Τα μάτια της είχαν συνηθίσει πια το σκότος, τα έκλεισε ξανά.
***
Αν κάνω πως δεν άκουσα; Ούτε είδα… Στα μάτια μου όμως παρέμεινε η σκιά σου. Τα σιδερικά, που δούλευες ολημερίς στα συνεργεία, κι όλο καυχιόσουν πως βγάζεις χρήμα, θάνατο σκόρπισαν και πήραν τα όνειρά μου, και τώρα δα, και τη ζωή μου. Θα έρθουν όμως άλλοι, για τη δική μου τη ζωή να πολεμήσουν. Θυμήσου, στα μάτια μου παρέμεινε η σκιά σου…
Εκεί μακριά, στο Πακιστάν, στην Παλαιστίνη, στο Σουδάν, στην Υεμένη, στη Συρία, το Λίβανο, στο Αφγανιστάν, στην Αίγυπτο, σε όλη την Αφρική… οι γιαγιάδες, σαν τελειώνει το παραμύθι, σφίγγουν και σηκώνουν τη γροθιά. Τούτο το έγκλημα, λένε, δεν είναι για να ξεχαστεί, πρέπει να απαντηθεί…
***
Να τη και η μπέμπα μας. Σηκώνει κι αυτή, τη γροθιά. Κοιτάτε τη, πως χαμογελά. Κοιτάτε, πως κυλιέται στα χώματα με τις κίτρινες μαργαρίτες και τα κρινάκια. Κοιτάτε, μια τόση δα γροθιά, κι έφτασε μέχρι τον ήλιο.
«Φυλάξου αστέρι μου», ήταν ο τελευταίος λυγμός της Λεїλά, που έκοψε την ζωή της.
***
Και στην Πύλο, οι γιαγιάδες, κάθε απόβραδο, σαν τελειώνει το παραμύθι, κατηφορίζουν αθόρυβα στην παραλία. Κοιτάζουν τη θάλασσα και σταυροκοπιούνται. Δε θέλουν να ξεχάσουν, δε θέλουν να ξεχαστεί το έγκλημα κι ούτε μπορούν.
Τα κύματα κι η θαλασσινή αύρα ξαναφέρνουν τη σπαρακτική φωνή του Ρεφίκ, που δε σταμάτησε να φωνάζει «σε έχασα μάνα, μάνα, μάνα…».
Το να γίνεσαι μάρτυρας της αδικίας, έχει το τίμημά του. «Το πλήρωσα, και θα το έκανα ξανά», ορκίζονται.
«Γιατί ειδάλλως, η σιωπή είναι συνενοχή…»








