Η ΑΕΚ, η φιέστα του πρωταθλήματος και το όριο ανάμεσα σε μια συλλογική εμπειρία και την επιχειρηματική ιδιοποίηση του ποδοσφαίρου
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Η κατάκτηση του πρωταθλήματος από την ΑΕΚ αποτελεί αναμφίβολα ένα μεγάλο αθλητικό αλλά και κοινωνικό γεγονός, μια πραγματική φιέστα που ξεπέρασε τα στενά όρια μιας ποδοσφαιρικής επιτυχίας και λειτούργησε ως συλλογική εκτόνωση για χιλιάδες ανθρώπους, για οικογένειες ολόκληρες, για γενιές που μεγάλωσαν με τις ιστορίες της προσφυγιάς, της Νέας Φιλαδέλφειας, των χαμένων και ξανακερδισμένων γηπέδων, των ταξιδιών, των πικρών περιόδων στις μικρότερες κατηγορίες και των μεγάλων επιστροφών. Για τον κόσμο της ΑΕΚ -και για κάθε πραγματικό φίλαθλο ανεξαρτήτως ομάδας προτίμησης- ένας τίτλος δεν είναι απλώς μια ακόμα εγγραφή στη βαθμολογία αλλά μια στιγμή κοινής μνήμης, συναισθηματικής δικαίωσης και βαθιάς συλλογικής ταύτισης, μια στιγμή όπου η εξέδρα αισθάνεται πως ανήκει σε κάτι μεγαλύτερο από το άτομο, σε μια ζωντανή κοινότητα με ιστορία, ρίζες και κοινωνικό βάθος που δεν αγοράζεται και δεν πωλείται. Και ακριβώς επειδή αυτή η γιορτή της ΑΕΚ είχε πάθος και παλμό, η κριτική που ασκείται στις επόμενες γραμμές δεν έχει στόχο ούτε να την υποτιμήσει ούτε να μειώσει την αγωνιστική επιτυχία της ομάδας, αλλά να αναδείξει ορισμένα ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν συνολικά το μοντέλο του σύγχρονου ποδοσφαίρου και τη σχέση των συλλόγων με τον κόσμο τους. Είναι άλλωστε ξεκάθαρο -ή έστω, θα έπρεπε να είναι- ότι η φιέστα ενός πρωταθλήματος δεν είναι ιδιωτική εταιρική εκδήλωση κανενός επιχειρηματία ούτε προσωπική σκηνή αυτοπροβολής οποιουδήποτε προέδρου, αλλά μια κοινωνική διαδικασία που ανήκει πρωτίστως στην εξέδρα και όχι στους ιδιοκτήτες της εταιρείας που τη διαχειρίζεται σαν οικονομικό περιουσιακό στοιχείο.
Και όμως, μέσα σε αυτή τη συλλογική χαρά επανεμφανίστηκε με έντονο τρόπο η βαθιά αρρώστια του σύγχρονου ποδοσφαίρου των επιχειρηματιών, δηλαδή η λογική του παράγοντα που πιστεύει ότι επειδή διαθέτει χρήμα, επειδή αγόρασε μετοχές και διοικεί μια Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία, αποκτά αυτομάτως και δικαίωμα ιδιοκτησίας πάνω στη χαρά, τη μνήμη και τη συγκίνηση χιλιάδων ανθρώπων, με αποτέλεσμα η εικόνα ενός ιδιοκτήτη να μονοπωλεί το επίκεντρο της φιέστας και να μετατρέπει την κατάκτηση ενός πρωταθλήματος σε προσωπικό θέαμα γεμάτο υπερβολή, μεγαλομανία, αυτοαναφορικότητα και κακογουστιά να μην αποτελεί απλώς ένα ζήτημα χαρακτήρα ή αισθητικής αλλά τη φυσική κατάληξη της πλήρους εμπορευματοποίησης του αθλητισμού, εκεί όπου οι ιστορικοί σύλλογοι μετατρέπονται σε εμπορικά σήματα, οι εξέδρες σε καταναλωτικό κοινό και οι πρόεδροι σε μικρούς τοπικούς ηγεμόνες που απαιτούν όχι απλώς αποδοχή αλλά δημόσια λατρεία. Και αυτή ακριβώς η λογική είναι που δηλητηριάζει όλο και περισσότερο το ποδόσφαιρο, δηλαδή η αντίληψη ότι η συλλογική εμπειρία μπορεί να ιδιωτικοποιηθεί από τον πλούσιο που κρατά τα κλειδιά της εταιρείας. Ο λόγος φυσικά αφορά τον πρόεδρο και ιδιοκτήτη της ομάδας Μάριο Ηλιόπουλο και την παρουσία του στην προχθεσινή απονομή, αλλά οι παρατηρήσεις αφορούν το σύνολο του φαινομένου που, είτε περισσότερο είτε λιγότερο, συναντούμε σε κάθε αγώνα, σε κάθε φιέστα και σε κάθε δήλωση προέδρου σε συλλογικό άθλημα, με χαρακτηριστικές αντίστοιχες εκφάνσεις και σε άλλες περιπτώσεις όπως αυτή του Δημήτρη Γιαννακόπουλου στον μπασκετικό Παναθηναϊκό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος που μετατρέπει μια φιέστα πρωταθλήματος σε προσωπική του πασαρέλα δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά σχεδόν υποδειγματική μορφή του σύγχρονου ποδοσφαιρικού καπιταλισμού, είτε λέγεται Ηλιόπουλος είτε Μαρινάκης – ο δεύτερος μάλιστα έχοντας οικοδομήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό πολιτικής και επιχειρηματικής επιρροής στον Πειραιά μέσω του Γιάννη Μώραλη και ενός πλέγματος εξουσίας που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας ΠΑΕ.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να αναγνωριστεί ότι στην πρώτη ουσιαστικά χρονιά της προεδρίας του Ηλιόπουλου η ΑΕΚ παρουσίασε σημάδια σοβαρής αγωνιστικής ανασυγκρότησης και σταθεροποίησης, με επιλογές που συνέβαλαν ώστε η ομάδα να επιστρέψει δυναμικά σε πρωταγωνιστική τροχιά, να φτάσει τελικά στην κατάκτηση του πρωταθλήματος και να εμφανίσει ξανά εικόνα συλλόγου με προοπτική, σχέδιο και συνοχή. Οι επιλογές προσώπων όπως ο Χαβιέρ Ριμπάλτα και ο Μάρκο Νίκολιτς αποδείχθηκαν καθοριστικές για τη συγκρότηση ενός πιο οργανωμένου και τεχνοκρατικού αγωνιστικού μοντέλου, με την ομάδα να επιστρέφει σε ανταγωνιστική τροχιά, να κατακτά το πρωτάθλημα και να επανακτά εικόνα συνοχής και προοπτικής. Η παρουσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά από χρόνια ενίσχυσε αυτή την εικόνα, δείχνοντας μια πιο συγκροτημένη αγωνιστική ταυτότητα. Σε μεγάλο βαθμό, η πορεία αυτή δεν προέκυψε τυχαία αλλά από συγκεκριμένες επιλογές και από μια διάθεση εμπιστοσύνης σε ένα δομημένο ποδοσφαιρικό επιτελείο, το οποίο λειτούργησε με σχετική αυτονομία και επαγγελματική επάρκεια, επιτρέποντας στην ομάδα να προχωρήσει με σαφέστερη αγωνιστική κατεύθυνση και εσωτερική συνοχή, στοιχεία που αποδείχθηκαν κρίσιμα στην τελική έκβαση της χρονιάς.

Ακριβώς γι’ αυτό όμως γίνεται ακόμα πιο αντιφατικό και τελικά επιζήμιο να υπονομεύεται αυτή η συνολική προσπάθεια από τη διαρκή υπερέκθεση του ίδιου του ιδιοκτήτη, από δηλώσεις που επιχειρούν να εμφανιστούν ως «αντισυστημικές» ή πολιτικά αιχμηρές ενώ εκφέρονται από έναν εφοπλιστή και καπιταλιστή που αποτελεί οργανικό κομμάτι του ίδιου συστήματος οικονομικής και κοινωνικής ισχύος που υποτίθεται καταγγέλλει. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι η συγκεκριμένη ομιλία και συνολική παρουσία στη φιέστα δεν αφορούσε μόνο την ΑΕΚ και τη συγκυρία της κατάκτησης του πρωταθλήματος, αλλά ταυτόχρονα εξέπεμπε και στοιχεία ενός ευρύτερου επιχειρηματικού οράματος και μιας προσωπικής αντίληψης για τον ρόλο του ίδιου μέσα στο ποδόσφαιρο, όπου το αθλητικό γεγονός συνδέεται άρρηκτα με τη δημόσια εικόνα, την επιχειρηματική ταυτότητα και την ευρύτερη στρατηγική επιρροής.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμα βαθύτερο όταν αυτή η παραγοντική επίδειξη εξουσίας συνοδεύεται από έναν αχταρμά σεξισμού και καγκουριάς που παρουσιάζεται περίπου σαν «λαϊκότητα» και «αυθεντικότητα», γιατί η συγκεκριμένη φράση του Ηλιόπουλου περί «παρθενορραφής» δεν ήταν απλώς ατυχής αλλά χυδαία, αναχρονιστική και βαθιά προβληματική, αναπαράγοντας έναν δημόσιο λόγο που υποτίθεται ότι άνθρωποι οι οποίοι δηλώνουν απέναντι σε μηχανισμούς εξουσίας και διαπλοκής θα όφειλαν να αποδομούν και όχι να ανακυκλώνουν. Και αυτό συμβαίνει γιατί η συγκεκριμένη έκφραση βασίζεται σε έναν βαθιά σεξιστικό συμβολισμό που χρησιμοποιεί το γυναικείο σώμα και την έννοια της «παρθενίας» ως εργαλείο χλευασμού και απαξίωσης. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε καμία ανάγκη να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια γλώσσα για να γίνει κατανοητό το επιχείρημά του, αφού θα μπορούσε να μιλήσει ξεκάθαρα για υποκρισία, για διπλά μέτρα και σταθμά ή για επιλεκτική ευαισθησία χωρίς να καταφύγει σε τέτοιες εκφράσεις. Το νόημα θα γινόταν απολύτως κατανοητό, ίσως μάλιστα με πολύ πιο σοβαρό και πολιτικά καθαρό τρόπο. Τέτοιες λογικές δεν χτυπούν το σύστημα του ποδοσφαιρικού παραγοντισμού αλλά αναπαράγουν ακριβώς την ίδια τοξικότητα που υποτίθεται καταγγέλλουν, καλλιεργώντας σε ένα κομμάτι του κόσμου αντανακλαστικά τυφλού οπαδισμού και επιθετικότητας.
Μέσα σε όλη αυτή τη συζήτηση για την εμπορευματοποίηση, τον παραγοντισμό και τη μετατροπή του ποδοσφαίρου σε πεδίο επιχειρηματικών και προσωπικών ανταγωνισμών, υπήρξε και μια ακόμα εικόνα αποκαλυπτική για τη βαθιά θεσμική σήψη του ελληνικού ποδοσφαίρου, καθώς ενώ η φιέστα του πρωταθλήματος ανήκε ολοκληρωτικά στον κόσμο της ΑΕΚ, στην ιστορία της και στη συλλογική του μνήμη, ούτε ο πρόεδρος της Σούπερ Λιγκ ούτε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας βρήκαν στοιχειωδώς αναγκαίο να παρευρεθούν στην απονομή του τροπαίου, επιβεβαιώνοντας πως ακόμα και τη στιγμή μιας λαϊκής γιορτής οι θεσμικές ηγεσίες του αθλήματος αδυνατούν να σταθούν πάνω από προσωπικές και επιχειρηματικές σκοπιμότητες.
Κι όμως, παρά τη σαπίλα της εμπορευματοποίησης, οι εξέδρες εξακολουθούν να κουβαλούν κάτι που δεν έχει πλήρως υποταχθεί: συλλογική μνήμη, ταξική καταγωγή, κοινωνική αξιοπρέπεια και μια βαθιά αίσθηση ότι οι ομάδες δεν ανήκουν στους πλούσιους αλλά στον κόσμο που τις δημιούργησε και τις κράτησε ζωντανές. Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αλλαγή προσώπων ή ύφους, αλλά πρέπει να αφορά το ίδιο το μοντέλο του ποδοσφαίρου: με συλλόγους που ανήκουν πραγματικά στους φιλάθλους, με δημόσιες αθλητικές δομές και με ενίσχυση του ερασιτεχνικού αθλητισμού, διεκδικώντας την οικοδόμηση μιας άλλης αθλητικής και πολιτιστικής κουλτούρας ελεύθερης και αδέσμευτης από τα μεγάλα ή και μικρότερα επιχειρηματικά συμφέροντα, ενάντια στην αστική χειραγώγηση και στις πολιτικές του τύπου «No Politica», που στην πράξη λειτουργούν ως κάλυψη της κυριαρχίας των ίδιων οικονομικών και κοινωνικών δομών μέσα στο ποδόσφαιρο, στον ευρύτερο αθλητισμό και την κοινωνία.
ΑΕΚ: Από τη Μικρασία στο Βελιγράδι, με την Παλαιστίνη στην καρδιά








