Η πιο πολυσυζητημένη ταινία της χρονιάς, ένα μοναδικό θέαμα, τροφή για αναλύσεις αλλά και διαμάχες. Πρόκειται για την “Οδύσσεια” του Κρίστοφερ Νόλαν που δικαίως όλοι είδαν, βλέπουν και θα δουν σε κατάμεστες κινηματογραφικές αίθουσες, μια ταινία που συνδυάζει την οπτική απόλαυση όσων δείχνει στην οθόνη με τα επίκαιρα ερωτήματα για όσα γίνονται εκτός αυτής.
Ο “Σερ” και η “Οδύσσεια” με τις σύγχρονες εμμονές στο μικροσκόπιο
Απ’ το Ομηρικό έπος στο σήμερα
Μια ταινία που βασίζεται σε ένα απ’ τα γνωστότερα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας πολλές φορές εγείρει ερωτήματα για την “πιστότητα” της απόδοσης, το περιθώριο του καλλιτέχνη στην επαναδιαπραγμάτευση του πρωτότυπου έργου κοκ. Όμως, δεν θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο πως κάθε καλλιτεχνική απόπειρα που χρησιμοποιεί οποιοδήποτε έργο του παρελθόντος οφείλει να ενέχει και μια “ματιά” του δημιουργού; Διαφορετικά ποιος ο λόγος για έναν καλλιτέχνη να προσπαθήσει να αντιγράψει το πρωτότυπο έργο που στην συγκεκριμένη περίπτωση διατηρεί και μνημειώδη αξία; Η ελευθερία με την οποίο ο Κρίστοφερ Νόλαν μεταφράζει την “Οδύσσεια” του Ομήρου και το αποτέλεσμα που δίνει είναι μάλλον απ’ τα δυνατά “χαρτιά” της ταινίας κι όχι από τα κατακριτέα.
Μπορούμε να πούμε πως η “Οδύσσεια” έχει το εξής “παράδοξο”: Μια ταινία που φτιάχτηκε και προβλήθηκε με όρους blockbuster καταφέρνει να πει και κάτι που σηκώνει περισσότερη συζήτηση απ’ όση μας έχουν συνηθίσει οι ταινίες του είδους. Αυτό το χαρακτηριστικό ούτως ή άλλως υπάρχει κι αλλού στην φιλμογραφία του σκηνοθέτη. Με άπλα λόγια, η “Οδύσσεια” του Νόλαν δεν είναι η “Τροία” του Πετέρσεν κι ας ανήκουν και οι δύο στο ίδιο χολιγουντιανό format.
Κοντά σε σύγχρονους προβληματισμούς
Είναι σίγουρα μια ταινία φτιαγμένη με καλλιτεχνική μαεστρία που, ενώ διαρκεί 3 ώρες, φαίνεται σαν 1, δίνοντας παράλληλα μια ανάσα από την αίσθηση κάποιων τυποποιημένων και κενών σε νόημα έργων. Όμως, ταυτόχρονα ανοίγει και πεδίο για προβληματισμό αφού ο σκηνοθέτης φρόντισε να πει έτσι την ιστορία που αφηγείται ώστε να μοιάζει πολύ κοντά στο σήμερα.
Ένα από τα στοιχεία που πολλοί ξεχώρισαν, είναι ο προβληματισμός που καλλιεργεί ενάντια στον πόλεμο και τις συνέπειές του. Από το ότι η ταινία αναγνωρίζει την πρόφαση της “Ωραίας Ελένης” μπροστά στα οικονομικά συμφέροντα για την εκστρατεία των Αχαιών έναντι των Τρώων, τον Οδυσσέα που στον αναστοχασμό του θέτει το ερώτημα «για ποιον;» έγινε τελικά ο πόλεμος, τη διαπίστωση πως αυτοί που πολέμησαν τελικά όχι μόνο δεν γύρισαν ως νικητές μα ως εχθροί και πάνω απ’ όλα ως χαμένοι από κάτι καινούριο που, ήδη, είχε πάρει τη θέση τους. Ωστόσο, αυτές οι παραδοχές της ταινίας σε μια αναλογία με τις πραγματικές εξελίξεις της κοινωνίας που ζούμε, δεν συνεπάγονται και τον ριζοσπαστικό προβληματισμό απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξάγεται ήδη με τη συμμετοχή δεκάδων χωρών, όπου πρωτοστατούν οι ΗΠΑ στην κόντρα τους με την Κίνα. Εξάλλου, το ότι οι πόλεμοι εξαπολύονται για την ενέργεια, τους δρόμους μεταφοράς εμπορευμάτων και τις επενδύσεις, το λένε με διάφορους τρόπους πλέον καθαρά και ξάστερα οι ιμπεριαλιστές, ιδιαίτερα η κυβέρνηση των ΗΠΑ και ο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο στοχασμός του Οδυσσέα στις σύγχρονες συνθήκες
Όμως, το πραγματικό ερώτημα ποτέ δεν είναι τι επιδιώκει να πει ο καλλιτέχνης, στην προκειμένη περίπτωση ο Νόλαν. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι “αφήνει” το έργο που δημιούργησε στις συγκεκριμένες συνθήκες. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση βλέπουμε σίγουρα ένα έργο που αποτελεί ένδειξη. Ένδειξη πως η καπιταλιστική πραγματικότητα που εκδηλώνει με μεγαλύτερη ένταση τα αδιέξοδά της έξω απ’ την οθόνη, αντικατοπτρίζεται και μέσα σ’ αυτήν. Γι’ αυτό κι ο αναστοχασμός του Οδυσσέα που αποτελεί και ραχοκοκαλιά στην αφήγηση όλου του έργου, μοιάζει ιδιαίτερα όμοιος με τον πραγματικό σύγχρονο προβληματισμό για το αν οι αντικειμενικές εξελίξεις θα επιδράσουν στο να χάσει τα “πρωτεία” ο “δυτικός πολιτισμός”, δηλαδή οι χώρες που πρωτοαναπτύχθηκε και ωρίμασε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Αυτός ο προβληματισμός σήμερα δεν προκύπτει μόνο ως εσωτερική αντιπαράθεση του ευρω_ατλαντικού μπλοκ για τις προτεραιότητες του απέναντι σε αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα όπως της Κίνας και της Ρωσίας. Απηχεί κι ένα πραγματικό αίσθημα που γεννά ο αδυσώπητος ανταγωνισμός του κεφαλαίου με τις απρόβλεπτες διαστάσεις και συνέπειες που έχει, ακόμα και στο εσωτερικό των “δυτικών” κοινωνιών. Το παιχνίδι, κιόλας, για τον θεϊκό νόμο της φιλοξενίας και τους κανόνες “συνεννόησης” των ανθρώπων, είναι ιδιαίτερα επίκαιρο όταν το παραλληλίσει κανείς με τρέχουσες ανησυχίες που δημιουργούνται αντικειμενικά μετά το στραπατσάρισμα και τη ρηγμάτωση λόγω αλλαγής συσχετισμών, οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, ο ΟΗΕ κ.ά. Σκηνές της ταινίας μπορούν, ακόμα, και να παραλληλιστούν με υπαρκτές “αποχρώσεις” αυτής της αντιπαράθεσης, όπως τη σύγκρουση “Δύσης” και “Ανατολής”, για να δανειστούμε και την τελευταία σκηνή της ταινίας.
“Ακονίζουμε” τα κριτήρια μας με κάθε αφορμή
Ερωτήματα όπως “καλή” ή “κακή” ταινία επίτηδες δεν αποτελούν συνήθως το συμπέρασμα μιας αρθρογραφίας τέτοιου τύπου. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές, μια ταινία είναι απλώς η “αφορμή”. Στην προκειμένη περίπτωση και εξαιτίας της συζήτησης που έχει εγείρει η ταινία, ήταν ευκαιρία, ώστε να εξασκήσουμε και τα κριτήριά μας, σχετικά με τα “μηνύματα” που δημιουργούνται στις σύγχρονες συνθήκες ανεξάρτητα της χρονικής αφετηρίας τους. Να θυμηθούμε πως το καλλιτεχνικό έργο που δημιουργείται από τη διερεύνηση και παρατήρηση των αντικειμενικών συνθηκών της ταξικής πόλης, της κοινωνικής πραγματικότητας, μπορεί να εκφράσει αυτή τη πραγματικότητα, ξεπερνώντας πολιτικές προκαταλήψεις και ιδεολογικές προτιμήσεις του ίδιου του καλλιτέχνη. Γι’ αυτό, κιόλας, είναι βέβαιο πως η τέχνη που θα εκφράσει την εποχή των νέων κοινωνικών επαναστάσεων, την εποχή μας, είναι μπροστά μας.
Τα παραπάνω, λοιπόν, δεν αποτελούν “αξιολόγηση” ενός έργου. Εξάλλου, κάθε θέμα που στέκεται αφορμή για τη συζήτηση με ευρύτερες νεανικές δυνάμεις είναι ούτως ή άλλως πεδίο της ιδεολογικής και πολιτικής παρέμβασης της ΚΝΕ που δεν αποτελεί έργο “μίας πράξης”, που χρειάζεται ανθρώπους σκεπτόμενους, ανήσυχους όπως είμαστε, άλλωστε, κι οι νέοι κομμουνιστές. Η συζήτηση για τις επιλογές του σκηνοθέτη στο κάστιγνκ, ως προς το χρώμα του δέρματος των ηθοποιών και άλλα, πέρα από τη συντήρηση μιας αντιδραστικής αντιπαράθεσης και από τις δυο πλευρές “επιχειρημάτων”, είναι και αποπροσανατολιστική, αφού οι εντυπώσεις που αφήνει τελικά η ταινία δεν εδράζονται στο “κάστιγνκ” της.








