Μύθος, ιστορία και πολιτισμικοί πόλεμοι της αναπαράστασης στη σύγχρονη κινηματογραφική κουλτούρα
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Ο Κρίστοφερ Νόλαν επέλεξε την ηθοποιό Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης στην πολυαναμενόμενη ταινία «Οδύσσεια», με πρωταγωνιστή τον Ματ Ντέιμον. Παράλληλα, θα υποδυθεί και τη δίδυμη αδερφή της, Κλυταιμνήστρα, αν και σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση δεν ήταν δίδυμες, αλλά ετεροθαλείς αδελφές: με κοινή μητέρα (Λήδα) αλλά διαφορετικούς πατέρες (Τυνδάρεως για την Κλυταιμνήστρα και Δίας για την Ελένη).* Η επιλογή αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις πριν ακόμη επισημοποιηθεί, καθώς αφορά ένα μυθικό πρόσωπο της αρχαιότητας, με αποτέλεσμα να επανέρχεται η συζήτηση για τη σχέση ανάμεσα στην ιστορική/μυθολογική ακρίβεια και την καλλιτεχνική ελευθερία στην κινηματογραφική απεικόνιση. Όπως η τραγωδία «Ελένη» του Ευριπίδη (διδάχτηκε το 412 π.Χ. μαζί με την «Ανδρομέδα» στα Διονύσια) και το ομότιτλο τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα με τη Μαρία Φωτίου από τον δίσκο «Νυχτερινή Κυβέρνηση» (1988), η Ωραία Ελένη είναι περισσότερο σύμβολο και λιγότερο ιστορικό πρόσωπο. Αντίστοιχα, η ταινία του Νόλαν κινείται ακριβώς σε αυτόν τον χώρο της μυθοπλασίας: αποτελεί ένα κινηματογραφικό παραμύθι βασισμένο σε ένα άλλο παραμύθι.
Ωστόσο, η επιλογή μαύρης ηθοποιού για έναν χαρακτήρα που, κατά τα ιστορικά και ανθρωπολογικά δεδομένα, πιθανότατα ήταν μελαχρινός, έχει προκαλέσει αντιδράσεις και αμφισβητήσεις από τμήμα του ακροδεξιού χώρου, οι οποίες εκτείνονται από απλές διαμαρτυρίες στα κοινωνικά δίκτυα έως και εκκλήσεις για μποϊκοτάζ της ταινίας, κυρίως από μερίδα χρηστών διαδικτυακών κοινοτήτων που εκφράζουν συστηματικά ρατσιστικές και ομο/τρανσφοβικές απόψεις. Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να τονίσουμε ότι οι πληθυσμοί του Αιγαίου κατά την ύστερη μυκηναϊκή και μεταμυκηναϊκή περίοδο (περ. 1180 π.Χ. και εξής), όπως οι Ίωνες, Αχαιοί και Δωριείς, καθώς και οι κοινωνίες από τις οποίες αντλεί ο Όμηρος τα αφηγηματικά του πρότυπα στον 8ο αιώνα π.Χ., αποτελούσαν μεσογειακούς πληθυσμούς με πολιτισμική και πιθανή βιολογική ποικιλότητα. Οι ομηρικές παραδόσεις αντανακλούν κυρίως ένα σύνθετο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο της εποχής τους. Η επαφή με άλλους λαούς μέσω εμπορίου και μετακινήσεων ήταν δεδομένη και συνεπαγόταν πολιτισμικές ανταλλαγές και πιθανές μικτές καταβολές. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν επαρκή ιστορικά ή ανθρωπολογικά δεδομένα που να τεκμηριώνουν συγκεκριμένα φαινοτυπικά συμπεράσματα για τους πληθυσμούς της εποχής, ούτε τέτοια στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την ερμηνεία σύγχρονων καλλιτεχνικών επιλογών.Ενδιαφέρουσα, μάλιστα, είναι η αντίφαση που αναδύεται στη συνολική προσέγγιση του Νόλαν: ενώ για τη μουσική επέλεξε να αποκλείσει ρητά την παραδοσιακή ορχήστρα, με την αιτιολογία ότι «δεν υπήρχε τότε», στην περίπτωση του κεντρικού χαρακτήρα της Ελένης φαίνεται να υιοθετεί μια πολύ πιο ελεύθερη ερμηνεία της μυθοπλασίας. Αυτή η επιλεκτική αυστηρότητα ως προς την «αυθεντικότητα» – άκαμπτη στη μουσική, αλλά αρκετά πιο χαλαρή στην επιλογή των ηθοποιών – αναδεικνύει την ένταση ανάμεσα σε διαφορετικά κριτήρια που διέπουν την ίδια παραγωγή. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια αντίφαση προσβάλει τόσο το κοινό όσο και την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Νόλαν.
Θα λέγαμε ακόμα, ότι η συζήτηση και η κριτική γύρω από την απόδοση της Ωραίας Ελένης δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως ζήτημα εθνικιστικής ή φυλετικής καθαρότητας, τουλάχιστον στην περίπτωση αυτού του κειμένου. Όμως, και εδώ πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, η επιλογή μιας μαύρης Ωραίας Ελένης και η υπεράσπιση της συγκεκριμένης επιλογής δεν αποτελεί μια προοδευτική ή ακόμα κι αριστερή πράξη, ούτε έχει καμία βάση να πανηγυρίζουμε για μια κίβδηλη ποσόστωση ή για μια συμβολική «νίκη» αντιρατσιστικού χαρακτήρα. Είναι επίσης σαφές ότι το μέλλον ενός έθνους δεν κρίνεται από την επιλογή ενός ηθοποιού σε ένα συγκεκριμένο ρόλο. Παράλληλα, η απόφαση αυτή αναδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ συγκεκριμένων εμπορικών, αισθητικών και ιδεολογικών στόχων στη σύγχρονη κινηματογραφία. Σε αντίθεση με παλαιότερες και κατώτερες καλλιτεχνικά παραγωγές, όπως η τηλεοπτική σειρά για τον «Ηρακλή» με τον Κέβιν Σόρμπο, που ήταν μια ελαφριά και διασκεδαστική cult περιπέτεια με χιούμορ και αναχρονισμούς –όπου ο ήρωας πολεμούσε ακόμα και δεινόσαυρους χωρίς να προκαλεί αντιδράσεις, καθώς θεωρούνταν απλή ψυχαγωγία–, εδώ η κλίμακα μιας υψηλού προϋπολογισμού ταινίας με φιλοδοξίες βραβείων και οικονομικής επιτυχίας δημιουργεί διαφορετικές προσδοκίες σεβασμού προς το αρχικό υλικό.
Πρέπει να πούμε ακόμα, ότι το μέγεθος των αντιδράσεων οφείλεται, μεταξύ άλλων, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ενισχύουν τς διάφορες φήμες και συζητήσεις μέσα σε λίγες ώρες και σε μια εποχή πολιτιστικών συγκρούσεων όπου οι επιλογές ρόλων βλέπονται είτε ως προοδευτικές, είτε ως εμπορικές στρατηγικές, ενώ ο Όμηρος θεωρείται ιερός για πολλούς, κάνοντας κάθε αλλαγή να φαίνεται πιο προκλητική. Σε αυτό το σημείο, είναι φανερό πια, ότι η αντίδραση της ακροδεξιάς, που επικεντρώνεται στην «αυθεντικότητα» της πολεμικής εμφάνισης των μυκηναϊκών χρόνων στην ταινία, υπογραμμίζει ένα άλλο επίπεδο διαλόγου, που είναι ταυτόχρονα άχρηστο και επικίνδυνο καθώς επιχειρεί να ορίσει τον δημόσιο κοινωνικό διάλογο σύμφωνα με το πνεύμα του τραμπικού ανορθολογισμού και του πολέμου κατά της «woke» ιδεολογίας που στοχεύει, κατά βάθος, τους αγώνες για την ταξική κοινωνική χειραφέτηση και αυτοδιάθεση.
Είναι κοινό μυστικό, που κάποιοι κάνουν ότι δεν το γνωρίζουν, ότι Όμηρος δεν περιγράφει ιστορικά γεγονότα με ακρίβεια. Στην πραγματικότητα, το μόνο που διασώζει είναι η επική, δηλαδή η λαϊκή, μνήμη, απεικονίζοντας κυρίως ήθη, έθιμα και κοινωνική οργάνωση της γεωμετρικής εποχής, περίπου 400 χρόνια μετά τα γεγονότα που περιγράφει. Έτσι, κάθε σύγχρονη μεταφορά των επών είναι ήδη μια συνύπαρξη διαφορετικών εποχών και ερμηνειών, η οποία νομιμοποιεί εκ των υστέρων κάποιες κινηματογραφικές ελευθερίες. Αυτό, όμως, δεν περιλαμβάνει απαραίτητα την απόδοση μιας μαύρης Ελένης, που παραβιάζει τα ιστορικά και πολιτισμικά δεδομένα.

Συμπερασματικά, η επιλογή της Λουπίντα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης, ανεξαρτήτως προθέσεων της παραγωγής, ενεργοποιεί έναν διάλογο ανάμεσα στην ιστορική πρόσληψη του μύθου, τη μυθοπλασία και τη σύγχρονη πολιτισμική συγκυρία. Η Ελένη, ως μυθικό σύμβολο, δεν ταυτίζεται με κάποιο ιστορικό πρόσωπο, επομένως η κινηματογραφική ελευθερία επιτρέπει ερμηνείες πέρα από τα αρχαία δεδομένα. Και αυτό, δεν είναι λάθος. Ωστόσο, η απόδοση μιας μαύρης Ελένης έρχεται σε σύγκρουση με τα ιστορικά και ανθρωπολογικά στοιχεία, και αναδεικνύει το μεγάλο – αλλά όχι αγεφύρωτο χάσμα – ανάμεσα στα αισθητικά, εμπορικά και ιδεολογικά κίνητρα που αναδεικνύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παράλληλα, η συζήτηση που ξέσπασε στα κοινωνικά δίκτυα – και μόνο σε αυτά – αντικατοπτρίζει ευρύτερες πολιτισμικές και κυρίως πολιτικές συγκρούσεις. Τελικά, η επιλογή αυτή δεν είναι ζήτημα προσωπικού ή πολιτικού γούστου, αλλά ευκαιρία για υπεύθυνο στοχασμό πάνω στη σχέση του μύθου, της ιστορίας και της σύγχρονης κουλτούρας αλλά και κατά πόσο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να συμμετέχει στον «πόλεμο πολιτισμών» της διεθνούς ακροδεξιάς αναζητώντας πιθανά «προοδευτικά» αντίβαρα στην μία ή στην άλλη θεωρία της αντί να οργανώνουμε την επόμενη ιστορική ήττα της.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» δεν είναι ούτε ιστορικά αρχεία ούτε ανθρωπολογικές μελέτες, αλλά ποιητικά έργα που συμπυκνώνουν μια μακρινή, αρχαία μνήμη μαζί με τους μύθους των σύγχρονων ιδεολογιών. Κάθε σύγχρονη μεταφορά τους οφείλει να συνομιλεί με το πολιτισμικό υλικό από το οποίο προέρχεται, και όχι να το χρησιμοποιεί ως ουδέτερο καμβά για συμβολικές, προκλητικές ή μαρκετινίστικες χειρονομίες χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Η εκπροσώπηση δεν είναι από μόνη της προοδευτική πράξη. Στην πραγματικότητα, όταν αποκόπτεται από το ιστορικό, αισθητικό και ιδεολογικό πλαίσιο του μύθου, μετατρέπεται απλώς σε ένα εύπεπτο παιχνίδι στα χέρια ικανών καλλιτεχνών και εμπόρων. Τελικά, αν κάτι χρειαζόμαστε σήμερα, δεν είναι λιγότερη μυθοπλασία, αλλά περισσότερη εντιμότητα απέναντι στα υλικά που κληρονομήσαμε και, κυρίως, απέναντι στον τρόπο που τα επανερμηνεύουμε. Η επιλογή της Ωραίας Ελένης δεν είναι ζήτημα προσωπικού ή πολιτικού γούστου αλλά μια ευκαιρία να σκεφτούμε τη σχέση μεταξύ του μύθου, της ιστορίας και της σύγχρονης κουλτούρας, με ειλικρίνεια και πάνω απ’ όλα, με υπευθυνότητα. Ωστόσο, το κρίσιμο ζητούμενο δεν εξαντλείται στο επίπεδο της θεωρητικής αποτίμησης ή της αισθητικής αντιπαράθεσης. Εκείνο που προέχει είναι η μετάβαση από τον αφηρημένο πολιτισμικό σχολιασμό σε πραγματικές κοινωνικές πρακτικές, σε δράσεις και παρεμβάσεις «από τα κάτω» που να υπερασπίζονται ουσιαστικά τα κοινωνικά δικαιώματα, χωρίς να εγκλωβίζονται σε συμβολικές αντιπαραθέσεις που συχνά απονευρώνουν το πραγματικό περιεχόμενό τους.
Σε μια εποχή όπου η αναπαράσταση υποκαθιστά την πολιτική πράξη και η σημειολογία αντικαθιστά την υλική κοινωνική αλλαγή, καθίσταται αναγκαίο να επανατοποθετήσουμε το κέντρο βάρους: όχι στο ποιος ενσαρκώνει έναν μύθο, αλλά στο ποιοι έχουν πραγματική πρόσβαση στην ισχύ, στους θεσμούς και στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων που διαμορφώνουν τις ζωές των ανθρώπων. Διαφορετικά, οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις κινδυνεύουν να μετατραπούν σε υποκατάστατα πολιτικής, προσφέροντας μια ψευδαίσθηση συμμετοχής χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Γι’ αυτό και η υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να εξαντλείται σε συμβολικές «μάχες» γύρω από την εικόνα ή την αναπαράσταση, αλλά οφείλει να στηρίζεται σε συλλογική οργάνωση, σε δημοκρατική λογοδοσία και σε συνεχή κοινωνικό έλεγχο απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας (πολιτισμική, οικονομική ή θεσμική). Μόνο μέσα από τέτοιες υλικές και συμμετοχικές διαδικασίες μπορεί να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο η έννοια της ισότητας, σε ένα πεδίο όπου η μυθολογική αφήγηση εξακολουθεί να συνομιλεί με τις σύγχρονες αναγνώσεις της.
* Σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση, η Ελένη και η Κλυταιμνήστρα ήταν ετεροθαλείς αδελφές με κοινή μητέρα τη Λήδα, αλλά διαφορετικούς πατέρες (Δία και Τυνδάρεω). Ο Όμηρος παρουσιάζει και τις δύο εκδοχές: άλλοτε την ονομάζει κόρη του Δία (από την ένωσή του με τη Λήδα μεταμορφωμένου σε κύκνο) και άλλοτε κόρη του Τυνδάρεω, προσδίδοντάς της σπαρτιατική ηρωική καταγωγή. Ο μύθος της γέννησής της από τον Τυνδάρεω θεωρείται αρχαιότερος.








