Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
1945, 23 ΤΟΥ ΜΑΗ*
Οι στρατιώτες με τα σιδερένια κράνη
με τις βαθιά κρυμμένες κρύες λάμψεις
των ματιών, στοιχισμένοι
στις άψογες τετράδες τους,
βροντώντας τις μαύρες τους μπότες
στις πλάκες του δρόμου, τραγουδώντας
τα τραγούδια της νίκης οι ηττημένοι
διασχίζουν για στερνή φορά την πολιτεία.
Οι κάτοικοι κοιτάζουν απ’ τα πεζοδρόμια.
Πολλά μάτια γυαλίζουνε χαρούμενα.
Άλλοι σχολιάζουν μεγαλόφωνα. Μαυροντυμένες
γυναίκες καταριούνται. Δυο τρία παιδιά
απλώνουνε τα πέντε δάχτυλα ξεθαρρεμένα.
Όμως κανένας δεν πλησιάζει πιο κοντά
κανένας βέβαια δεν τολμά ν’ απλώσει χέρι
στο πολυκέφαλο, στο πολυπόδαρο θεριό
που κατεβαίνει κατά το λιμάνι
για να μπαρκαριστεί σε πλοία ιγγλέζικα.
Φόβοι τεσσάρων χρόνων μας μουδιάζουν.
Γιώργης Μανουσάκης (Χανιά 1933 – 2008)
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Από τις 12 Μαΐου 1941 η Λουφτβάφε, ενεργώντας υπό τις άμεσες διαταγές του Γκέρινγκ, ξεκίνησε αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από την Κρήτη, με ιδιαίτερη στόχευση στις λιμενικές εγκαταστάσεις των Χανίων, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου, ενώ με την αυγή της 20ής Μαΐου 1941 άρχισε η κύρια γερμανική αεροπορική επίθεση για την κατάληψη του νησιού, στο πλαίσιο της επιχείρησης που ονομάστηκε σχέδιο «Μερκούρ» [Ερμής], το οποίο υπήρξε μοιραίο για τις χιτλερικές δυνάμεις, καθώς από τη μία πλευρά καθυστέρησε την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης και από την άλλη αφαίρεσε τη δυνατότητα από τους Ναζί να αξιοποιήσουν τις δυνάμεις τους στη Μέση Ανατολή, με την αντίσταση των κατοίκων να αποτρέπει την υλοποίηση αυτών των σχεδίων.
Η Μάχη της Κρήτης, όπως καθιερώθηκε να ονομάζεται, ξεκίνησε στις 20 Μαΐου και διήρκεσε έως την 1η Ιουνίου 1941, σε ένα νησί στο οποίο δεν υπήρχε ούτε οργανωμένη αεράμυνα ούτε, κυρίως, καταφύγια, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι Κρητικοί, κατά τη διάρκεια των συνολικών βομβαρδισμών που κράτησαν έντεκα ημέρες, να μην έχουν καμία δυνατότητα ασφαλούς προφύλαξης, ενώ η κατάληψη του νησιού επέφερε βαρύ φόρο αίματος στον τοπικό πληθυσμό. Ταυτόχρονα οι γερμανικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με δυσανάλογα, ως προς την επιχείρηση, υψηλές απώλειες, καθώς η επίλεκτη μονάδα αλεξιπτωτιστών του Γ΄ Ράιχ αποδεκατίστηκε. Η Αντίσταση ωστόσο συνεχίστηκε και οι Ναζί απάντησαν με σκληρά αντίποινα που περιλάμβαναν εκτελέσεις, βασανιστήρια και την πυρπόληση ολόκληρων χωριών, μεταξύ των οποίων και το Κοντομαρί Χανίων, όπου στις 2 Ιουνίου 1941 οι Ναζί εκτέλεσαν 25 άντρες ως αντίποινα για τις εκτελέσεις και τη σφαγή πολλών Γερμανών αλεξιπτωτιστών που είχαν πέσει μέσα στους θάμνους, ενώ δύο μήνες αργότερα, την 1η Αυγούστου, προχώρησαν εκ νέου σε εκτελέσεις 108 παλικαριών από τον Αλικιανό και τα γύρω χωριά, όπως Σκηνές, Φουρνές, Πρασές, Βατόλακκος, Κουφού, Νέα Ρούματα, Ορθούνιο κ.ά., όπως καταγράφεται στα έργα των Τάσου Βουρνά και Σολ. Γρηγοριάδη για τη «Μάχη της Κρήτης». Επίσης, μια μέρα μετά τα γεγονότα στο Κοντομαρί η καταστροφική μανία των Γερμανών εκδηλώθηκε και στην ιστορική Κάνδανο, που την έκαψαν δύο φορές κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σε μια περίοδο που συνολικά διήρκεσε τέσσερα χρόνια -μια μαύρη τετραετία δυσβάσταχτης κατοχής, μεγαλύτερης από κάθε άλλη ελληνική περιοχή- καθώς μετά την αποχώρηση των κατακτητών από την ηπειρωτική Ελλάδα ο Χίτλερ είχε διατάξει να μην εκκενωθεί το «Φρούριο Κρήτη», όπως αποκαλούσε το νησί το γερμανικό επιτελείο, με αποτέλεσμα η τελική παράδοση των γερμανικών δυνάμεων στους Άγγλους να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάρρευση του Γ΄ Ράιχ στις 9 Μαΐου 1945(!)
Ήδη από τον Οκτώβριο του 1944 ολόκληρη η χώρα είχε απελευθερωθεί, με εξαίρεση ένα μικρό τμήμα γης στα Χανιά, ενώ στην Κρήτη από τους 67.000 Γερμανούς και Ιταλούς που βρίσκονταν στο νησί οι 17.000 είχαν εγκλωβιστεί και, υπό τον υποστράτηγο Μπέντακ, είχαν οργανωθεί σε μια παραλιακή λωρίδα 65 χιλιομέτρων που περιλάμβανε το λιμάνι της Σούδας, την πόλη των Χανίων και το αεροδρόμιο του Μάλεμε και η οποία έφερε την ονομασία «Οχυρά Θέση Κρήτης», διατηρώντας πλήρη στρατιωτική πειθαρχία, διαθέτοντας βαρύ οπλισμό και άφθονα πυρομαχικά και λειτουργώντας έως την τελευταία στιγμή της αποχώρησής τους ως κατοχική δύναμη, εξέλιξη που έχει χαρακτηριστεί ως ιδιότυπο «δώρο» των Βρετανών προς τους Ναζί, οι οποίοι είχαν βρεθεί σε κατάσταση αποδιοργάνωσης λόγω της έντονης και αποτελεσματικά οργανωμένης Αντίστασης που κατεύθυνε το ΕΑΜ Κρήτης, μέσα σε ένα ιστορικό παράδοξο που συνδεόταν με τις βρετανικές πολιτικές επιλογές, καθώς αργότερα αποκαλύφθηκε ότι είχε συναφθεί Αγγλογερμανική συμφωνία με αντάλλαγμα την παράδοση της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης αμαχητί, με τον Άλμπερτ Σπέερ, υπουργό Πολεμικής και Βιομηχανικής Παραγωγής του Χίτλερ, σε συνέντευξή του στον Βασίλη Μαθιόπουλο, να αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Είμαι αυτήκοος μάρτυρας ενός γεγονότος, που μας είχε προκαλέσει πολύ μεγάλη εντύπωση το φθινόπωρο του 1944. Θυμάμαι συγκεκριμένα ότι ο στρατηγός Γιόντλ, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ήρθε μια μέρα και μου ανέφερε ότι επήλθε συμφωνία σε υψηλό επίπεδο μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας, που αφορούσε την Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή, πρωτοφανής μέχρι τότε και όπως γνωρίζω μοναδική σε όλο τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, αφορούσε – όπως, τουλάχιστον, μου είπε ο Γιόντλ – την εκκένωση της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα χωρίς βρετανική ενόχληση. Η συμφωνία αυτή έγινε στη Λισσαβόνα και το ποιος είχε την πρωτοβουλία δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι δεν έγινε σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά πολύ ψηλότερα, για να μην υπάρξουν ακριτομυθίες. Η πληροφορία για το περίεργο αυτό «τζέντλεμαν αγκρίμεντ» μεταξύ Λονδίνου και Βερολίνου προκάλεσε σε όσους το έμαθαν κατάπληξη. Και, πράγματι, οι Άγγλοι την τήρησαν. Τα γερμανικά πολεμικά και μεταγωγικά σκάφη φορτώθηκαν στρατό από τα ελληνικά νησιά – που εκκένωσαν – πέρασαν, το φθινόπωρο του 1944, ανενόχλητα μπροστά από τα μάτια των Βρετανών και ανάμεσα από τα βρετανικά υποβρύχια στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Το τίμημα της συμφωνίας, κατά τη γνώμη μου, ήταν να παραχωρήσουν οι Γερμανοί τη Θεσσαλονίκη στους Άγγλους αμαχητί και μ’ αυτόν το τρόπο η Ελλάδα να περιέλθει στο δυτικό στρατόπεδο. Και, βέβαια, ο Χίτλερ θα διατηρούσε ανέπαφες τις δικές του δυνάμεις, που κατείχαν το ελληνικό χώρο» . (Βήμα 1976)
ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Το ποίημα του Γιώργη Μανουσάκη, γραμμένο με την οικονομία και την ακρίβεια που χαρακτηρίζει την ποίησή του, συμπυκνώνει με μοναδική δύναμη την ψυχολογική και ιστορική στιγμή της αποχώρησης των γερμανικών δυνάμεων από τα Χανιά στις 23 Μαΐου 1945. Δεν πρόκειται απλώς για μια περιγραφή μιας πορείας ηττημένων αλλά για την αδρή και ειλικρινή απεικόνιση ενός συλλογικού τραύματος που ακόμα δεν έχει επουλωθεί.
Οι στρατιώτες «με τα σιδερένια κράνη», με «τις βαθιά κρυμμένες κρύες λάμψεις/ των ματιών», διατηρούν την εξωτερική πειθαρχία και την επιβλητικότητα του κατακτητή ακόμα και την ώρα της ήττας. Τραγουδούν «τραγούδια της νίκης» ενώ είναι ηττημένοι – μια πικρή ειρωνεία που υπογραμμίζει την άρνηση του ηττημένου να αποδεχτεί πλήρως την πραγματικότητα. Απέναντί τους, ο γενναίος και αδάμαστος κρητικός λαός, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της Μάχης της Κρήτης, παραμένει διχασμένος ανάμεσα στη χαρά, την οργή και –κυρίως– στον βαθύ, εμπεδωμένο φόβο. Το «πολυκέφαλο, πολυπόδαρο θεριό» που κατεβαίνει προς το λιμάνι είναι μια ισχυρή μεταφορά: οι Ναζί δεν φεύγουν ως άνθρωποι, αλλά ως ένα ακόμα τέρας που, έστω και ηττημένο, συνεχίζει να εμπνέει τρόμο, οργή κι ανησυχία. Ο Μανουσάκης, με λιτά μέσα, καταφέρνει καίρια να δώσει το μέγεθος της συσσωρευμένης οδύνης: τις εκτελέσεις στο Κοντομαρί και την Κάνδανο, τα καμένα χωριά, τα βασανιστήρια, την τετραετή κατοχή που κράτησε πολύ περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η αποχώρηση δεν γίνεται με πανηγυρισμούς, αλλά μέσα σε κλίμα συγκρατημένης ανακούφισης και σιωπηλής περισυλλογής. Κανείς δεν τολμά να πλησιάσει, «Φόβοι τεσσάρων χρόνων μας μουδιάζουν» αναφέρει ο δημιουργός και κλείνει το ποίημα του. Δεν έχει κάτι άλλο να πει, καθώς οι εικόνες, τα συναισθήματα και η ιστορική εμπειρία, ακόμη ζωντανή για τους ανθρώπους της εποχής του, μιλούν από μόνα τους.
Έτσι, το ποίημα λειτουργεί ως η ποιητική σφραγίδα ενός ιστορικού παραδόξου: η Κρήτη, που σήκωσε το βάρος της πιο σκληρής και παρατεταμένης κατοχής, βλέπει τους κατακτητές της να αποχωρούν όχι ηττημένοι από τα όπλα των συμμάχων ή της Αντίστασης μόνο, αλλά μέσα από ένα περίπλοκο, χυδαίο και ύπουλο διπλωματικό παιχνίδι που άφησε το νησί εγκλωβισμένο μέχρι την τελευταία στιγμή. Το έργο του Μανουσάκη δεν εξυμνεί απλώς τη νίκη: καταγράφει το βαρύ τίμημα της μνήμης και την πικρή γεύση μιας λευτεριάς που ήρθε αργά, σχεδόν κρυφά, και άφησε πίσω της σιωπηλούς, γεμάτους οργή και ανακούφιση, θεατές στα πεζοδρόμια.
Πηγές:
* Ανέκδοτο ποίημα που βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή. Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Κεδρισός – ποταμός Λόγου & Τέχνης από την Κρήτη» [τεύχος 1, Χανιά, Ιανουάριος – Απρίλιος 2011]
** Με στοιχεία από το βιβλίο του Βασίλη Μαθιόπουλου «Εικόνες Κατοχής – Φωτογραφικές μαρτυρίες από τα γερμανικά αρχεία για την ηρωική αντίσταση του ελληνικού λαού» (Εκδοτικός οίκος Ερμής, 1980 και εφημερίδα Τα Νέα), Cretan Magazine, Αρχείο ΕΡΤ (video)








