Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Ο πόλεμος του Βιετνάμ αποτέλεσε μία από τις πιο τραυματικές εμπειρίες του 20ού αιώνα, όχι μόνο για τους λαούς που τον έζησαν άμεσα, αλλά και για τις ίδιες τις ΗΠΑ που τον διεξήγαγαν. Ο αμερικανικός κινηματογράφος επιχείρησε να επεξεργαστεί αυτό το τραύμα με διαφορετικούς τρόπους: άλλοτε μέσα από ηρωικές αφηγήσεις δράσης και άλλοτε μέσα από σκοτεινές, αυτοκριτικές ματιές πάνω στη βία, την ήττα και την ενοχή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και ορισμένες χαρακτηριστικές ταινίες που αποτυπώνουν διαφορετικές όψεις της ίδιας ιστορικής εμπειρίας είτε από προοδευτική είτε από συντηρητική σκοπιά.
Επέλεξα να αναφερθώ και να επεκτείνω τη σκέψη μου, με αφορμή την ταινία Braddock: Missing in Action III (1988) με τον Τσακ Νόρις, που έφυγε από την ζωή πριν λίγες μέρες. Στη συγκεκριμένη, ο πρωταγωνιστής επιστρέφει μετά από δέκα χρόνια στο Βιετνάμ γιατί έμαθε από τον εκπρόσωπο μιας ιεραποστολής ότι η σύζυγος του, αν και αιχμάλωτη, βρίσκεται στη ζωή. Και μαθαίνει ακόμα ότι έχει ένα γιο.[1] Η ταινία αναφέρεται, χωρίς προφανώς να εμβαθύνει, στα παιδιά των μικτών γάμων και σχέσεων μεταξύ των ντόπιων με τους Αμερικανούς στρατιώτες. Ξεκινάει με την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την Σαϊγκόν, δείχνει κι ένα ελικόπτερο όπως στην γνωστή φωτογραφία. Στους τίτλους τέλους δίνει πληροφορίες για αυτά τα παιδιά. Ήταν η τελευταία ταινία σε μια σχετική τριλογία, με τον γενικό τίτλο Missing in Action, με περιλαμβάνει ακόμα τις ταινίες Missing in Action (1984) και Missing in Action 2: The Beginning (1985), οι οποίες περιστρέφονται γύρω από την εμπειρία των Αμερικανών στρατιωτών στον πόλεμο του Βιετνάμ και την τύχη των αγνοουμένων. Είναι μια ταινία με όλα τα συντηρητικα κλισέ αυτού του συγκεκριμένου είδους ταινιών που απέχει από το χαρακτηριστεί ως αντιπολεμικό. Στην ουσία, λειτουργεί με τον γνωστό μηχανισμό του αμερικανικού κινηματογράφου της εποχής. Στο Braddock: Missing in Action III , ο ηττημένος αξιωματικός επιστρέφει για να σώσει την σύζυγό του – αποτυγχάνει αλλά απελευθερώνει τα παιδιά – αλλά στην ουσία για να σώσει την χαμένη του αξιοπρέπεια. Και, εμμέσως πλην σαφώς, των ΗΠΑ. Φυσικά, οι Βιετναμέζοι είναι οι κακοί, δολοφόνοι, ανήθικοι, βιαστές. Εμφανίζονται κυρίως ως μονοδιάστατοι αντίπαλοι, χωρίς ιδιαίτερο βάθος ή εσωτερική ζωή. Αλλά, ομολογώ , ότι μου έκανε μια κάποια εντύπωση το κομμάτι με το οποίο ασχολήθηκε, έστω και για σεναριακούς λόγους. Τέλος, ο πόλεμος δεν παρουσιάζεται ως μια ιστορική ή πολιτική τραγωδία, αλλά ως το σκηνικό μιας περιπέτειας δράσης με ξεκάθαρο ιδεολογικό πρόσημο. Το ζητούμενο δεν είναι να κατανοηθεί τι συνέβη, αλλά να αποκατασταθεί η τιμή ενός ανθρώπου και, κατ’ επέκταση, ενός έθνους.
Σε αυτό το σημείο αρχίζει να φαίνεται καθαρά η απόσταση που χωρίζει αυτή την ταινία από έργα όπως ο Ελαφοκυνηγός (1978), το Αποκάλυψη Τώρα (1979), το Πλατούν (1986), το Full Metal Jacket (1987) και ο Γεννημένος την 4η Ιουλίου (1989), ταινίες με έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα, ενώ το Hamburger Hill (1987) είναι το λιγότερο αντιπολεμικό από όλα. Εκεί ο πόλεμος αποτυπώνεται ως μια δυσάρεστη εμπειρία που διαλύει τους ανθρώπους, τις σχέσεις και τις βεβαιότητες τους καθώς οι χαρακτήρες δεν επιστρέφουν στον εφιάλτη του Βιετνάμ για να σώσουν την αξιοπρέπειά τους μέσα από τη δράση, αλλά προσπαθώντας να επιβιώσουν μέσα από τη μνήμη και το τραύμα. Άλλωστε στον πόλεμο δεν υπάρχουν ήρωες και κακοί αλλά σύγχυση, φόβος, βία και παραλογισμός. Ιδίως στην περίπτωση του Αποκάλυψη Τώρα, που βασίζεται χαλαρά στο διαχρονικό μυθιστόρημα του Τζόζεφ Κόνραντ Η καρδιά του σκότους, ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια κάθοδο σε ένα σύγχρονο μεσαίωνα. Η ιστορία δεν αφορά μόνο το Βιετνάμ, αλλά την ίδια τη φύση της εξουσίας, της βίας και της τρέλας ενώ το ταξίδι στον ποταμό είναι ένα ταξίδι μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση. Σε αντίθεση με τον Braddock, όπου το ταξίδι είναι απλό και γραμμικό: πηγαίνω, πολεμάω, σκοτώνω πριν με σκοτώσουν, απελευθερώνω και επιστρέφω νικητής ή έτσι, νομίζω. Κατά τραγική ειρωνεία, στην τελευταία ταινίας της τριλογίας που αναφέρουμε δεν υπάρχει αυτή η αίσθηση. Περισσότερο υπάρχει μια πρόσκαιρη ανακούφιση παρά λύτρωση.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όλες οι ταινίες που αναφέραμε, με διαφορετικό τρόπο η καθεμιά, θεωρούνται και είναι αντιπολεμικές. Όχι επειδή διακηρύσσουν ρητά συνθήματα κατά του πολέμου, αλλά επειδή δείχνουν τις συνέπειές του: ο Ελαφοκυνηγός μιλά για τη διάλυση μιας κοινότητας και τη σιωπηλή ενοχή των ανθρώπων που επέστρεψαν. Το Αποκάλυψη Τώρα αναδεικνύει τον παραλογισμό της εξουσίας και την ηθική αποσύνθεση που γεννά η βία και με τη σειρά του το Πλατούν παρουσιάζει τη σύγκρουση μέσα στον ίδιο τον αμερικανικό στρατό. Ακόμα, το Full Metal Jacket δείχνει πώς κατασκευάζεται ο στρατιώτης πριν ακόμη φτάσει στο πεδίο της μάχης ενώ το Γεννημένος την 4η Ιουλίου παρακολουθεί τη μεταμόρφωση ενός τραυματισμένου βετεράνου σε πολιτικό ακτιβιστή και τέλος, το Hamburger Hill καταγράφει τη ματαιότητα μιας μάχης που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά για έναν λόφο χωρίς ουσιαστική σημασία.

Σκέφτομαι, λοιπόν, και με αφορμή μια δημόσια ανάρτηση του Βιετναμέζου Sony Thăng @nxt888 στο X (πρώην Twitter) ότι δεν είναι λάθος που αυτές οι ταινίες δεν έχουν Βιετναμέζο πρωταγωνιστή. Εφόσον πιάνουν την άμεση αμερικανική εμπειρία, είναι λογικό να μιλούν μέσα από αυτήν. Δεν επιχειρούν να αφηγηθούν την ιστορία του βιετναμέζικου λαού, αλλά να κατανοήσουν τι συνέβη μέσα στην ίδια την αμερικανική κοινωνία. Τι συνέβη στους στρατιώτες που πολέμησαν, στους ανθρώπους που επέστρεψαν, στις οικογένειες που έμειναν πίσω. Είναι, με έναν τρόπο, έργα αυτοκριτικής. Και έργα συνέπειας. Άλλωστε, ο πόλεμος του Βιετνάμ τελείωσε με την συντριπτική ήττα των αμερικανικών δυνάμεων, μια ήττα που καθορίστηκε τόσο από τον αγώνα των εργατών και των αγροτών της κατεχόμενης χώρας στο πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, όσο κι από το αντιπολεμικό κίνημα μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι μαζικές διαδηλώσεις, η αμφισβήτηση της πολιτικής ηγεσίας, τα σαμποτάζ των Αμερικανών στρατιωτών, η ρήξη ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Με λίγα λόγια, ο πόλεμος δεν χάθηκε μόνο στα πεδία των μαχών αλλά κυρίως στο εσωτερικό της ίδιας της χώρας που τον διεξήγαγε από την εργατική τάξη και τη νεολαία της. Και αυτή ακριβώς η εσωτερική κίνηση είναι που αποτυπώνουν οι ταινίες αυτές.

Πάντως, το να διαμαρτυρόμαστε, ιδιαίτερα κόσμος που δεν είναι Αμερικανός, ότι αντιπολεμικές ταινίες όπως ο Ελαφοκυνηγός και το Αποκάλυψη Τώρα δεν έχουν Βιετναμέζο πρωταγωνιστή αφαιρεί δύναμη και νόημα από το έργο. Είναι έργα μιας περασμένης εποχής, που μίλησαν για τη δική τους ιστορική στιγμή και για τη δική τους κοινωνία. Την ίδια στιγμή, όμως, σήμερα είναι πιο ώριμο και αναγκαίο από ποτέ να υπάρξει μια τέτοια ταινία. Μια ταινία που να αφηγείται τον πόλεμο από τη βιετναμέζικη πλευρά. Ότι το κατά τα άλλα λαλίστατο και “προοδευτικό” Χόλιγουντ δεν έχει κάνει ακόμη αυτό το απαραίτητο βήμα είναι πράγματι πρόβλημα. Πρώτα από όλα πολιτικό κι έπειτα καλλιτεχνικό.
Σημειώσεις:
- Ο όρος Αμερασιάτης (αγγλ. Amerasian) αναφέρεται σε άτομα που γεννήθηκαν στην Ανατολική ή Νοτιοανατολική Ασία από μητέρα ασιατικής καταγωγής και πατέρα Αμερικανό στρατιωτικό ή πολίτη. Άλλες ονομασίες που χρησιμοποιούνται είναι «παιδιά του πολέμου» (War babies) ή «παιδιά των G.I.» (G.I. Babies). Η εμφάνιση σημαντικών πληθυσμών Αμερασιατών συνδέεται με τη στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών σε χώρες όπως η Ιαπωνία (Οκινάουα), η Νότια Κορέα, η Καμπότζη, το Λάος, η Ταϊλάνδη, το Βιετνάμ, η Ταϊβάν και οι Φιλιππίνες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και του πολέμου του Βιετνάμ. Πολλά από αυτά τα παιδιά μεγάλωσαν χωρίς να γνωρίσουν τον πατέρα τους και συχνά αντιμετώπισαν κοινωνικό αποκλεισμό, βρισκόμενα ανάμεσα σε δύο πολιτισμικούς κόσμους. Ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως σε ιστορικό και κοινωνιολογικό πλαίσιο, για να περιγράψει τις κοινωνικές συνέπειες των πολεμικών συγκρούσεων και της μακροχρόνιας στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ στην Ασία.
- Για την ιστορία, υπάρχουν βιετναμέζικες ταινίες και ντοκιμαντέρ – π.χ. το The Little Girl of Hanoi (1974), το The Abandoned Field: Free Fire Zone (1979), το When the Tenth Month Comes (1984) και το Tunnels: Sun in the Dark (2025) – που αφηγούνται τον πόλεμο και τη μεταπολεμική ζωή από καθαρά βιετναμέζικη σκοπιά, με ανθρώπινη ματιά και χωρίς το χολιγουντιανό φίλτρο.









