Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Στην εποχή της ταχύτητας και της στιγμιαίας ενημέρωσης, κάθε μήνυμα αντιμετωπίζεται συχνά επιπόλαια. Έτσι, τα άρθρα και οι αναρτήσεις συχνά δέχονται σχόλια ή αντιδράσεις τύπου “έλεος” ή “χαχα”, ακόμα κι από όσους δεν έχουν διαβάσει ούτε λέξη. Παρά την επιφανειακή αυτή αντίδραση, ο γραπτός λόγος (αρθογραφία, ενημερωτικά κείμενα, λογοτεχνία) διατηρεί την αξία του – αν όχι για όλους, τουλάχιστον για όσους μπορούν και θέλουν να διαβάσουν με προσοχή. Ο καθένας, ανεξαρτήτως της μόρφωσης και της πολιτικής του τοποθέτησης, συχνά, εξαιτίας αυτών, πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα να καταδικάσει ή να γελοιοποιήσει, χωρίς να σταθεί στην ουσία του λόγου.
Αυτό θα μπορούσε να αποθαρρύνει όσους, όσες και όσα γράφουμε. Και, πράγματι, ως ένα σημείο, είναι αποθαρρυντικό. Όμως, η επιφανειακή αντίδραση δεν αναιρεί ούτε μπορεί να καταστείλει την ανάγκη να εκφραζόμαστε, να καταγράφουμε σκέψεις, να θέτουμε ερωτήματα και να μιλάμε για τα σημαντικά ζητήματα της εποχής μας ή, έστω, για όλα όσα μας διασκεδάζουν και μας ψυχαγωγούν. Άλλωστε, κι αυτό δεν είναι ελιτισμός, το γράψιμο δεν είναι αποκλειστικά και μόνο για να διαβαστεί από όλους αλλά είναι και μια διαδικασία πρώτα απ’ όλα για εμάς, για να αφήσουμε ένα ελάχιστο ίχνος σκέψης, για να προκαλέσουμε εκείνους που μπορούν και θέλουν να σταθούν στην ουσία των πραγμάτων. Και κυρίως, για να εκθέσουμε τις απόψεις μας στην κρίση του κοινού. Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, κρίση δεν σημαίνει προσβολές και απαξίωση.
Ωστόσο, οι χειρότεροι δεν είναι οι αδιάβαστοι χρήστες των κοινωνικών μέσων – εντός κι εκτός εισαγωγικών, γιατί αναγνώστες δεν είναι – που πετούν ένα «χαχα» χωρίς να έχουν διαβάσει ούτε μία πρόταση. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο, καθώς η ίδια η φύση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της τεχνητής νοημοσύνης – ιδιωτικοί μονοπωλιακοί οργανισμοί με συγκεκριμένα συμφέροντα και με στόχο το κέρδος – προωθεί και καλλιεργεί μια επιφανειακή αντίληψη, όπου η ταχύτητα, η επιφανειακή αντίδραση και η στιγμιαία εντύπωση υπερτερούν της ουσίας και της προσεκτικής ανάγνωσης. Οι συγκεκριμένοι, όσο ενοχλητικοί κι αν είναι, δεν έχουν την πρόθεση να αμφισβητήσουν ή να αντιπαρατεθούν σοβαρά. Άλλωστε δεν μπορούν κιόλας. Περισσότερο προβληματικοί είναι όσοι, λόγω άποψης και θέσης, διαστρεβλώνουν τα γραφόμενά μας. Κατά συνέπεια, δεν απαντούν στα ζητήματα που αναδεικνύει το κείμενο, δεν τολμούν να μπουν στην ουσία, αλλά φροντίζουν να παρουσιάσουν μια εικόνα που βολεύει την αφήγησή τους. Αυτή η στρατηγική απομάκρυνση από τον διάλογο και η υποκατάσταση της επιχειρηματολογίας με στρεβλώσεις είναι η μεγαλύτερη απειλή για όσους εκτίθενται δημόσια μέσω του γραπτού λόγου. Παρά την επίδραση των νέων μέσων, όμως, τίποτα δεν αναιρεί την προσωπική ευθύνη και την ηθική του κάθε χρήστη απέναντι στο περιεχόμενο που διαβάζει και σχολιάζει. Το ίδιο σοβαρό πρόβλημα αντιμετωπίζουν και άτομα προοδευτικής τοποθέτησης, που συχνά πέφτουν θύματα της ίδιας παγίδας. Ας είμαστε, όμως, ειλικρινείς: αρκετές φορές – αν και δεν είναι ο κανόνας – και εμείς που εκφραζόμαστε γραπτά για το τάδε ή το δείνα θέμα μπορούμε να πέσουμε στην ίδια παγίδα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι κρίσιμο να έχουμε επίγνωση του ατοπήματός μας και να το διορθώνουμε άμεσα.
Όμως, όσο και αν τα εμπόδια μεγενθύνονται καθημερινά, η ανάγκη να γράφουμε παραμένει. Το γράψιμο είναι πράξη αντίστασης στην επιπολαιότητα και πράξη επικοινωνίας με όσους έχουν διάθεση να διαβάσουν πέρα από τον τίτλο και τα στιγμιαία εντυπωσιακά σχόλια. Είναι μια σοβαρή και αναγκαία υπενθύμιση ότι η σκέψη χρειάζεται χρόνο και ότι ακόμα και σε μια εποχή που κυριαρχεί η εικόνα, ο λόγος έχει νόημα. Γράφουμε, λοιπόν. Και θα γράφουμε. Όχι μόνο από καθήκον, αλλά και γιατί μας αρέσει, τόσο απλά. Παρά τα “έλεος” και τα “χαχα”, παρά τις διαστρεβλώσεις και τη συστηματική αδιαφορία. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέραμε, εκείνος/η/ο που γράφει δεν το κάνει μόνο για να διαβαστεί, αλλά για να κρατήσει ζωντανή τη δυνατότητα να σκεφτεί, να αμφισβητήσει και να αναρωτηθεί σε ποιον κόσμο ζει. Κυρίως, για να σκεφτεί πώς μπορεί να τον αλλάξει και να δημιουργήσει μια καλύτερη προοπτική για κάθε εργαζόμενο και εργαζόμενη, για κάθε άνθρωπο. Και όσο συνεχίζουμε να γράφουμε, οι λέξεις θα βρίσκουν τον δρόμο τους και η σκέψη τον χώρο της, ανοίγοντας δρόμους για όσα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.








