Φιλοξενούμενος ο Δημήτρης Παπαθανασίου //
Εδώ και είκοσι μέρες σχεδόν, που έχουν φτάσει μπροστά στα μάτια και στα χέρια μας μέσω του Τύπου ή του Διαδικτύου, οι συγκλονιστικές φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων κομμουνιστών από τους ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, πριν από 82 χρόνια, την 1η Μάη του 1944, έχει ξεκινήσει έμμεσα και πάλι από διάφορους ταγούς της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μέσω τηλεοπτικών πάνελ, της διαδικτυακής ή έντυπης αρθρογραφίας, η συζήτηση γύρω από την αστικής επινόησης θεωρία «των δύο άκρων». Για πολλοστή φορά, έρχεται στο προσκήνιο η άθλια προσπάθεια συμψηφισμού της ελπίδας του κομμουνισμού με το σκοτάδι του φασισμού ως κοινός παρονομαστής μίας άλλης «αντιπαράθεσης» ανάμεσα στην ηρωική στάση των 200 κομμουνιστών, των αιχμαλώτων της Ακροναυπλίας και του Χαϊδαρίου και σε μία γενικόλογη υμνολογία περί καθολικής, πανελλήνιας πατριωτικής δράσης ενάντια στο φασισμό, με μοναδικό στόχο να επισκιαστεί η ιστορική πραγματικότητα. Από τη στοχευμένη προσπάθεια συγκάλυψης της ιδεολογικής ταυτότητας των αγωνιστών κάτω από εκείνη της εθνικής ( πχ. «Έλληνες πατριώτες») ως αφορμή για την εκτέλεσή τους μέχρι την ολοκληρωτική τάση αναθεωρητισμού των ιστορικών κεφαλαίων της Αντίστασης μέσω αφηγημάτων «εθνικής ενότητας» και «θεωρίες» για αντίποινα της Βέρμαχτ, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, σε βάρος του λαού, για τα οποία «ευθύνεται η δράση των ανταρτών», το σύνολο του αστικού κόσμου, το πολιτικό του προσωπικό όσο και οι ιστοριογράφοι εκπρόσωποί του ολοφύρονται μπροστά στην ιστορική αλήθεια.
Η θεωρία των «δύο άκρων» υφίσταται αλλά όχι με τον τρόπο, που επιδιώκει να παρουσιάζει στην κοινή γνώμη με κάθε τρόπο το αστικό κονκλάβιο και το επικοινωνιακό του σκέλος. Όταν το ένα «άκρο» ζητά μέσω των επιστολών του ΓΓ του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ν’ ανοίξουν οι φυλακές και να σταλούν οι κρατούμενοι κομμουνιστές στην πρώτη γραμμή του ιταλοελληνικού μετώπου, το άλλο «άκρο» εκείνο της «εθνικοφροσύνης» του δικτάτορα Μεταξά παρατείνει την αιχμαλωσία και τα βασανιστήρια των έγκλειστων αγωνιστών. Όταν το πρώτο «άκρο» των αγωνιστών, ήδη από την εποχή της πρωθυπουργίας του Βενιζέλου περνά μέσα από το φάσμα των φυλακίσεων, των εξοριών, ενός ανελέητου κυνηγητού πριν και κατά τη διάρκεια της τετραετούς τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας για να καταλήξει να παρατείνεται η αιχμαλωσία του στα χέρια και τις διαθέσεις μίας τριπλής κατοχής, το δεύτερο «άκρο» των πατριδεμπόρων αμφιταλαντεύεται μεταξύ της ιδεολογικής του υπόστασης, που ευθυγραμμίζεται με τα προτάγματά του Άξονα και τα συμφέροντα της αστικής τάξης, που υπηρετεί και που τοποθετούνται στο χάρτη της Αγγλικής «συμμαχικής» επιρροής. Και τα παραδείγματα συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής και της Αντίστασης, ήδη από τη μέρα που υπογράφεται η συνθηκολόγηση του Στρατού και ξεκινά η εισβολή της Βέρμαχτ στην ελληνική επικράτεια, την 6η Απρίλη του 1941.
Το «άκρο» της «πατριδοφροσύνης», της «εθνικής ενότητας», της «αγνής» και «άδολης» αγάπης στην Ελλάδα εγκαταλείπει έρμαιο στις ορέξεις των κατακτητών τον ελληνικό λαό και τρέχει να σώσει όπως όπως το τομάρι του, πρώτα στην Κρήτη και κατόπιν στην Αίγυπτο, όταν στον αντίποδα το άλλο «άκρο» εκείνο της πρωτοπορίας του ΚΚΕ, ιδρύει το ΕΑΜ και στη συνέχεια τον ΕΛΑΣ, οργανώνοντας τον λαό και βοηθώντας τον να αποτινάξει τα δεσμά της πείνας και της σκλαβιάς με την ένοπλη δράση. Και όσο ο λαός, πάλευε και συνέτριβε τα ναζιστικά στρατεύματα, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, του ΕΛΑΣ, του ΕΛΑΝ και της ΟΠΛΑ, τόσο περισσότερο μηχανορραφούσε το πολιτικό προσωπικό της αστικής τάξης στο Κάιρο σχεδιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο θα καρπωνόταν τα κεκτημένα των θυσιών του λαού, επιστρέφοντας στην πρότερη κατάσταση της εξουσίας του. Όσο μαχόταν ο λαός και μάτωνε τα βουνά και τις πόλεις της Ελλάδας με την πρωτοπορία των κομμουνιστών για την κοινωνική χειραφέτηση, τόσο περισσότερο η αστική τάξη προσπαθούσε να ματαιώσει αυτή την προοπτική, που αντιστεκόταν στα συμφέροντά της, ξεκινώντας ακόμα και ανοιχτή συνεργασία με τη σβάστικα. Τα «ελληνόψυχα» Τάγματα Ασφαλείας του Ράλλη, του Παπαδόγκωνα, του Σούρλα, του Πούλου από τη μία μεριά, που ορκίζονταν πίστη και αφοσίωση στον Αδόλφο Χίτλερ, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, που ορκίζονταν πίστη σ’ έναν λαό, νοικοκύρη στον τόπο του από την άλλη. Το αίτημα του ΕΑΜ να δοθεί το δικαίωμα στον λαό, με τη συντριβή των φασιστών και την αποχώρησή τους από τον ελλαδικό χώρο, να επιλέξει ο ίδιος το πολίτευμα με το οποίο θα κυβερνάται και από την άλλη η αγγλική επέμβαση, οι εξόφθαλμοι εκβιασμοί είτε με πείνα είτε με τα όπλα και παντού στο παρασκήνιο να υπονομεύει κάθε βήμα του λαϊκού απελευθερωτικού κινήματος, η ντόπια αστική τάξη και οι εκπρόσωποί της. Η ατιμωρησία των συνεργατών, των δοσιλόγων να αποκρύπτεται τεχνηέντως στην μία πλευρά, η μανιώδης καταδίωξη σε βάρος αγωνιστών για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, στην άλλη. Τα παραδείγματα των δύο «άκρων» τα έχει καταχωρήσει η ιστοριογραφία και είναι τόσα πολλά, που μπορούμε να τα απαριθμούμε ολόκληρες ημέρες.
Κι ερχόμαστε στην Πρωτομαγιά του 1944, όπου βλέπουμε τους εργάτες, τους αγρότες, τους φοιτητές, τα μέλη του ΚΚΕ, τους αγωνιστές της πάλης για τα ιδανικά της υπόθεσης όλων των ανθρώπων να προχωρούν αγέρωχοι, αλύγιστοι μπροστά στο θάνατο, να βαδίζουν περιφρονώντας τους δεσμώτες τους, αψηφώντας τους θαρραλέα και να συντρίβουν όλο το φασιστοσυρφετό, που τους ήθελε γονατισμένους.
82 χρόνια μετά κοιτάμε τα βλέμματά τους, τις υψωμένες τους γροθιές μέσα από τις φωτογραφίες που υπενθυμίζουν πως αν δεν παλέψεις, αν δεν αντισταθείς, έχεις ήδη χάσει, πώς το πραγματικό θάρρος βρίσκεται στην ευθεία περπατησιά ακόμα και μπροστά στο ολοφάνερο τέλος, αφού ξέρεις ότι παλεύεις για την υπόθεση κάθε ανθρώπου ενώ αντίθετα μαθαίνουμε για τους απογόνους των ναζιδίων, που μέσα στη νύχτα, βγαίνουν από τις τρύπες τους για να σπάσουν τις επιτύμβιες στήλες των εκτελέσμενων, πιστεύοντας πως θα σβήσουν την ιστορική μνήμη και μέχρι πριν κάποια χρόνια τους εκλεγμένους ναζί εκπροσώπους του τρεμάμενου διαδικτυακού σωρού να κλαίνε, να παρακαλάνε, να ικετεύουν για έλεος τις δικαστικές αρχές, μήπως και γλιτώσει το κουφάρι τους κάποια χρόνια πίσω από κάγκελα φυλακής.
Αυτή είναι η πραγματική διαφορά, ανάμεσα στην ηθική υπεροχή εκείνων, που πορεύονται με τα ιδανικά της κατάπαυσης της εκμετάλλευσης από άνθρωπο σε άνθρωπο, στους κομμουνιστές, και στους κάθε εποχής εμπόρους πατριδολατρείας, στους γεμάτους θρασυδειλία υμνητές των φασιστών, που παρεμένουν πιστά σκυλιά των συμφερόντων κάθε εκμεταλλευτή.
Κι όσο κι αν επιχειρεί να ξαναγράψει πρόθυμα καινούριες σελίδες αναφορικά με πρόσωπα και γεγονότα, η σύγχρονη αστική ιστοριογραφία, πάντα οι προσπάθειές της θα πέφτουν στο κενό.








