Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης //
Το 76ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου άνοιξε την Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου, με την εκτός συναγωνισμού ρομαντική κομεντί No Good Men της αφγανικής καταγωγής, αλλά γεννημένης στην Τεχεράνη, Σαρμπανού Σαντάτ. Η ταινία, που παρουσιάστηκε στο Berlinale Palast, σηματοδοτεί την έναρξη ενός φεστιβάλ γεμάτου αστέρια, με διεθνείς πρεμιέρες και ποικιλία κινηματογραφικών προτάσεων. Παράλληλα, οι ελληνικές και διεθνείς συμπαραγωγές, όπως το βελγικό Dust και το τούρκικο Kurtulus, η Έιμι Άνταμς στο At the Sea και η Ιζαμπέλ Ιπέρ στο The Blood Countess, μαρτυρούν το εύρος και το βάθος της φετινής Μπιενάλε. Ωστόσο, η λάμψη της διοργάνωσης επισκιάζεται, για μια ακόμα φορά, από τη σιωπή της απέναντι σε μια από τις πιο κρίσιμες ανθρωπιστικές κρίσεις της εποχής μας. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου της κριτικής επιτροπής, όταν δημοσιογράφος υπενθύμισε την έλλειψη στήριξης της Berlinale στον παλαιστινιακό λαό και την ταυτόχρονη στήριξη της γερμανικής κυβέρνησης στις ισραηλινές επιθέσεις στη Γάζα, η ζωντανή μετάδοση κόπηκε απότομα από το YouTube. Οι διοργανωτές του φεστιβάλ επικαλέστηκαν «τεχνικά προβλήματα», ωστόσο η αμηχανία και η άρνηση να απαντηθεί το ερώτημα φανερώνουν μια χρόνια και επιλεκτική στάση απέναντι στα ανθρώπινα δικαιώματα και κυρίως, απέναντι στην υπεράσπιση της αυτοδιάθεσης και του αγώνα του παλαιστινιακού λαού.
Πιο αναλυτικά, ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Βιμ Βέντερς και τα μέλη της – Μπάε Ντούνα, Σιβέντρα Σινγκ Ντουνγκαρπούρ, Ρεϊνάλντο Μάρκους Γκριν, Χικάρι, Εύα Πτσίνσκα και Μιν Μπαχαντούρ Μπαμ – προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, μιλώντας για το «σινεμά που αλλάζει τον κόσμο» και την ανάγκη να παραμείνουν «εκτός πολιτικής». Παράλληλα, τόνισαν ότι το έργο τους απευθύνεται σε κάθε θεατή ξεχωριστά και δεν μπορεί να ελέγξει τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων. Και όμως, η συγκεκριμένη επιχειρηματολογία μοιάζει και είναι μια αδύναμη, αισχρή δικαιολογία απέναντι στην τραγωδία της Γάζας, που στηρίζει ξεδιάντροπα το κράτος τρομοκράτη και απαρτχάιντ του Ισραήλ, όπου η Berlinale επιλέγει να αγνοεί τα πιο επείγοντα ζητήματα ανθρωπισμού όταν αυτά ενοχλούν ή δεν εξυπηρετούν τους ισχυρούς χορηγούς και φίλους της. Καθώς οι προβολές ξεκινούν, με ταινίες από διεθνείς σκηνοθέτες, πειραματικά έργα, ελληνικές συμμετοχές και δυνατά αστέρια όπως η Σάντρα Χίλερ, ο Σαμ Ρόκγουελ, η Τζούνο Τέμπλ, ο Τζον Τουρτούρο και ο Ίθαν Χοκ, η Berlinale 2026 εμφανίζεται διχασμένη ανάμεσα στην εικόνα της κινηματογραφικής μητρόπολης και στην έλλειψη της στοιχειώδους ηθικής συνέπειας.
Δεν είναι η πρώτη φορά όπου η συγκεκριμένη διοργάνωση ξέρει να μαγεύει με την παρουσία διάσημων σκηνοθετών και ηθοποιών, αλλά όταν πρόκειται να σταθεί απέναντι στη βία και τη γενοκτονία, αποτυγχάνει να αναλάβει την ευθύνη της. Στην πράξη, το «πιο πολιτικοποιημένο φεστιβάλ του κόσμου» υπακούει σε συγκεκριμένες γραμμές πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων και αποφεύγει να σταθεί στο πλευρό των καταπιεσμένων, αφήνοντας την υπόσχεση για αλλαγή του κόσμου μέσω του σινεμά να αποδεικνύεται ψεύτικη και υποκριτική. Η διακοπή της ζωντανής μετάδοσης όταν αναφέρθηκε η γενοκτονία στη Γάζα και η αμήχανη προσπάθεια της επιτροπής να δικαιολογηθεί , συνιστά μια πράξη λογοκρισίας του χειρίστου είδους. Είναι μια πράξη που τονίζει την επιλεκτική ευαισθησία ενός θεσμού που μπορεί να μιλά για την αγάπη, την ειρήνη και τη δύναμη του σινεμά ενώ αρνείται να σταθεί στο πλευρό ενός λαού που υποφέρει καθημερινά κι από την άλλη οπλίζει το χέρι των σιωνιστών δολοφόνων. Η σιγή απέναντι στο αίμα και την καταπίεση των Παλαιστινίων δεν αποτελεί ένα «τεχνικό πρόβλημα» αλλά πολιτική επιλογή. Με αυτό τον τρόπο, το φεστιβάλ, αντί να γίνει βήμα για τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη, επέλεξε να γίνει βήμα σιωπής απέναντι στη γενοκτονία, αφήνοντας τους θεατές να αναρωτιούνται: ποιον κόσμο θέλει να αλλάξει το «πολιτικοποιημένο» σινεμά;







