Θεωρούσα πως ων ψώνιο με τη φωτογραφία πάνω από 60 χρόνια, θα ήξερα τον συγκεκριμένο, που γεννήθηκε στη Shanghai το 1931 _πριν τη μεγάλη Πορεία και πέθανε πρόσφατα. Με τσίγκλησε η κοσμογυρισμένη φίλη η Χλόη, που με ενημέρωσε με ένα abstract πως…
Kατά τη διάρκεια της καριέρας του κέρδισε πάνω από 200 βραβεία και τίτλους από διεθνείς εκθέσεις και διαγωνισμούς κι εξελέγη μέλος σε φωτογραφικές εταιρείες στην Αμερική, Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία. Σκηνοθέτησε πάνω από 20 ταινίες κι έπαιξε σαν πρωταγωνιστής σε ακόμα περισσότερες. Δίδαξε φωτογραφία και κινηματογράφο σε πολλά πανεπιστήμια και έχει εκδώσει πέντε βιβλία, το ένα εκ των οποίων περιέχει όλες τις βραβευμένες φωτογραφίες του, οι οποίες σήμερα βρίσκονται σε συλλογή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης του San Francisco. Σημειωτέον πως η φίλη έχει δημοσιεύσει σχετικά στα γαλλικά περιοδικά Polka Magazine, Photo Magazine και L’Œil de la Photographie__.Website
Γράφει ο // Αστέρης Αλαμπής _Μίδας
Λίγα φωτογραφικά έργα μεταφέρουν μια τόσο άμεση αίσθηση ομορφιάς όσο αυτά του Φαν Χο. Οι εικόνες του, που τραβήχτηκαν κυρίως στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ κατά τη δεκαετία του 1950 και του 1960, μετέτρεψαν τις καθημερινές σκηνές σε συνθέσεις εξαιρετικής ποιητικής δύναμης. Θεωρούμενος ένας από τους μεγάλους δασκάλους της φωτογραφίας του 20ού αιώνα, ο Φαν Χο ανέπτυξε μια αδιαμφισβήτητη γλώσσα στην οποία το φως, η γεωμετρία και η ανθρώπινη παρουσία επιτυγχάνουν μια εξαιρετική ισορροπία.
Γεννημένος στη Σαγκάη και μετακομίζοντας με την οικογένειά του στο Χονγκ Κονγκ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Φαν Χο άρχισε να φωτογραφίζει σε πολύ νεαρή ηλικία με μια φωτογραφική μηχανή Rolleiflex που του έδωσε ο πατέρας του. Αυτή η πόλη, που υπέστη βαθύ μετασχηματισμό και χαρακτηρίστηκε από ραγδαία ανάπτυξη, έγινε το μεγάλο του στούντιο. Χωρίς να χρειάζεται να ταξιδέψει σε μακρινά μέρη, βρήκε στους δρόμους, τις αγορές, τις αποβάθρες και τα σοκάκια ένα οπτικό σύμπαν ανεξάντλητου πλούτου.
Το πιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό της φωτογραφίας του είναι η εξαιρετική χρήση του φωτός. Οι πρώτες ακτίνες του πρωινού, η ομίχλη, ο καπνός, οι σκιές που ρίχνονται ανάμεσα στα κτίρια ή οι ακτίνες του ηλιακού φωτός που διαπερνούν έναν στενό δρόμο γίνονται πραγματικά δομικά στοιχεία της εικόνας. Το φως δεν φωτίζει απλώς τη σκηνή. Οργανώνει τον χώρο, δημιουργεί βάθος και μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε μια σχεδόν αφηρημένη σύνθεση.
Αυτό συνδυάζεται με μια απόλυτη κυριαρχία στη γεωμετρία. Σκάλες, πεζόδρομοι, προσόψεις, σιδηροδρομικές γραμμές και αστικές κατασκευές δημιουργούν ένα δίκτυο διαγωνίων και προοπτικών που θυμίζουν την ακρίβεια ενός αρχιτεκτονικού σχεδίου. Ωστόσο, αυτές οι συνθέσεις δεν είναι ποτέ κρύες. Την αποφασιστική στιγμή, εμφανίζεται μια μοναχική φιγούρα – ένα παιδί που παίζει, ένας πλανόδιος πωλητής ή μια γυναίκα που διασχίζει το κάδρο – προσδίδοντας στη σκηνή μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση. Πολλές από τις φωτογραφίες του ήταν σχολαστικά προετοιμασμένες. Ο Φαν Χο περιπλανιόταν στην ίδια τοποθεσία για μέρες, περιμένοντας το φως να φτάσει στο ακριβές σημείο και ένα άτομο να διασχίσει τον χώρο την ακριβή στιγμή. Αυτή η υπομονή εξηγεί την εξαιρετική αίσθηση ισορροπίας που μεταφέρουν οι εικόνες του. Τίποτα δεν φαίνεται τυχαίο, όμως όλα διατηρούν τη φυσικότητα της καθημερινής ζωής. Μία από τις πιο συναρπαστικές πτυχές του έργου του είναι η ικανότητά του να μετατρέπει μια πόλη σε μια σχεδόν θεατρική σκηνή. Το Χονγκ Κονγκ εμφανίζεται τυλιγμένο σε καπνό, οπίσθιο φωτισμό και βαθιές σκιές που τονίζουν το μυστήριο των σκηνών. Χωρίς να καταφεύγει σε τεχνητά εφέ, ο Φαν Χο προσδίδει σε κάθε φωτογραφία μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα, όπου η πραγματικότητα φαίνεται να αναστέλλεται για μια στιγμή πριν ξανακινηθεί. 
Το έργο του Φαν Χο υπερβαίνει τα όρια της φωτογραφίας ντοκιμαντέρ. Αν και οι εικόνες του αποτελούν πλέον μια πολύτιμη μαρτυρία για το Χονγκ Κονγκ των μέσων του 20ού αιώνα, η πραγματική του πρόθεση δεν ήταν ποτέ να περιγράψει μια πόλη, αλλά μάλλον να αποκαλύψει την κρυμμένη ομορφιά στις πιο απλές χειρονομίες και στους πιο συνηθισμένους χώρους. Κάθε φωτογραφία προσκαλεί τον θεατή να σταματήσει και να ανακαλύψει μια αρμονία που συνήθως περνά απαρατήρητη.
Η επιρροή του έχει αυξηθεί σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες. Διεθνείς εκθέσεις, δημοσιεύσεις και η ανακάλυψη του αρχείου του έχουν τοποθετήσει το έργο του στις θεμελιώδεις αναφορές της σύγχρονης φωτογραφίας. Πολλοί σύγχρονοι φωτογράφοι βρίσκουν στις εικόνες του ένα μάθημα σύνθεσης, υπομονής και ευαισθησίας, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική δύναμη μιας φωτογραφίας δεν εξαρτάται από τη θεαματική φύση του θέματος, αλλά από την ένταση του βλέμματος.
Το να συλλογίζεσαι το έργο του Φαν Χο είναι σαν να διασχίζεις μια εξαφανισμένη πόλη και, ταυτόχρονα, να ανακαλύπτεις έναν παγκόσμιο τρόπο κατανόησης της φωτογραφίας. Οι εικόνες του μιλούν για το φως, τον χρόνο, την αρχιτεκτονική και τους ανθρώπους, αλλά πάνω απ’ όλα, μιλούν για την ικανότητα της τέχνης να βρίσκει ομορφιά στην καθημερινή ζωή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κληρονομιά του συνεχίζει να συγκινεί τους θεατές παγκοσμίως και κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στις μεγάλες συνεισφορές της φωτογραφίας του 20ού αιώνα.

—Παράρτημα
Το έργο του Fan Ho έχει αποτελέσει αντικείμενο σημαντικών αναδρομικών εκθέσεων στην Ασία, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες από τις αρχές του 21ου αιώνα. Οι φωτογραφίες του αποτελούν μέρος διεθνών συλλογών και έχουν παρουσιαστεί σε κορυφαίες εκδόσεις όπως το Hong Kong Yesterday και το Portrait of Hong Kong. Τραβηγμένες κυρίως μεταξύ της δεκαετίας του 1950 και του 1960, οι φωτογραφίες του αποτελούν μια εξαιρετική οπτική καταγραφή του μετασχηματισμού του Χονγκ Κονγκ και είναι γνωστές για την αριστοτεχνική χρήση του φυσικού φωτός, της συνθετικής γεωμετρίας και της ισορροπίας μεταξύ αρχιτεκτονικής και ανθρώπινης μορφής. Σήμερα, ο Fan Ho θεωρείται ένας από τους μεγάλους δασκάλους της φωτογραφίας δρόμου και μια ουσιαστική προσωπικότητα στην ιστορία της φωτογραφίας του 20ού αιώνα.
Μεταξύ 1958 και 1965 είχε ήδη ανακηρυχθεί οκτώ φορές ως ένας από τους δέκα κορυφαίους φωτογράφους παγκοσμίως από την PSA (Photographic Society of America), ενώ το 2012, βραβεύτηκε σαν ένας από τους πιο σημαντικούς φωτογράφους σε όλη την Ασία.
Ο πατέρας του Fan Ho είχε βιοτεχνία υφασμάτων, αλλά ο ίδιος σαν έφηβος δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτά. Σπούδαζε αγγλική και κινέζικη λογοτεχνία στο New Asia College, δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τέχνη και για την αρχαία κινέζικη ποίηση που θα γινόταν πηγή έμπνευσης για τη φωτογραφία αργότερα. Κατά τη διάρκεια του 1ου εμφυλίου, το 1941 κι ενώ οι γονείς του βρίσκονται αποκλεισμένοι στο Macao, αυτός είναι στο σπίτι και ξεκινάει να ασχολείται με τη φωτογραφία με μια Kodak Brownie που είχε αφήσει στο σπίτι ο πατέρας του. «I started to take photographs in Shanghai when I was a very young kid. The first thing I shot was the Bund (Waitan District, Huangpu river waterfront area). I am self-taught» θα πει ο ίδιος σε συνέντευξή του το 2014, εβδομήντα τρία χρόνια μετά.
Το 1949, οκτώ χρόνια μετά, μετακομίζουν στο Hong Kong, όπου αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα υγείας με συνεχείς και πολύ έντονους πονοκεφάλους. Ο γιατρός τους, μετά από πληθώρα εξετάσεων, τους συστήνει να κάνει για κάποια περίοδο μεγάλους περιπάτους και πολλή ξεκούραση, θεωρώντας πως όλα οφείλονται στην κούραση. Στα 18 του, ο πατέρας του, του κάνει δώρο μια διοπτική Rolleiflex, οπότε κι αυτός ξεκινάει να φωτογραφίζει τους δρόμους του Hong Kong, ένα έργο που έμελλε αργότερα να γίνει μία από τις πιο μεγάλες δημιουργίες του.
σσ. __εγώ 🙃
Για τους μη γνωρίζοντες η διοπτική φωτογραφική μηχανή (γνωστή ως Twin Lens Reflex ή TLR) διαθέτει δύο ίδιους φακούς στην πρόσοψη: ο ένας προορίζεται για τη λήψη της φωτογραφίας στο φιλμ και ο άλλος για την εύρεση και τον έλεγχο του κάδρου από τον φωτογράφο.

Για χρόνια ήταν γνωστός στο Hong Kong πιο πολύ ως ηθοποιός και σκηνοθέτης παρά ως φωτογράφος. Καταλαβαίνοντας από νωρίς πως δε θα μπορούσε να ζήσει από τη φωτογραφία, προσπάθησε να κάνει καριέρα σα σκηνοθέτης, αφού πρώτα πρωταγωνίστησε σε αρκετές ταινίες ως ηθοποιός, μετά από προτροπή των Shaw Brothers. To 1966 κάνει την πρώτη του προσπάθεια ως σκηνοθέτης με την πειραματική ταινία Gulf, η οποία ανακηρύχθηκε ως η καλύτερη στο Banbury Film Festival, στην Αγγλία. Το 1969 κάνει το Lost που διακρίνεται στο Cannes Film Festival. Αγαπημένος του σκηνοθέτης ο Φεντερίκο Φελλίνι, αλλά η ζωή το έφερε να γίνει πετυχημένος σκηνοθέτης εμπορικών ταινιών κατηγορίας 3 (δράσης κι ερωτικές). Γεγονός που τον στενοχωρούσε καθώς το μεγάλο όνειρο ζωής του ήταν να ασχοληθεί με την τέχνη κι όχι με το Βοχ Office.
Το 1979 η σύζυγός του και τα δύο του παιδιά μετακομίζουν στο San Jose της California θέλοντας να εξασφαλίσουν εκεί πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τελικά τους ακολουθεί το 1996. «Πάντα βλέπαμε πως γυάλιζαν τα μάτια του όταν μιλούσε για τη φωτογραφία. Ήταν η πρώτη του και πραγματική αγάπη και ποτέ δε θέλησε να ασχοληθεί με την εμπορική φωτογραφία. Ήθελε να είναι ελεύθερος ώστε να μπορεί να εκφραστεί με το δικό του τρόπο» όπως αναφέρει η κόρη του Κλώντια, σε συνέντευξή της μετά το θάνατό του.

Εκεί, η συνεχώς αυξανόμενη απογοήτευσή του τον οδηγεί στα πρώτα στάδια κατάθλιψης και αυτό έχει αντίκτυπο και στην υγεία του που αρχίζει να επιδεινώνεται. Η οικογένειά του βλέποντας όλα αυτά και το πόσο απογοητευμένος ήταν από τον εαυτό του, του προτείνει να ασχοληθεί πάλι με τη φωτογραφία. Αλλά αυτός αντί να βγει εκεί στους δρόμους του San Jose και του San Francisco και να αρχίσει να φωτογραφίζει, προτιμάει να ασχοληθεί με το αρχείο φωτογραφιών από το Hong Kong. Οργάνωσε τη συλλογή του, κι έκανε επαφές με τοπικές γκαλερί που συμφώνησαν να τις εκθέσουν και να φτιάξουν λευκώματα. Το 2000 κάνει την πρώτη του σόλο έκθεση στην Αμερική, στο Palo Alto της Καλιφόρνια, 41 χρόνια μετά την πρώτη του έκθεση το 1959 στο Hong Kong. Η έκθεση γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία. «Μετά από αυτή την έκθεση ξανάρχισε να βρίσκει την αυτοπεποίθησή του και πλέον να δείχνει ευτυχισμένος. Είχε ξαναγυρίσει στην πρώτη του αγάπη και ο τρόπος που φαινόταν (σ’ εμάς) κι ακόμα και ο τρόπος που μιλούσε πια ήταν διαφορετικός» μας λέει η κόρη του.

Το 2012 η Sarah Greene, ιδιοκτήτης της Blue Lotus Gallery, στην Chai Wan, στο Hong Kong, έχοντας δει τη δουλειά του, κανονίζει για μια έκθεση στο Hong Kong, στην οποία μάλιστα ο ίδιος δε μπόρεσε να παρευρεθεί λόγω προβλημάτων υγείας. «Η δουλειά του με άγγιξε» θα μας πει χαρακτηριστικά. «Η φωτογραφική και κινηματογραφική κοινότητα στο Hong Kong ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, αλλά πολλοί άνθρωποι της νεότερης γενιάς δε τον ήξεραν» συνεχίζει η Green. Πολλοί πλέον αναφέρονται σε αυτόν ως τον «ποιητή με την κάμερα». Η έκθεση αυτή πραγματοποιήθηκε τελικά με πολύ μεγάλη επιτυχία, έστω και με την αναγκαστική απουσία του και βοήθησε σημαντικά στην αποκατάσταση της φήμης του ως φωτογράφος στο ευρύ κοινό. Το 2014 θα κάνει μία από τις σπάνιες επισκέψεις του στο Hong Kong, την πόλη που είχε αποθανατίσει με τις φωτογραφίες του. «Οι σκηνές δρόμου της Central district πάρθηκαν πάνω από 50 χρόνια πριν. Το ‘50 κι ‘60 υπήρχαν πολλά σοκάκια και παζάρια. Τώρα πια δε μπορώ καν να θυμηθώ καί να βρω αυτά τα δρομάκια. ‘Όλα έχουν γίνει ουρανοξύστες. Έχουν αλλάξει σε τέτοιο βαθμό που δε τα αναγνωρίζω πια. Δεν έχει σημασία αν μου αρέσει ή όχι. Η Αλλαγή είναι η αιώνια αλήθεια και δε μπορείς να αντισταθείς σε αυτό» θα πει σε συνέντευξη του.
«Πάντα είχα το ένστικτο για το φως, τις σκιές, τις γραμμές και τις φόρμες αλλά το ακριβώς επόμενο πιο σημαντικό πράγμα για μένα είναι το περιεχόμενο. Αυτό είναι το στοιχείο, που θα δώσει ένα ιδιαίτερο «χαρακτήρα» και θα δημιουργήσει την εμπάθεια (στο θεατή)». Οι φωτογραφίες του παρότι συχνά στυλιζαρισμένες, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό πάντα περιέχουν μέσα τους στοιχεία από δράμα, συναίσθημα και ζεστασιά. «Δεν έχει σημασία αν θα είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος ή ένα γέρικο σκυλί. Πρέπει να περιμένω μέχρι να είναι κάποιος ή κάτι που θα αγγίζει την καρδιά μου. Πρέπει να υπάρχει ο ανθρωπισμός στην τέχνη. Αν δε νοιώθεις τίποτα όταν πατάς το κουμπί, δεν δίνεις και τίποτα αντίστοιχα στο θεατή σου που να μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό». «Πάντα συγκεντρώνομαι στο να βγάλω μια καλή φωτογραφία. Είναι πραγματικά δύσκολο. Πρέπει να κοιτάζεις, να βλέπεις και να σκέφτεσαι συνέχεια. Πρέπει να προσπαθείς συνέχεια να ξεπεράσεις την προηγούμενη δουλειά σου μέχρι εκείνη τη στιγμή, ίσως με κάποια νέα γωνία, ένα νέο στυλ, ένα νέο συναίσθημα» Παίρνοντας έμπνευση από τη ζωή στους δρόμους του Hong Kong, προσπαθούσε πάντα να αποτυπώσει την αυθεντική ψυχή της πόλης στις φωτογραφίες του. Μιας πόλης που αργότερα θα γινόταν ένα εμπορικό πέρασμα του κόσμου και θα εξελισσόταν σε μια τεράστια μητρόπολη από τις πιο πυκνοκατοικημένες στον πλανήτη, η οποία σε τίποτα δε θα θύμιζε τον παλιό της εαυτό.
Είτε φωτογραφίζει τις σκιές των ανθρώπων, ξένων, ή φίλων του, είτε καθημερινές σκηνές δρόμου, ο Fan Ho «σκηνοθετεί» τις εικόνες του με απαράμιλλη δεξιότητα. Κυνηγούσε το παιχνίδι με τις σκιές και το φυσικό φως κι ενώ οι φωτογραφίες του διατηρούσαν ένα ντοκιουμενταρίστικο στυλ, πάντα τον ενδιέφεραν οι γραμμές και οι φόρμες. Δρόμοι, σοκάκια, δρομάκια, μικροπωλητές, παιδιά, ψαράδες, βαρκάρηδες, εργαζόμενοι και περαστικοί στους δρόμους, όλοι είχαν μια θέση στα κάδρα του. «Εκείνη τη στιγμή πρέπει να νοιάζεσαι, να ανασαίνεις και να αγαπάς το σύμπαν. Το ζητούμενο δεν είναι απλά να κάνεις μια ωραία εικόνα. Προσπαθώ να βάλω όλο μου το είναι σε κάθε μια φωτογραφία. Άλλωστε τα αρνητικά ήταν ακριβά στις μέρες μου. Κάθε πάτημα του κουμπιού κόστιζε χρήματα. Ήμουν σαν ένας καουμπόης με μια σφαίρα κοιτάζοντας και ψάχνοντας για εκείνη την αποφασιστική στιγμή». Περιπλανώμενος στους δρόμους του Hong Kong τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60 αποτύπωσε τη ζωή στις φτωχογειτονιές και τις υπαίθριες αγορές της πόλης. Προτιμούσε να φωτογραφίζει τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα, θεωρώντας πως αυτοί οι άνθρωποι απεικόνιζαν την ψυχή της πόλης. «Πρέπει να χρησιμοποιήσεις την καρδιά σου για να καταλάβεις και να ξεχωρίσεις εκείνη την αποφασιστική στιγμή για τη\ οποία μιλάει ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Πρέπει να σου γίνει συνήθεια αυτό και θα πρέπει να κυνηγάς να έχεις μια ανταπόκριση να σου βγάζει ένα συναίσθημα αυτό που φωτογραφίζεις»
Απεικονίζει τους πλανόδιους πωλητές, τη ζωή και τις καθημερινές στιγμές των κατοίκων της, αλλά και την ομορφιά της ζωής, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζει την κοινωνική και οικονομική ανισότητα αντιπαραβάλλοντας το φως και το σκοτάδι, δίνοντας έτσι δύναμη στην εικόνα. Ήταν αυτοδίδακτος στη φωτογραφία και βασίστηκε κυρίως στο φυσικό του ταλέντο και το ένστικτό του πάρα στην όποια εκπαίδευση. Πίστευε δε πως καμμιά άλλη μορφή τέχνης δε μπορούσε να πιάσει και να εκφράσει την ουσία και την ψυχή της στιγμής όπως μπορούσε να το κάνει η φωτογραφία. Προσπαθούσε να φωτογραφίζει με τέτοιο τρόπο που η φωτογραφία να έχει να διηγηθεί μια ιστορία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι φωτογραφίες του αποκαλύπτουν πολλά για τη ζωή στο Hong Kong στα μέσα του 20ου αιώνα. Στο λεύκωμα του «A Hong Kong Memoir», ρίχνει φως στις διαφορές της πόλης σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, καθώς και στις διαφορές μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που ζουν πλέον σε αυτή.
To Hong Kong δέχεται μετανάστες από τη Shanghai, από όλα τα κοινωνικά στρώματα λόγω του κινεζικού εμφυλίου πολέμου (1927-1949), πράγμα που οδηγούσε στη δημιουργία συνθηκών πολιτισμικής πολυμορφίας και φυσικά στη διεύρυνση της κοινωνικής ανισότητας.
Η κυβέρνηση παρείχε σπίτια κι εκπαίδευση για τους κατοίκους του Hong Kong, αλλά όχι και για τους μετανάστες, οι οποίοι δε θα είχαν τις ίδιες ευκαιρίες με τους γηγενείς. Όλες αυτές οι ανισότητες και το κοινωνικό και οικονομικό χάσμα που δημιουργούταν δε θα περνούσε απαρατήρητο από τη ματιά και το φακό του Fan Ho και απεικονίζονται και υπογραμμίζονται σε βάθος χρόνου στις φωτογραφίες του Fan Ho. Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ της επισφάλειας και της ευημερίας γίνονται εμφανείς, ενώ η χρήση κι εναλλαγή φωτός με σκιές, θεωρούσε πως τονίζει τη δυαδική φύση της ζωής στο Χονγκ Κονγκ τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60.
σσ. θυμίζουμε πως τo 1983 το Χονγκ Κονγκ επαναταξινομήθηκε ως Βρετανικό Εξαρτημένο Έδαφος, όταν η Βρετανική Αυτοκρατορία αναταξινομούσε την παγκόσμια επικράτειά της. Μετά από συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με την Κίνα, υπογράφηκε η Κοινή Σινοβρετανική Διακήρυξη το 1984. Οι δύο χώρες συμφώνησαν το Χονγκ Κονγκ να περάσει στην κυριαρχία της Κίνας (1997}, αλλά θα παρέμενε αυτόνομο ως ειδική διοικητική περιοχή και θα μπορούσε να διατηρήσει την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, το νομικό του σύστημα, ανεξάρτητη εκπροσώπηση στους διεθνείς οργανισμούς, συνθήκες και τη λήψη αποφάσεων με την εξαίρεση όσων αφορούν την ξένη διπλωματία και τη στρατιωτική άμυνα. Το σύστημα αυτό έμεινε γνωστό με τη φράση «μία χώρα, δύο συστήματα», αφού ξεκαθάριζε ότι το Χονγκ Κονγκ θα ήταν ενωμένο με την Κίνα, αλλά δεν θα είχε το “σοσιαλιστικό” σύστημά της. Η συνθήκη επικυρώθηκε το 1990
«Composition is the imperative means to achieve vitality, expressiveness and cohesiveness in a photograph» __ «Η σύνθεση είναι το ύψιστο μέσο για την επίτευξη ζωντάνιας, εκφραστικότητας και συνεκτικότητας στο κάδρο» __Σα φωτογράφος ήταν υπομονετικός στην προσέγγιση του, περιμένοντας πάντα την αποφασιστική στιγμή, θυμίζοντας μας τον Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν. Ίσως γι’ αυτό αργότερα κάποιοι αναφέρονται σε αυτόν σαν τον «Μπρεσόν της Ανατολής». Πάντα έδινε βάση στην σύνθεση του, στη γεωμετρία, στα μοτίβα ΚΑΙ τις υφές και τα χρησιμοποιούσε μέσα στο κάδρο του με τρόπο τέτοιο που να «δένουν» με τη σωστή ποσότητα από φως την κατάλληλη στιγμή. «Δε με εμπνέουν μόνο φωτογράφοι. Σπούδασα κινέζικη λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Αγαπούσα ιδιαίτερα την κινέζικη ποίηση. Πολλές από τις φωτογραφίες μου επηρεάζονται από τους μεγάλους δασκάλους της ποίησης στην Κίνα από χίλια χρόνια πριν. Έχουν ψυχή. Έχω επίσης έμπνευση από τη μουσική. Λατρεύω τις συμφωνίες του Brahms, Mahler, Debussy και Stravinsky. Λατρεύω την κλασσική μουσική. Με εμπνέουν, ειδικά κατά τη δουλειά μου στο σκοτεινό θάλαμο.» Η έμπνευση του μπορούσε να έρθει από οτιδήποτε κι από παντού. Συνήθιζε να μελετάει διάφορες μορφές της τέχνης ώστε να παίρνει από εκεί ιδέες για τις φωτογραφίες του.
«My belief in art creation is to try anything.» __« Πιστεύω πως για τη δημιουργία τέχνης πρέπει να δοκιμάζουμε τα πάντα» Ο Fan Ho ήταν από τους ανθρώπους που πιστεύουν πως δεν υπάρχουν και δε πρέπει να υπάρχουν όρια στη δημιουργία της τέχνης. Το έργο του προβάλλει τη δημιουργικότητά του και την κινηματογραφική του ματιά, που αργότερα τον οδήγησε και στην σκηνοθεσία. Μερικές φορές κατευθύνει τους πρωταγωνιστές του ώστε να κινούνται ή να παραμένουν σε μια συγκεκριμένη θέση με σκοπό να πετύχει τη σύνθεσή και να δώσει ζωή στις ιδέες του. Τις πιο πολλές φορές όμως, προτιμάει να «σκηνοθετήσει» τη σκηνή του βασιζόμενος καθαρά στη σύνθεση, στις γραμμές, τις φόρμες, τις υφές και τους όγκους, κυνηγώντας τη στιγμή και το φως. «Θεωρώ τη Φωτογραφία ως την τέχνη του Φωτός» θα μας πει ο ίδιος. Πράγμα που είναι πασιφανές και κυρίαρχο στο σύνολο των φωτογραφιών του. Χρησιμοποιεί το φως και τις σκιές ως θεμέλια πάνω στα οποία «χτίζει» τη σύνθεσή του κάθε φορά. Όπως και πολλοί άλλοι φωτογράφοι πριν και μετά από αυτόν, δε πιστεύει πως η φωτογραφία τελειώνει στο κλικ καί στην εμφάνιση. «Απολαμβάνω το κροπάρισμα και την επέμβαση στη φωτογραφία. Μπορούν να δώσουν νέα ζωή σε μια φωτογραφία» λέει σχετικά. Εύκολα το καταλαβαίνει κάποιος και από την ποικιλία των φορμά καθώς κι από το έντονο κοντράστ που χρησιμοποιεί συχνά στις φωτογραφίες του ενώ όπως θα δούμε παρακάτω δε δίστασε να αλλάξει και το περιεχόμενο. Ο Fan Ho σημειώνει πως η «μη ρεαλιστική» φωτογραφία δρόμου είναι κατά κάποιο τρόπο μια κατάθεση ψυχής, παρουσιάζοντας τα αισθήματα του φωτογράφου, κρυμμένα κάτω από το μανδύα της «αντικειμενικής» σκηνής. «Κάθε έργο τέχνης είναι ένα μικρό παράθυρο. Ο θεατής μπορεί να δει μέσα από αυτό το παράθυρο τον κόσμο με τα μάτια του φωτογράφου. Εκεί θα δει τη φαντασία, την έμπνευση, τη φαντασίωση, ακόμη και την ίδια τη φιλοσοφία του φωτογράφου»
Όταν βρέθηκε μπροστά σε ένα άσπρο τοίχο στις βόλτες του, εμπνεύστηκε την πιο γνωστή (ίσως) φωτογραφία Φαντάστηκε τον τοίχο με μια διαγώνια σκιά κι έναν μικροσκοπικό άνθρωπο, αλλά διαπίστωσε πως δεν υπήρχε κάποιο κοντινό κτήριο να ρίχνει τη σκιά που ήθελε, οπότε κάλεσε την ξαδέλφη του να κάτσει, στη μικρή εσοχή, έβγαλε τη φωτογραφία και πρόσθεσε τη σκιά αργότερα στο σκοτεινό θάλαμο. «Η σκιά συμβολίζει τον ανηλεή χαρακτήρα του χρόνου. Η ομορφιά και η αθωότητα ξεθωριάζουν στο πέρασμα του» μας λέει. Η επόμενη φωτογραφία είναι ίσως η πιο αγαπημένη του φωτογραφία κι απεικονίζει έναν ζοφερό κόσμο μοναξιάς. «Πρόκειται για ένα ηλικιωμένο άντρα που σπρώχνει το καρότσι του σε έναν άδειο δρόμο δίπλα στη θάλασσα, αλλά το βαθύτερο νόημα είναι η μεγάλη περιπέτεια των ανθρώπων στη ζωή. 0 καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί με αυτό» ισχυρίζεται η κόρη του. Ο Fan Ho μας λέει πω; εμπνεύστηκε από ένα ποίημα του κλασικού Κινέζου ποιητή Yu Xin (6ος αιώνας μΧ). Το ποίημα καταγράφει τα σκαμπανεβάσματα στη ζωή του ποιητή με πλαίσιο την άνοδο και πτώση της δυναστεία; του Liang. «Αυτή η φωτογραφία δε κέρδισε πολλά βραβεία, ούτε και μου έφερε μεγάλη φήμη, αλλά έδωσα την καρδιά και την ψυχή μου σε αυτή». Καθώς περπατούσε τους δρόμους, το πρώτο πράγμα που του τραβούσε την προσοχή δεν ήταν οι άνθρωποι αλλά το περιβάλλον. Απαξ κι έβρισκε την ιδανική τοποθεσία με το κατάλληλο φως, περίμενε τον κατάλληλο άνθρωπο. Η αναμονή μπορούσε να διαρκέσει ακόμα και ώρες και δεν έλειπαν και οι φορές που απόβαινε μάταιη. «Truly good photographs are not taken with the camera. They come from inside you. (From) Your eyes, your mind and your heart. Not (from) some cold piece of equipment.» Από το ρεπερτόριό του φυσικά δε λείπουν και τα πανοραμικά πλάνα που «μαρτυράνε» και μας παραπέμπουν κι αυτά με τη σειρά τους στην κιvηματoγpαφική αίσθηση του φωτογράφου που χειρίζεται με μαεστρία το μακρόστενο φορμά. Αλλά δε λείπουν και τα κάθετα πανοραμικά
Το 2010 ξεκινάει ένα πρότζεκτ που καταλήγει με 500 επιλεγμένες φωτογραφίες από τις δυο δεκαετίες, κάποιες από τις οποίες είναι προϊόν ένωσης άλλων, βάζοντας τη μια πάνω από την άλλη για να φτιάξει νέες συνθέσεις με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας, την οποία αγκάλιαζε σαν ένα ακόμα δημιουργικό εργαλείο στη φαρέτρα του. Από αυτή την προσπάθεια θα γεννηθεί το 2014, το Hong Kong Memoir. Το τελευταίο βιβλίο που ολοκλήρωσε ο ίδιος. Το 2015 θα ξεκινήσει μια προσπάθεια να φτιάξει ακόμα ένα βιβλίο το οποίο όμως δε θα τελειώσει ποτέ αφού το 2016, στις 16 Ιουνίου, σε ηλικία 84 χρόνων, φεύγει από τη ζωή μετά από βαριά πνευμονία. Το βιβλίο αυτό θα ονομαστεί Portraits of Hong Kong και θα το τελειώσει ένα χρόνο μετά το θάνατό του, το 2017, η κόρη του και ο σύζυγός της, τιμώντας έτσι τη μνήμη του. «Μου αρέσει το μαύρο. Έχει ένα είδος μυστηριώδους δύναμης. Μοιάζει σαν να κυβερνάει τα πάντα. Τα χρώματα δε ταιριάζουν στον κόσμο μου. Η ζωή στην πραγματικότητα είναι πολύχρωμη. Το ασπρόμαυρο δημιουργεί μία «απόσταση» από την πραγματική ζωή. Κι η «απόσταση» αυτή είναι πολύ σημαντική γιατί προσφέρει στο θεατή το χώρο και το βάθος ώστε να κατανοήσει, να απορροφήσει τις ιδέες μου και του επιτρέπει να δημιουργήσει τη δίκιά του ανταπόκριση σε όλα αυτά.» Τέλος και παρόλα τα παραπάνω, έχουν κυκλοφορήσει μερικές σπάνιες φωτογραφίες του σε έγχρωμη εκτύπωση. Μεταξύ αυτών δε και κάποιες που εκδόθηκαν στην ασπρόμαυρη εκδοχή τους, στα βιβλία του.
Στις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60 δεν υπήρχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό το είδος φωτογραφίας δρόμου στην Κίνα, αλλά τώρα πια οι φωτογραφίες του θεωρούνται από πολλούς συναρπαστικές. Μας αποκαλύπτουν ένα Hong Kong στα μέσα του αιώνα, σε μεταβατικό στάδιο, ακριβώς μετά τον εμφύλιο, ενώ ταυτόχρονα φέρνουν στην επιφάνεια το μοναδικό ταλέντο και τη ματιά του φωτογράφου, που μπορούσε να αποδώσει τη ζωή της πόλης σε τέτοιο βάθος, με τόσο καθηλωτικό τρόπο, δείχνοντας μας τελικά εκτός από αυτό που έβλεπε, και λίγο από αυτό που ήταν.
Αν η ζωή είναι μία θεατρική σκηνή όπως του άρεσε να πιστεύει, σα μικρά παιδιά, μακριά από όλα εκείνα που μας κάνουνε μεγάλους, ας αφή σου με για λίγο τον εαυτό μας ελεύθερο να χαθεί στο έργο που παίζεται πάνω στο σανίδι της… Και ποιος ξέρει; Ίσως κάπου εκεί κι όπως εξελίσσεται το έργο πάνω στη σκηνή, να συνειδητοποιήσουμε πως η φωτογραφία μας τελικά, δείχνει κι εμάς,, Πως από πάντα έδειχνε κι εμάς, όπως εμείς μας βλέπαμε. «Life is νot like a movie. There is no Take 2, only Take 1» __«Η ζωή δεν είναι σα ταινία. Δεν υπάρχει δεύτερη λήψη, μόνο πρώτη»__Ο Fan Ho, υπό μία έννοια, τελικά κέρδισε το δικαίωμα σε αυτή τη δεύτερη λήψη.
Εκδόσεις – Λευκώματα:
- – 1960 Thoughts on Street Photography
- – 1972 Modem Photography
- – 1982 Complete collection
- – 2006 Hong Kong yesterday
- – 2009 The Living Theatre
- – 2014 A Hong Kong Memoir
- – 2017 Portrait of Hong Kong


























